Αναλύσεις

Να διερευνηθούν τα κίνητρα του Μακάριου Δρουσιώτη

Η υπόθεση Σάντη και οι καταγγελίες που διατύπωσε ο δημοσιογράφος Μακάριος Δρουσιώτης μονοπώλησαν επί μακρόν το ενδιαφέρον της κυπριακής επικαιρότητας. Δημόσιες καταγγελίες, ηχητικά ντοκουμέντα, μηνύματα και ισχυρισμοί περί εκβιασμών και παράνομων ενεργειών δημιούργησαν ένα εκρηκτικό σκηνικό, επηρέασαν την κοινή γνώμη και οδήγησαν στην έντονη δημόσια συζήτηση γύρω από πρόσωπα, θεσμούς και τη λειτουργία του κράτους.

Ο ίδιος ο κ. Δρουσιώτης προέβη σε σειρά δημοσίων τοποθετήσεων, δημοσιοποιώντας ακόμη και φωτογραφικό υλικό που, κατά τους ισχυρισμούς του, σχετιζόταν με την υπόθεση. Παράλληλα, αμφισβήτησε έντονα τον τρόπο με τον οποίο η κυπριακή αστυνομία χειρίστηκε την υπόθεση και επέκρινε τη στάση των κρατικών αρχών.

Ωστόσο, σύμφωνα με τις επίσημες ανακοινώσεις των διωκτικών αρχών και τα αποτελέσματα των ερευνών στις οποίες συμμετείχαν διεθνείς οργανισμοί, μεταξύ των οποίων το FBI και η Europol, δεν επιβεβαιώθηκαν οι σοβαροί ισχυρισμοί που είχαν τεθεί ενώπιον των αρχών. Η εξέλιξη αυτή δημιούργησε νέα δεδομένα και άνοιξε μια διαφορετική συζήτηση: ποια είναι η ευθύνη όσων διατυπώνουν δημόσιες καταγγελίες όταν αυτές δεν τεκμηριώνονται από τις αρμόδιες έρευνες;

Αντί να αναγνωρίσει ότι οι έρευνες οδήγησαν σε συμπεράσματα διαφορετικά από εκείνα που ο ίδιος προέβαλε, ο κ. Δρουσιώτης επέλεξε να αμφισβητήσει όχι μόνο τους κυπριακούς θεσμούς, αλλά και τα συμπεράσματα διεθνών οργανισμών όπως η Europol και το FBI. Υποστήριξε δημοσίως ότι η εμπλοκή των διεθνών αυτών φορέων δεν υπηρετεί την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης, αλλά αποσκοπεί, κατά την άποψή του, στη συγκάλυψη κυβερνητικών αδυναμιών.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι εύλογο: μπορεί ένας πολίτης ή ένας δημοσιογράφος να αμφισβητεί τους θεσμούς; Η απάντηση είναι ασφαλώς καταφατική. Η κριτική προς την εξουσία αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της δημοκρατίας. Όμως, όταν η αμφισβήτηση επεκτείνεται αδιακρίτως σε όλους τους θεσμούς, στις διωκτικές αρχές, στους διεθνείς οργανισμούς και σε κάθε αποτέλεσμα που δεν επιβεβαιώνει ένα συγκεκριμένο αφήγημα, τότε η δημόσια συζήτηση μετατοπίζεται από την κριτική στην απόλυτη απαξίωση των θεσμών.

Εξίσου σοβαρό είναι και το ζήτημα των συνεπειών για τα πρόσωπα που βρέθηκαν στο επίκεντρο των καταγγελιών. Στη δημοκρατία, η δημόσια έκθεση και η στοχοποίηση ανθρώπων με βαρύτατους υπαινιγμούς συνιστούν εξαιρετικά σοβαρή υπόθεση. Εάν κάποια πρόσωπα θεωρούν ότι υπέστησαν βλάβη της φήμης και της υπόληψής τους, έχουν κάθε δικαίωμα να προσφύγουν στη Δικαιοσύνη και να αναζητήσουν έννομη προστασία. Σε ένα κράτος δικαίου, η τελική κρίση ανήκει στα δικαστήρια και όχι στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή στη δημόσια καταγγελία.

Η υπόθεση αυτή αναδεικνύει και ένα ακόμη ζήτημα, ίσως το σημαντικότερο. Ποια είναι τα κίνητρα της επίμονης και συνολικής αμφισβήτησης όλων των θεσμών από τον κ. Δρουσιώτη; Πρόκειται για μια ειλικρινή, έστω λανθασμένη, πεποίθηση; Πρόκειται για μια πολιτική και δημοσιογραφική επιλογή; Ή μήπως πρόκειται για μια στάση που, ανεξαρτήτως προθέσεων, έχει ως αποτέλεσμα την καλλιέργεια δυσπιστίας και τη διάβρωση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς το κράτος και τους θεσμούς του;

Τα ερωτήματα αυτά δεν συνιστούν κατηγορία. Συνιστούν, όμως, εύλογο αντικείμενο δημόσιου προβληματισμού. Διότι σε μια εποχή κατά την οποία η εμπιστοσύνη στους θεσμούς δοκιμάζεται διεθνώς, η συστηματική αμφισβήτηση κάθε θεσμικής διαδικασίας που δεν επιβεβαιώνει ένα συγκεκριμένο αφήγημα ενδέχεται να έχει σοβαρές επιπτώσεις στη δημόσια ζωή.

Η μάχη για τη διαφάνεια και την αποκάλυψη της διαφθοράς είναι αναγκαία και επιβεβλημένη. Είναι όμως εξίσου αναγκαίος ο σεβασμός στα αποδεικτικά δεδομένα, στις έρευνες των αρμόδιων αρχών και στο τεκμήριο της αθωότητας. Η δημοκρατία δεν μπορεί να λειτουργήσει ούτε με την τυφλή αποδοχή των θεσμών ούτε με τη συλλήβδην απαξίωσή τους.

Γι’ αυτό και η υπόθεση Σάντη δεν πρέπει να οδηγήσει μόνο σε συμπεράσματα για τα γεγονότα που διερευνήθηκαν. Πρέπει να οδηγήσει και σε έναν ευρύτερο αναστοχασμό για τα όρια της δημόσιας καταγγελίας, την ευθύνη του δημόσιου λόγου και τις συνέπειες που μπορεί να έχει η δημιουργία εντυπώσεων όταν αυτές δεν επιβεβαιώνονται από τις αρμόδιες διαδικασίες. Και, πάνω απ’ όλα, πρέπει να μας υπενθυμίσει ότι η αλήθεια σε ένα κράτος δικαίου αποδεικνύεται ενώπιον των θεσμών και της Δικαιοσύνης, όχι μέσω προειλημμένων συμπερασμάτων.