Διεθνή

Πόλεμος στο Ιράν: Εύθραυστες εκεχειρίες εν μέσω απειλών και αβεβαιότητας

Η ανακοίνωση της εκεχειρίας δεν έτυχε θερμής υποδοχής από τη Χεζμπολάχ

Τα μέτωπα του πολέμου στη Μέση Ανατολή εισήλθαν σε μια εποχή ευθραύστων εκεχειριών, οι οποίες συμπορεύονται με τις απειλές, τις οικονομικές πιέσεις και τις διπλωματικές πρωτοβουλίες. Στο επίκεντρο βρίσκεται η στρατηγική του Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στο Ιράν, με την Ουάσιγκτον να επιχειρεί να εξαναγκάσει την Τεχεράνη σε νέες παραχωρήσεις μέσω κλιμακούμενης πίεσης, την ώρα που οι διαπραγματεύσεις παραμένουν αβέβαιες και οι αποκλίσεις ουσιαστικές. Παράλληλα, η μεταπολεμική κατάσταση στο Ιράν, οι οικονομικές επιπτώσεις του αποκλεισμού και οι εσωτερικές πολιτικές πιέσεις στις ΗΠΑ διαμορφώνουν ένα ασταθές περιβάλλον με διεθνείς προεκτάσεις. Την ίδια στιγμή, η εκεχειρία στον Λίβανο και οι ισορροπίες με τη Χεζμπολάχ προσθέτουν ακόμη έναν κρίσιμο παράγοντα στην ευρύτερη εξίσωση ασφάλειας της περιοχής.

Η στρατηγική του Τραμπ

Στο μυαλό του Τραμπ κυριαρχεί η ιδέα ότι ο μόνος τρόπος για να επιστρέψει η Τεχεράνη στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων είναι η αύξηση της πίεσης. Σύμφωνα με αναλυτές, ο πλανητάρχης βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα δίλημμα, επιχειρώντας από τη μια να εντείνει την οικονομική πίεση προς το Ιράν, ενώ παράλληλα πρέπει να συνεχίσει να δηλώνει ότι ο πόλεμος βρίσκεται «πολύ κοντά στο τέλος». Παρότι ο ίδιος ανέφερε ότι θα ανακοινώσει και «άλλες χώρες» που θα συμμετάσχουν στον αποκλεισμό του Ιράν, καμία δεν έχει εμφανιστεί έως τώρα, ενώ αρκετές έχουν αρνηθεί ανοιχτά. Η λίστα των συμμετεχόντων που είχε προαναγγελθεί δεν έχει ακόμη παρουσιαστεί.

Σε διπλωματικό επίπεδο, υπάρχουν προσπάθειες για επανέναρξη συνομιλιών μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, χωρίς όμως να έχει καθοριστεί συγκεκριμένη ημερομηνία. Παρά τις δηλώσεις περί επικείμενου τέλους, ορισμένοι αξιωματούχοι και αναλυτές εκτιμούν ότι μπορεί ν’ απαιτηθούν μήνες ή και περισσότερο, ώστε το ιρανικό καθεστώς να αισθανθεί επαρκή οικονομική πίεση από τον αποκλεισμό και να υποχωρήσει στις διαπραγματεύσεις. Ο Τραμπ έχει πει σε συνεργάτες του ότι είναι διατεθειμένος να διατηρήσει τον αποκλεισμό όσο χρειαστεί, αν και παράλληλα θεωρεί πως το Ιράν πλησιάζει σε συμφωνία.

Ανώτερος Αμερικανός στρατιωτικός αξιωματούχος ανέφερε ότι το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ μπορεί να στηρίξει τον αποκλεισμό επ’ αόριστον. Ωστόσο, στο Πεντάγωνο υπάρχουν ανησυχίες ότι μια παρατεταμένη επιχείρηση θα επιβάρυνε τα αμερικανικά πολεμικά πλοία και θα αποδυνάμωνε την παρουσία των ΗΠΑ σε άλλες κρίσιμες περιοχές, όπως ο Ειρηνικός. Σύμφωνα με τη CENTCOM, στην αποστολή συμμετέχουν περισσότεροι από 10.000 ναύτες, πεζοναύτες και αεροπόροι, καθώς και πάνω από δώδεκα πολεμικά πλοία και αεροσκάφη.

