Αναλύσεις

Μεταναστευτικό: η ανοχή τελείωσε, η ευθύνη αρχίζει

Για χρόνια, το μεταναστευτικό στην Κύπρο αντιμετωπιζόταν είτε με αμηχανία είτε με ωραιοποιήσεις. Σήμερα, όμως, η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σκληρή για να αγνοηθεί. Η πίεση που ασκείται στο κράτος, στις υπηρεσίες και στην κοινωνία είναι πλέον εμφανής και δεν επιδέχεται άλλες υπεκφυγές.

Οι αυξημένες ροές υπηκόων τρίτων χωρών δεν αποτελούν απλώς ένα διαχειριστικό ζήτημα. Έχουν μετατραπεί σε μια πολυεπίπεδη πρόκληση που αγγίζει την ασφάλεια, την κοινωνική συνοχή και την οικονομική αντοχή της χώρας. Και όσο καθυστερούν οι αποφάσεις, τόσο το πρόβλημα διογκώνεται.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το ζήτημα των ασυνόδευτων ανηλίκων. Πρόκειται, αναμφίβολα, για μια κατηγορία που χρήζει προστασίας. Ωστόσο, οι επαναλαμβανόμενες αναφορές για αδυναμία επαρκούς ελέγχου της ηλικίας σε ορισμένες περιπτώσεις δεν μπορούν να αγνοηθούν. Όταν υπάρχουν υπόνοιες κατάχρησης διαδικασιών, η πολιτεία οφείλει να απαντήσει άμεσα και με αποτελεσματικότητα.

Την ίδια ώρα, περιστατικά παραβατικότητας που βλέπουν το φως της δημοσιότητας εντείνουν το αίσθημα ανασφάλειας. Κανείς δεν ισχυρίζεται ότι η εγκληματικότητα έχει εθνικότητα. Όμως η επανάληψη συγκεκριμένων φαινομένων δημιουργεί εύλογα ερωτήματα που δεν απαντώνται με γενικόλογες διακηρύξεις. Οι πολίτες απαιτούν πράξεις, όχι διαβεβαιώσεις.

Ιδιαίτερα ανησυχητικές είναι και οι μαρτυρίες από εργαζόμενους σε δημόσιες υπηρεσίες πρώτης γραμμής. Λειτουργοί του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας καλούνται καθημερινά να διαχειριστούν δύσκολες, συχνά εκρηκτικές καταστάσεις, χωρίς την απαραίτητη στήριξη. Όταν άνθρωποι που υπηρετούν το κράτος αισθάνονται εκτεθειμένοι, τότε το πρόβλημα είναι ήδη βαθύ.

Παράλληλα, εντείνεται και η κοινωνική δυσαρέσκεια. Όχι γιατί αμφισβητείται η ανάγκη στήριξης ευάλωτων ομάδων, αλλά γιατί διαμορφώνεται η αίσθηση άνισης μεταχείρισης. Όταν πολίτες δυσκολεύονται να καλύψουν βασικές ανάγκες, ενώ το σύστημα δείχνει να λειτουργεί με καθυστερήσεις, η εμπιστοσύνη κλονίζεται.

Ας είμαστε ειλικρινείς: το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι ροές. Είναι τα κενά. Κενά στους ελέγχους, στις διαδικασίες, στην εφαρμογή των νόμων. Είναι η αργή απονομή αποφάσεων για αιτήσεις ασύλου, που αφήνει υποθέσεις να εκκρεμούν για χρόνια. Είναι η ανεπάρκεια στον έλεγχο φαινομένων όπως οι εικονικοί γάμοι ή η κατάχρηση φοιτητικών αδειών.

Και εδώ ακριβώς πρέπει να δοθεί η μάχη.

Η Κύπρος δεν έχει την πολυτέλεια της αδράνειας. Χρειάζονται άμεσα και συγκεκριμένα μέτρα: ταχεία εξέταση αιτήσεων ασύλου, ενίσχυση των μηχανισμών ταυτοποίησης, αυστηρός έλεγχος σε περιπτώσεις κατάχρησης και αποτελεσματικές διαδικασίες επιστροφής όσων δεν δικαιούνται παραμονή, πάντα στη βάση του νόμου.

Η πολιτεία οφείλει να επενδύσει σε αξιόπιστους μηχανισμούς ταυτοποίησης και αξιολόγησης, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την ηλικία και το καθεστώς των εισερχομένων. Η διαφάνεια και η ακρίβεια στις διαδικασίες αυτές είναι κρίσιμες για τη διατήρηση της εμπιστοσύνης των πολιτών.

Ο ρόλος της πολιτικής ηγεσίας είναι καθοριστικός. Η διαχείριση του μεταναστευτικού δεν μπορεί να γίνεται με όρους μικροπολιτικής αντιπαράθεσης. Απαιτεί συνεννόηση, σχέδιο και συνέπεια. Οι πρωτοβουλίες που στοχεύουν στον έλεγχο και την ορθολογική διαχείριση των ροών πρέπει να αξιολογούνται με βάση την αποτελεσματικότητά τους και όχι μέσα από κομματικά φίλτρα.

Η Κύπρος βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Από τη μία, οφείλει να παραμείνει ένα κράτος που σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις διεθνείς του υποχρεώσεις. Από την άλλη, πρέπει να διασφαλίσει την κοινωνική συνοχή, την ασφάλεια και τη βιωσιμότητα των δομών της.

Η λύση δεν βρίσκεται ούτε στην αδιαφορία ούτε στην υπερβολή. Βρίσκεται σε μια ισορροπημένη πολιτική που συνδυάζει αυστηρότητα όπου χρειάζεται και ανθρωπισμό όπου επιβάλλεται. Και κυρίως, σε μια ειλικρινή παραδοχή: ότι το πρόβλημα υπάρχει και απαιτεί σοβαρή, άμεση και υπεύθυνη αντιμετώπιση.

Ταυτόχρονα, απαιτείται πολιτική ενότητα. Το μεταναστευτικό δεν προσφέρεται για εύκολη αντιπολίτευση ούτε για επικοινωνιακή εκμετάλλευση. Όσοι υπονομεύουν κάθε προσπάθεια αντιμετώπισης του προβλήματος για μικροπολιτικά οφέλη, στην ουσία συμβάλλουν στη διαιώνισή του.

Η κοινωνία δεν ζητά ακραίες λύσεις. Ζητά σοβαρότητα, δικαιοσύνη και ασφάλεια. Ζητά ένα κράτος που να λειτουργεί, να ελέγχει και να προστατεύει — χωρίς εκπτώσεις αλλά και χωρίς υπερβολές.

Η ανοχή στην αδράνεια έχει εξαντληθεί. Αυτό που απαιτείται τώρα είναι ευθύνη, αποφασιστικότητα και καθαρές λύσεις. Γιατί κάθε καθυστέρηση κοστίζει — και το κόστος αυτό το πληρώνει ήδη η κοινωνία.