Είναι ειλικρινά άξιον απορίας
Πώς εκδόθηκε ένταλμα έρευνας εναντίον του δικηγόρου Νίκου Κληρίδη, ο οποίος — πέραν της ιδιότητάς του — αποτελεί και βασικό μάρτυρα σε σχέση με όσα σοβαρά έχουν δημοσιευθεί από τον δημοσιογράφο Μακάριο Δρουσιώτη;
Τα επίμαχα στοιχεία φαίνεται να προέρχονται από τη «Σάντη», η οποία τα είχε δώσει τόσο στον ίδιο τον Κληρίδη όσο και σε άλλους, όταν ήταν ενήλικη. Ακόμη και ο δημοσιογράφος Στέλιος Ορφανίδης έχει αναφέρει ότι είχε λάβει τις ίδιες πληροφορίες και τις είχε διερευνήσει πριν από πέντε χρόνια.
Κανένας από αυτούς δεν προχώρησε τότε σε δημοσιοποίηση.
Ο Κληρίδης δεν τα δημοσίευσε ποτέ.
Ούτε η Σάντη.
Ούτε ο Ορφανίδης.
Ο Δρουσιώτης, όπως έχει αναφερθεί, κατείχε το υλικό και το ερευνούσε από το 2023, χωρίς να το δημοσιοποιήσει μέχρι πρόσφατα — μάλιστα, σύμφωνα με τον Κληρίδη, χωρίς προηγούμενη ενημέρωσή του.
Σήμερα, η αστυνομία αναφέρει ότι η Σάντη δήλωσε εκ των υστέρων ότι τα στοιχεία είναι ψευδή.
Εάν αυτό ισχύει, τότε προκύπτει ένα κρίσιμο ερώτημα:
Ποιος κατασκεύασε αυτό το υλικό;
Πότε;
Και με ποιο κίνητρο;
Διότι πρόκειται για υλικό που φαίνεται να περιλαμβάνει μεγάλο όγκο μηνυμάτων, ηχητικών και άλλων μορφών μαρτυρίας, τα οποία η ίδια είχε παραδώσει σε περισσότερα του ενός πρόσωπα ήδη από το 2019 περίπου.
Υπό αυτές τις συνθήκες, καθίσταται ιδιαίτερα δυσχερές να υποστηριχθεί ότι το υλικό κατασκευάστηκε εκ των υστέρων από τους αποδέκτες του, δεδομένου ότι προϋπήρχε και είχε ήδη παραδοθεί σε περισσότερα πρόσωπα σε προγενέστερο χρόνο.
Εάν, λοιπόν, τεθεί ζήτημα κατασκευής του υλικού, το ερώτημα που εύλογα προκύπτει είναι διαφορετικό και πολύ πιο ουσιώδες: ποιος θα μπορούσε να το είχε κατασκευάσει και με ποιο κίνητρο;
Με βάση τα ίδια τα δεδομένα, το ενδεχόμενο αυτό — εφόσον υποστηρίζεται — θα οδηγούσε κατ’ ανάγκην προς την ίδια τη Σάντη.
Όμως, αυτό δημιουργεί ένα ακόμη πιο σύνθετο ερώτημα: για ποιο λόγο να κατασκευάσει ένα τόσο εκτεταμένο υλικό και να το παραδώσει σε τρίτους, χωρίς ποτέ να επιδιώξει τη δημοσιοποίησή του, μάλιστα επικαλούμενη φόβο για τη ζωή της;
Ποιος θα ήταν ο σκοπός μιας τέτοιας ενέργειας;
Και εδώ προκύπτει το πιο ουσιώδες ερώτημα:
Με ποια νομική βάση εκδόθηκε ένταλμα εναντίον του δικηγόρου και μάρτυρα, περίπου δύο εβδομάδες μετά τη δημοσιοποίηση, όταν δεν φαίνεται να υπήρξε αντίστοιχη άμεση ενέργεια εναντίον οποιουδήποτε προσώπου που φέρεται να εμπλέκεται στο περιεχόμενο των καταγγελιών;
Παράλληλα, τίθεται ζήτημα και ως προς την αντιμετώπιση των λοιπών μαρτύρων που φέρονται να έχουν λάβει ή γνωρίζουν στοιχεία της υπόθεσης.
Ποιες ενέργειες έγιναν για την προστασία της Σάντης και των άλλων μαρτύρων; Τι μέτρα λήφθηκαν για διασφάλιση και μη καταστροφή μαρτυρίας;
Επιπλέον, δημιουργούνται σοβαρά πρακτικά ζητήματα:
Η εξέταση κινητών συσκευών, όταν είναι γνωστό ότι δεδομένα μπορούν να διαγραφούν άμεσα, πόσο αξιόπιστη μπορεί να είναι χωρίς έγκαιρη και στοχευμένη επέμβαση;
Και πώς διασφαλίζεται ότι έχουν εντοπιστεί όλες οι σχετικές συσκευές;
Μέχρι στιγμής, από τα όσα έχουν δει το φως της δημοσιότητας, φαίνεται ότι έχουν εξεταστεί τρεις συσκευές που ανήκουν στον κ. Παπαδάκη, μάλιστα από εμπειρογνώμονα που έχει διοριστεί από τον ίδιο. Το γεγονός αυτό, χωρίς να προδικάζει οτιδήποτε, ενισχύει την ανάγκη για μια πιο ολοκληρωμένη, ανεξάρτητη και έγκαιρη διερεύνηση όλων των πηγών πιθανής μαρτυρίας.
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι ο ίδιος ο Κληρίδης:
Δεν συμφώνησε με τον τρόπο δημοσιοποίησης, δεν απέκρυψε στοιχεία, συνεργάστηκε με την αστυνομία, παρέδωσε ο ίδιος υλικό που κατείχε ως μάρτυρας.
Και όμως, εναντίον του εκδόθηκε ένταλμα και εκτελέστηκε έρευνα στη 1:00 τα ξημερώματα του Μεγάλου Σαββάτου.
Η χρονική αυτή επιλογή, σε συνδυασμό με τη φύση της επέμβασης σε δικηγορικό γραφείο — όπου τηρούνται εκτενώς εμπιστευτικές πληροφορίες πελατών — εγείρει σοβαρά ζητήματα αναλογικότητας και σεβασμού του δικηγορικού απορρήτου.
Οι μέχρι σήμερα χειρισμοί, αντί να ενισχύουν την εμπιστοσύνη, προσθέτουν στην ήδη επικρατούσα αντίληψη σημαντικού μέρους της κοινωνίας περί διαφθοράς και συγκάλυψης.
*Δικηγόρος