Αξιωματούχοι της κυβέρνησης ανέφεραν ότι ο Αντιπρόεδρος, Τζέι Ντι Βανς, ο οποίος ηγήθηκε του πρώτου γύρου αποτυχημένων συνομιλιών με το Ιράν, βρίσκεται σε ετοιμότητα να μεταβεί εκ νέου στο Πακιστάν, εφόσον η κυβέρνηση κρίνει ότι υπάρχουν πιθανότητες προόδου. Μαζί του αναμένεται να συμμετάσχουν ξανά ο ειδικός απεσταλμένος Στιβ Γουίτκοφ και ο γαμπρός του Προέδρου, Τζάρεντ Κούσνερ.

Κατά τις ίδιες πηγές, ο Τραμπ έχει θέσει δύο βασικές «κόκκινες γραμμές». Η πρώτη αφορά πάγωμα του εμπλουτισμού για τουλάχιστον 20 χρόνια, με στόχο ακόμη μεγαλύτερη διάρκεια. Η δεύτερη είναι η απομάκρυνση του εμπλουτισμένου ουρανίου από ιρανικό έδαφος. Το Ιράν δεν έχει αποδεχθεί έως τώρα αυτές τις απαιτήσεις και διαθέτει πολυετή εμπειρία αντοχής απέναντι σε αμερικανικές εκστρατείες οικονομικής πίεσης για το πυρηνικό του πρόγραμμα και τη στήριξη ένοπλων δικτύων στη Μέση Ανατολή.

Οι ειρηνευτικές συνομιλίες στο Πακιστάν ολοκληρώθηκαν χωρίς ουσιαστική πρόοδο. Αξιωματούχοι και αναλυτές σημείωσαν ότι και οι δύο πλευρές παρουσίασαν απαιτήσεις που ήταν αδύνατο να γίνουν αποδεκτές από την άλλη πλευρά. «Οι δύο πλευρές εξακολουθούν ν’ απέχουν πολύ στις διαπραγματεύσεις», δήλωσε ο Μάθιου Κρένιγκ, πρώην αξιωματούχος του Πενταγώνου και στέλεχος του Atlantic Council. «Ο αποκλεισμός θ’ αρχίσει να αποδίδει, αλλά θα χρειαστεί ν’ αυξηθεί η πίεση για κάποιο διάστημα πριν το Ιράν διαπραγματευθεί σοβαρά».

Ορισμένοι Αμερικανοί αξιωματούχοι με μακρά εμπειρία στη Μέση Ανατολή εκτιμούν ότι η σημερινή ιρανική κυβέρνηση δύσκολα θα εγκαταλείψει τις πυρηνικές της φιλοδοξίες, ακόμη κι αν αυτό οδηγήσει τη χώρα σε οικονομική καταστροφή. Παράλληλα σημειώνουν ότι, μετά τους αμερικανοϊσραηλινούς βομβαρδισμούς που εξόντωσαν πολλούς ανώτερους Ιρανούς αξιωματούχους, το κενό εξουσίας καλύπτεται από σκληροπυρηνικά στελέχη ακόμη πιο αδιάλλακτα και χωρίς διάθεση συμβιβασμού.

Ανώτεροι αξιωματούχοι της κυβέρνησης Τραμπ διαφωνούν με αυτήν την εκτίμηση, υποστηρίζοντας ότι η ιρανική οικονομία είχε ήδη παραλύσει από δεκαετίες κυρώσεων και συστημικής διαφθοράς, πριν ακόμη από τον πόλεμο και τον νέο αμερικανικό αποκλεισμό. Παράλληλα τονίζουν ότι δυνάμεις όπως η Κίνα και το Πακιστάν πιέζουν την Τεχεράνη να προχωρήσει σε συμφωνία που θα τερματίσει τον πόλεμο και θα μειώσει τις αναταράξεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας, οι οποίες επιδεινώθηκαν μετά την απόφαση του Ιράν να κλείσει τα Στενά του Ορμούζ για το μεγαλύτερο μέρος της εμπορικής ναυσιπλοΐας.

Την ίδια στιγμή, ο Τραμπ δέχεται και εσωτερικές πιέσεις. Ένα ηχηρό τμήμα των Ρεπουμπλικανών αντιδρά στο ενδεχόμενο ενός ακόμη δαπανηρού πολέμου στη Μέση Ανατολή, ενώ σύμμαχοί του στο Κογκρέσο ανησυχούν ιδιωτικά ότι ο πόλεμος και οι συνέπειές του στις τιμές καυσίμων και τον πληθωρισμό μπορεί να κοστίσουν πολιτικά στο κόμμα στις ενδιάμεσες εκλογές.

