Αναλύσεις

Αντιδράσεις για τον νέο «σκιώδη» ΥΠΕΞ του Τσίπρα

Οι θέσεις του Χάρη Τζήμητρα για Κυπριακό, ΑΟΖ, Αιγαίο και Τουρκία στο μικροσκόπιο

Η επιλογή τοποθέτησης του καθηγητή Διεθνούς Δικαίου Χάρη Τζήμητρα ως υπεύθυνου Εξωτερικής Πολιτικής στο νέο σχήμα τομεαρχών του Αλέξη Τσίπρα δεν πέρασε απαρατήρητη στον ελλαδικό Τύπο και τους πολιτικούς αντιπάλους του πρώην Πρωθυπουργού. Σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης αλλά και δημοσιεύματα ασκείται αυτήν την εβδομάδα έντονη κριτική για τις διάφορες θέσεις που εξέφρασε ο κ. Τζήμητρας κατά το παρελθόν για μια σειρά από εθνικά ζητήματα. Στην Κύπρο είναι φυσικά γνωστός για τις θέσεις του, καθώς υπήρξε εδώ και χρόνια Διευθυντής του Κυπριακού Κέντρου του Ερευνητικού Ινστιτούτου του Όσλο για την Ειρήνη (PRIO).

Τι είναι το PRIO

Το Κυπριακό Κέντρο, που ιδρύθηκε μετά το Σχέδιο Ανάν, το 2005, λειτουργεί ως ανεξάρτητο δικοινοτικό ερευνητικό ίδρυμα και αποτελεί μέρος του Ερευνητικού Ινστιτούτου Ειρήνης του Όσλο (PRIO). Ανήκει κυρίως στον χώρο του φιλελεύθερου διεθνισμού και της φιλελεύθερης ειρηνευτικής προσέγγισης (liberal peacebuilding / liberal internationalism).

Με εντολή της νορβηγικής κυβέρνησης και του κοινοβουλίου, το Κέντρο έχει ως στόχο να συμβάλει στην επίλυση του Κυπριακού, υποστηρίζοντας τόσο τη διαπραγματευτική διαδικασία όσο και τον δημόσιο διάλογο. Μέσα από δίκτυα συνεργασίας και φόρουμ συζήτησης, ακολουθεί την τακτική της επαναπροσέγγισης μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, καθώς και την προώθηση της «περιφερειακής συνεργασίας» στην Ανατολική Μεσόγειο. Το Κέντρο θεωρεί ότι η συμφιλίωση και η «υπέρβαση των διχαστικών αφηγημάτων που δημιουργήθηκαν από δεκαετίες σύγκρουσης και διαχωρισμού» μπορούν να επιτευχθούν μέσω «αντικειμενικής ενημέρωσης και ισορροπημένου διαλόγου».

To συγκεκριμένο Κέντρο χρηματοδοτείται κυρίως από νορβηγικούς δημόσιους πόρους (μέσω του PRIO) και ευρωπαϊκά προγράμματα (EU Aid Programme for the Turkish Cypriot community, Friedrich, Ebert-Stiftung Cyprus), ενώ συμπληρώνεται από διεθνείς Οργανισμούς και ιδρύματα. Σε διάφορα προγράμματα του PRIO του Οslo (όχι στην Κύπρο) εμφανίζονται κατά καιρούς ως χρηματοδότες το Open Society Foundations του Σόρος, το Ford Foundation και το Rockefeller Foundation.

Οικονομίστικη προσέγγιση για Κυπριακό

Σε πρόσφατη συνέντευξη, που παραχώρησε στις 7 Μαΐου 2026, ο κ. Τζήμητρας παρουσιάζει τα ευρήματα ερευνών του PRIO Cyprus Centre, σύμφωνα με τα οποία η μη λύση του Κυπριακού προκαλεί σημαντική οικονομική ζημιά και στις δύο κοινότητες. Όπως σημειώνει, η διαίρεση εμποδίζει τις οικονομίες κλίμακας, αυξάνει το κόστος ενέργειας και περιορίζει την ανταγωνιστικότητα. Υποστηρίζει ότι μια λύση θα δημιουργούσε μεγάλο «μέρισμα ειρήνης», όπως είναι η αύξηση του ΑΕΠ κατά €17,4 δισ. σε 20 χρόνια, επιπλέον €11.000 κατά κεφαλήν και μέση ετήσια ανάπτυξη 4,1% αντί 2,3%. Στο ίδιο πλαίσιο σημειώνει πως θα άνοιγε την τουρκική αγορά στους Ελληνοκυπρίους και την ευρωπαϊκή στους Τουρκοκυπρίους, με οφέλη στον τουρισμό, την εκπαίδευση και τις επενδύσεις. Για την παραμονή του προβλήματος ανεπίλυτου, αποδίδει ευθύνες «σε χαμένες ευκαιρίες», αλλαγή γενεών, περιφερειακές κρίσεις και έλλειψη ρεαλισμού. Τονίζει πως οι προοπτικές βιώσιμης επίλυσής του είναι όλο και πιο δυσοίωνες και οι λύσεις πρέπει να αναζητούνται με γνώμονα το μέλλον.

