Χάνονται περιουσίες με ένα «κλικ»
Οι απάτες εξελίσσονται, το σύστημα δοκιμάζεται - Ερωτήματα για ελέγχους και προστασία καταθετών
Οι ηλεκτρονικές απάτες δεν αποτελούν πλέον μεμονωμένα περιστατικά, αλλά ένα διαρκώς διογκούμενο φαινόμενο που πλήττει ολοένα και περισσότερους πολίτες στην Κύπρο, με ιδιαίτερη ένταση στους συνταξιούχους και τους μικροκαταθέτες. Πίσω από οθόνες, διαφημίσεις και «επενδυτικές ευκαιρίες» που υπόσχονται εύκολα κέρδη, στήνονται καλά οργανωμένες παγίδες, οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις οδηγούν σε απώλεια ολόκληρων περιουσιών.
Το ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι μόνο το ύψος των ποσών που χάνονται, αλλά κυρίως ο τρόπος με τον οποίο εκτελούνται οι απάτες. Οι δράστες δεν «κλέβουν» απλώς χρήματα - πείθουν τα ίδια τα θύματα να τα μεταφέρουν, δημιουργώντας ένα περιβάλλον εμπιστοσύνης, πίεσης και ψευδούς ασφάλειας. Με επαγγελματική προσέγγιση, πειστικές πλατφόρμες και συνεχή επικοινωνία, καταφέρνουν να μετατρέπουν την αμφιβολία σε βεβαιότητα και την επιφύλαξη σε απόφαση.
Πιο οργανωμένες και πιο δύσκολα ανιχνεύσιμες
Την ίδια ώρα, το φαινόμενο αποκτά νέα χαρακτηριστικά, καθώς αξιοποιούνται σύγχρονα τεχνολογικά μέσα, όπως ψεύτικες ιστοσελίδες υψηλής πιστότητας, στοχευμένες διαφημίσεις και περιεχόμενο που ενισχύει την αξιοπιστία των απατεώνων. Η απάτη δεν είναι πλέον πρόχειρη· είναι οργανωμένη, μεθοδική και συχνά διασυνοριακή, γεγονός που δυσκολεύει σημαντικά τον εντοπισμό και την αντιμετώπισή της.
Τα κρίσιμα ερωτήματα για την προστασία των πολιτών
Σε αυτό το πλαίσιο, εγείρονται εύλογα και κρίσιμα ερωτήματα: πώς φτάνει ένας πολίτης να αδειάζει τον λογαριασμό του χωρίς να ενεργοποιηθεί εγκαίρως κάποιος μηχανισμός προστασίας; Ποιος εντοπίζει τα «καμπανάκια κινδύνου» όταν πραγματοποιούνται επαναλαμβανόμενες μεταφορές; Και, τελικά, πόσο επαρκώς προστατεύεται σήμερα ο καταθέτης απέναντι σε ένα έγκλημα που βασίζεται περισσότερο στην πειθώ παρά στην παραβίαση;
Ευθύνες, ετοιμότητα και ενημέρωση
Το ζήτημα δεν αφορά μόνο την ατομική ευθύνη ή την «αφέλεια» των θυμάτων. Αφορά την ετοιμότητα του τραπεζικού συστήματος, την αποτελεσματικότητα των εποπτικών Αρχών και την ανάγκη για ουσιαστική ενημέρωση των πολιτών, ιδιαίτερα εκείνων που δεν είναι εξοικειωμένοι με το ψηφιακό περιβάλλον. Γιατί σε έναν κόσμο όπου η απάτη εξελίσσεται διαρκώς, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξουν νέα θύματα, αλλά αν το σύστημα μπορεί να τα προλάβει.
Η πραγματική έκταση του φαινομένου
Η λειτουργός της Υποδιεύθυνσης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, Μαρία Πενταλιώτου, μιλώντας στη «Σημερινή», μετέφερε την πραγματική έκταση του φαινομένου, παραθέτοντας στοιχεία που καταδεικνύουν τη σοβαρότητα της κατάστασης.
Σύμφωνα με την ίδια, σε ό,τι αφορά το μέγεθος του προβλήματος, το 2025 καταγγέλθηκαν ή αναφέρθηκαν στα επαρχιακά ΤΑΕ συνολικά 921 υποθέσεις απάτης μέσω διαδικτύου, που αφορούν ποσά ύψους 10.352.540 ευρώ, 4.185.955 δολαρίων Αμερικής και 5.272 στερλινών.
Ο χρόνος που κρίνει τα πάντα
Καθοριστικός παράγοντας για την έκβαση κάθε υπόθεσης, σύμφωνα με την κ. Πενταλιώτου, είναι ο χρόνος καταγγελίας, τόσο για τη διερεύνηση όσο και για την πιθανότητα επιστροφής χρημάτων στο θύμα ή μέρους αυτών. Όπως μας ανέφερε, πολλές φορές οι δράστες αποσπούν ποσά σταδιακά, ενώ τα θύματα αντιλαμβάνονται την απάτη μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα. Η καθυστέρηση αυτή δίνει τη δυνατότητα στους επιτήδειους να καλύψουν τα ηλεκτρονικά τους ίχνη και να καταστρέψουν τεκμήρια.