Γιατί είναι προς το συμφέρον του Ιράν να διαπραγματευτεί

Την ίδια ώρα, η ιρανική ηγεσία παρουσιάζει την ισχύουσα εκεχειρία ως νίκη απέναντι στη συντονισμένη επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Πίσω όμως από τη ρητορική θριάμβου, η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα τεράστιο έργο μεταπολεμικής ανοικοδόμησης, το οποίο αυξάνει την πίεση για διαπραγματεύσεις με στόχο την άρση των κυρώσεων.

Κατά τη διάρκεια πέντε εβδομάδων πολέμου, ΗΠΑ και Ισραήλ έπληξαν τουλάχιστον 17.000 στόχους, μεταξύ αυτών εργοστάσια, σιδηροδρομικές και οδικές υποδομές, λιμάνια, κυβερνητικά κτήρια και στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Ιρανικά κρατικά μέσα ενημέρωσης εκτίμησαν το κόστος αποκατάστασης στα 270 δισ. δολάρια, αν και αναλυτές τονίζουν ότι είναι ακόμη νωρίς για ασφαλή υπολογισμό, καθώς οι πραγματικές συνέπειες των ζημιών συνεχίζουν να διαχέονται στην οικονομία.

Ειδικοί εξηγούν ότι η ανοικοδόμηση καθίσταται ακόμη δυσκολότερη λόγω του αλληλένδετου χαρακτήρα των πληγμάτων, τα οποία φαίνεται πως σχεδιάστηκαν, ώστε να επιβραδύνουν την ανάκαμψη της χώρας. Δεν επλήγησαν μόνο βασικές υποδομές, αλλά και μονάδες παραγωγής πρώτων υλών, όπως χάλυβας, που είναι απαραίτητες για τις επισκευές, καθώς και κλάδοι όπως τα πετροχημικά που εξασφαλίζουν πολύτιμο συνάλλαγμα. Γι’ αυτόν τον λόγο, εντός του Ιράν αυξάνεται η ανησυχία για επερχόμενη οικονομική καταστροφή, εάν η Ουάσιγκτον δεν προχωρήσει σε χαλάρωση των κυρώσεων που θα επέτρεπε προοπτικές ανάκαμψης, αφού χωρίς οικονομική ανάσα, η επιβίωση του καθεστώτος θα βρεθεί αντιμέτωπη με διαρκή δομική και κοινωνική πίεση.

Ο καθηγητής διεθνών σπουδών στο DePaul University του Σικάγου, Καβέχ Εχσάνι, εκτίμησε ότι η σημερινή έκταση των καταστροφών είναι πιθανόν σοβαρότερη ακόμη και από εκείνη του πολέμου Ιράν–Ιράκ. Στη σύγκρουση 1980-1988 σκοτώθηκαν έως και ένα εκατομμύριο Ιρανοί και Ιρακινοί, όμως οι μάχες διεξάγονταν κυρίως σε χαρακώματα κοντά στα σύνορα. Αντιθέτως, τις τελευταίες εβδομάδες έπεσαν περισσότερα από 20.000 πυρομαχικά σε ολόκληρη τη χώρα, πολλά εξ αυτών στην Τεχεράνη και σε άλλες αστικές περιοχές.

Ο αμερικανικός αποκλεισμός των ιρανικών λιμανιών επιβαρύνει περαιτέρω τα δημόσια οικονομικά. Σύμφωνα με εκτίμηση του Foundation for Defense of Democracies, το κόστος για την Τεχεράνη φθάνει περίπου τα 435 εκατ. δολάρια ημερησίως, εκ των οποίων τα 276 εκατ. αφορούν χαμένες εξαγωγές, κυρίως αργού πετρελαίου και πετροχημικών. Η εταιρεία δεδομένων Vortexa εκτιμά ότι το πετρέλαιο που δεν μπορεί να εξαχθεί θα γεμίσει τις αποθηκευτικές δυνατότητες της χώρας μέσα σε δύο έως τρεις εβδομάδες, γεγονός που θα οδηγήσει σε αναγκαστική μείωση παραγωγής. Αναλυτές προειδοποιούν ότι τέτοιες διακοπές μπορεί να προκαλέσουν ζημιές στα κοιτάσματα και να μειώσουν μελλοντικά την παραγωγική τους ικανότητα.

Εν μέρει για ν’ αντιμετωπίσει τις κυρώσεις, το Ιράν ανέπτυξε τις τελευταίες δεκαετίες ισχυρή εγχώρια βιομηχανική και μεταποιητική βάση. Διαθέτει επίσης ανθεκτικό αγροτικό τομέα και δυνατότητα ανοικοδόμησης χωρίς εξάρτηση από ξένο εργατικό δυναμικό. Καθοριστικό πλεονέκτημα παραμένουν τα μεγάλα αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου. Ωστόσο, την ανάκαμψη περιπλέκουν χρόνιες οικονομικές και κοινωνικές παθογένειες που προϋπήρχαν του πολέμου, μεταξύ αυτών και η επιδεινούμενη τραπεζική κρίση. Οι διεθνείς κυρώσεις και η κακή οικονομική διαχείριση είχαν ήδη οδηγήσει πέρυσι την οικονομία σε αποσταθεροποίηση και εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες στους δρόμους.

Η εκεχειρία στον Λίβανο

Η προοπτική απευθείας συνομιλιών ανάμεσα στις ηγεσίες του Ισραήλ και του Λιβάνου δύναται ν’ αποτελέσει ιστορική καμπή για δύο γειτονικά κράτη που παραμένουν, τυπικά, σε εμπόλεμη κατάσταση εδώ και 78 χρόνια. Εντούτοις, από τη διαδικασία απουσιάζει η Χεζμπολάχ, ένας από τους βασικούς πρωταγωνιστές της σύγκρουσης.

Αναλυτές παρατηρούν ότι η προσωρινή παύση των εχθροπραξιών δημιουργεί περιθώριο, ώστε οι ΗΠΑ να συνεχίσουν παράλληλα τις διαπραγματεύσεις με το Ιράν, τον βασικό υποστηρικτή της Χεζμπολάχ. Η Τεχεράνη έχει θέσει ως προϋπόθεση για περαιτέρω επαφές με την Ουάσιγκτον σχετικά με το πυρηνικό της πρόγραμμα, τα οπλικά της συστήματα και την επιρροή της στα Στενά του Ορμούζ, την ύπαρξη εκεχειρίας στον Λίβανο. Οι ΗΠΑ, πάντως, επιμένουν ότι τα δύο μέτωπα δεν συνδέονται.

Ωστόσο, χωρίς τη συμμετοχή της Χεζμπολάχ στο τραπέζι, τόσο η εκεχειρία όσο και η πιθανότητα μιας βιώσιμης συμφωνίας ειρήνης ανάμεσα σε Ισραήλ και Λίβανο παραμένουν αβέβαιες. Μάλιστα, η νέα εκεχειρία και οι συνομιλίες ενδέχεται να ωθήσουν τη λιβανέζικη κυβέρνηση σε ανοιχτή αναμέτρηση με τη Χεζμπολάχ, με κίνδυνο εσωτερικής διένεξης. Παρά την αποδυνάμωσή της, η οργάνωση εξακολουθεί να θεωρείται η ισχυρότερη ένοπλη δύναμη της χώρας και παραμένει σημαντικός πολιτικός παίκτης με ευρεία στήριξη από τη σιιτική κοινότητα.

Η ανακοίνωση της εκεχειρίας δεν έτυχε θερμής υποδοχής από τη Χεζμπολάχ. Η οργάνωση τόνισε ότι οποιαδήποτε κατάπαυση πυρός πρέπει να καλύπτει ολόκληρο τον Λίβανο και να μην επιτρέπει στο Ισραήλ ελευθερία κινήσεων στη χώρα. Σε ανακοίνωσή της ανέφερε ότι όσο υπάρχει ισραηλινή κατοχή, ο Λίβανος και ο λαός του διατηρούν δικαίωμα αντίστασης. Από την άλλη, ο Νετανιάχου δήλωσε ότι το Ισραήλ θα διατηρήσει ζώνη ασφαλείας πλάτους περίπου 10 χιλιομέτρων στον νότιο Λίβανο, ώστε να προστατεύσει τους πολίτες του από επιδρομές ή αντιαρματικά πυρά της Χεζμπολάχ.