Πώς στήνεται η απάτη
Ως προς τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται, κυριαρχούν οι ψεύτικες επενδυτικές πλατφόρμες, οι οποίες υπόσχονται άμεσα και μεγάλα κέρδη. Οι δράστες αξιοποιούν την ανωνυμία του διαδικτύου και καταφέρνουν συχνά να δημιουργούν σχέση «εμπιστοσύνης» με τα θύματα, καθιστώντας τα πιο ευάλωτα. Σε αρκετές περιπτώσεις, επιτρέπουν αρχικά την ανάληψη μικρού ποσού «κερδών», ώστε να πείσουν για τη δήθεν αξιοπιστία της επένδυσης και να οδηγήσουν τα θύματα σε μεγαλύτερες καταθέσεις.
Διασυνοριακό έγκλημα με δυσκολίες διερεύνησης
Η κ. Πενταλιώτου τόνισε ότι η διερεύνηση τέτοιων υποθέσεων παρουσιάζει ιδιαίτερες δυσκολίες, καθώς στις πλείστες περιπτώσεις οι δράστες βρίσκονται στο εξωτερικό. Σημείωσε επίσης ότι αυτό καθιστά το ανακριτικό έργο πιο περίπλοκο, αφού εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη συνεργασία των Αρχών άλλων χωρών, είτε εκεί όπου κατέληξαν τα χρήματα είτε όπου εντοπίζονται τα ηλεκτρονικά ίχνη των δραστών. Ωστόσο, επισήμανε πως δεν λείπουν και περιπτώσεις επιτυχούς διερεύνησης, όπως πρόσφατη υπόθεση για την οποία εξασφαλίστηκε μαρτυρία εναντίον προσώπου σε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκδόθηκε Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης και ο ύποπτος συνελήφθη και παραδόθηκε στις κυπριακές Αρχές.
Νέα εργαλεία εξαπάτησης
Την ίδια ώρα, ανέφερε ότι παρατηρείται αυξανόμενη χρήση εξελιγμένων τεχνολογικών μέσων. Εντοπίζονται συχνά ψεύτικες επενδυτικές σελίδες μικρής διάρκειας ζωής σε πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, αλλά και βίντεο όπου, με τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης, εμφανίζονται επώνυμα πρόσωπα να προτρέπουν το κοινό σε επενδύσεις, ενισχύοντας την πειστικότητα της απάτης.
Τι πρέπει να προσέχουν οι πολίτες
Σε σχέση με το τι θα μπορούσε ν’ αποτρέψει παρόμοια περιστατικά, η κ. Πενταλιώτου τόνισε ότι το κοινό οφείλει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικό στη διαδικτυακή του δραστηριότητα. Βασικός κανόνας είναι ότι καμία επένδυση δεν προσφέρει υψηλές και εγγυημένες αποδόσεις χωρίς ρίσκο, ενώ κάθε πρόταση που υπόσχεται γρήγορα και εύκολα κέρδη είναι πολύ πιθανό να αποτελεί απάτη.
Παράλληλα, είπε πως πριν από οποιαδήποτε επενδυτική κίνηση πρέπει να ελέγχεται αν η εταιρεία ή το πρόσωπο είναι αδειοδοτημένο από τις αρμόδιες Αρχές και ν’ αποφεύγονται αποφάσεις υπό πίεση, καθώς οι απατεώνες αξιοποιούν συχνά την αίσθηση του επείγοντος. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται σε προσεγγίσεις από αγνώστους μέσω διαδικτυακών εφαρμογών, καθώς και σε ιστοσελίδες ή λογισμικά άγνωστης προέλευσης.
Η σημασία της άμεσης καταγγελίας
Επιπλέον, υπογράμμισε ότι σε καμία περίπτωση δεν πρέπει ν’ αποκαλύπτονται προσωπικά ή τραπεζικά στοιχεία, όπως κωδικοί πρόσβασης ή στοιχεία καρτών, ούτε να δίνεται απομακρυσμένη πρόσβαση σε υπολογιστές. Οι απατεώνες συχνά δημιουργούν την ψευδαίσθηση κερδών στην αρχή, αλλά στη συνέχεια μπλοκάρουν τις αναλήψεις ή ζητούν επιπλέον χρήματα για δήθεν χρεώσεις.
Καταληκτικά είπε ότι, σε κάθε υποψία απάτης, η άμεση καταγγελία στην Αστυνομία είναι κρίσιμη, τόσο για την πιθανότητα ανάκτησης χρημάτων όσο και για την αποτροπή περαιτέρω εξαπάτησης άλλων πολιτών. Όπως επισημαίνεται χαρακτηριστικά, όταν μια επενδυτική πρόταση φαίνεται υπερβολικά καλή για να είναι αληθινή, τότε κατά πάσα πιθανότητα δεν είναι.