Η γνωστή προσέγγιση ότι «ο χρόνος δεν δουλεύει υπέρ μας» και η κριτική στις «χαμένες ευκαιρίες» παραγνωρίζουν ουσιαστικά πως το βασικό εμπόδιο παραμένει πολιτικό και όχι οικονομικό. Η οικονομία είναι σημαντική, αλλά ιστορικά δεν αποτέλεσε ικανή συνθήκη για λύση όταν υπάρχουν βαθιές διαφορές σε θέματα ασφάλειας και κυριαρχίας.

Η άποψη για Σχέδιο Ανάν – ΑΟΖ

Για το Σχέδιο Ανάν θεωρεί ότι η απόρριψή του το 2004 από τους Ελληνοκυπρίους ανέδειξε τα όρια του μοντέλου της συνολικής λύσης («τίποτα δεν συμφωνείται μέχρι να συμφωνηθούν όλα»), προτείνοντας μετάβαση σε σταδιακή, τμηματική προσέγγιση με μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης και πρακτική συνεργασία σε επίπεδο βάσης. Στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και το Αιγαίο/ΑΟΖ υποστηρίζει ότι η Τουρκία διαθέτει στρατηγική συνέχεια και ανοίγει μέτωπα ως διαπραγματευτικά χαρτιά, γι’ αυτό χρειάζεται ευελιξία, συμβιβασμούς βασισμένους στη διεθνή νομολογία και συνεργασία (ιδίως στην ενέργεια και τις ΑΠΕ) αντί για αναβολή και μηδενισμό. Συνολικά προωθεί την «ανάγκη ρεαλισμού» και τη χρήση «linkage politics» για να ξεπεραστούν αδιέξοδα, ενώ κρίνει ως αναμενόμενες και σχετικά μετρημένες τις τουρκικές αντιδράσεις σε ζητήματα στρατιωτικοποίησης και παρουσίας στην περιοχή.

Οι θέσεις αυτές μπορεί να κριθούν ώς ένα επίπεδο υποτιμητικές του αναθεωρητικού χαρακτήρα της τουρκικής πολιτικής. Η συνεχής έμφαση στη συνεργασία και την αλληλεξάρτηση παραβλέπει το γεγονός ότι η Τουρκία εξακολουθεί να διατηρεί στρατεύματα κατοχής στην Κύπρο, να αμφισβητεί κυριαρχικά δικαιώματα Ελλάδας και Κυπριακής Δημοκρατίας και να προωθεί τη θεωρία της «Γαλάζιας Πατρίδας». Υπό αυτό το πρίσμα, η αντιμετώπιση της Τουρκίας ως «αναγκαίου εταίρου» στην Ανατολική Μεσόγειο ενέχει τον κίνδυνο εξίσωσης του θύματος με τον παραβάτη και μετατόπισης της συζήτησης από τις παραβιάσεις του Διεθνούς Δικαίου προς την αναζήτηση αμοιβαίων συμβιβασμών.

Θέση για Αιγαίο που ενόχλησε

Στον ελλαδικό Τύπο ήρθαν αυτήν την εβδομάδα στο προσκήνιο παλαιότερες δηλώσεις του κ. Τζήμητρα για τα Ελληνοτουρκικά. Σε συνέντευξή του στο «Βήμα», το 2011, είχε προτείνει η Ελλάδα να σταματήσει συμβολικά για μία ημέρα ή μία εβδομάδα τις αναχαιτίσεις τουρκικών αεροσκαφών στο Αιγαίο, υποστηρίζοντας ότι μια τέτοια κίνηση καλής θέλησης θα μπορούσε να προκαλέσει αντίστοιχη ανταπόκριση από την Τουρκία. Είχε μάλιστα εισηγηθεί τα χρήματα που θα εξοικονομούνταν να διατεθούν σε φιλανθρωπικό σκοπό. Η πρόταση αναδημοσιεύθηκε την ίδια χρονιά και από την τουρκική εφημερίδα Hürriyet, η οποία ανέφερε ότι τα εξοικονομούμενα κονδύλια θα μπορούσαν να δοθούν σε ίδρυμα στην Τουρκία. Ο Τζήμητρας είχε επίσης υποστηρίξει ότι τα προβλήματα στο Αιγαίο, όπως η υφαλοκρηπίδα και οι θαλάσσιες ζώνες, είναι κυρίως τεχνικής φύσης και ότι η επίλυσή τους παρεμποδίζεται από την καχυποψία και τις προκαταλήψεις των δύο πλευρών.

Η παγίδα της «κουλτούρας συνεργασίας»

Ουσιαστικά οι θέσεις του Τζήμητρα απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα διολισθαίνουν προς τη νομιμοποίηση της τουρκικής στρατηγικής της «σταδιακής δημιουργίας τετελεσμένων». H πρότασή του για «ρεαλισμό» και «κουλτούρα συνεργασίας στην ενέργεια» στο Αιγαίο και την ΑΟΖ οδηγεί σε απαράδεκτες παραχωρήσεις ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων χωρίς αντίστοιχη τουρκική υποχώρηση, ενώ η κριτική του στο Σχέδιο Ανάν και η απόρριψη τής συνολικής λύσης υποβαθμίζει το γεγονός ότι το σχέδιο εκείνο περιείχε ήδη σοβαρές εθνικές υποχωρήσεις σε εγγυήσεις, στρατό και εδαφικό. Η έμφαση σε «οικοδόμηση εμπιστοσύνης» και «συνεργασία» με μια χώρα που συνεχίζει την κατοχή και την απειλή πολέμου στην Κύπρο και το Αιγαίο κινδυνεύει να μετατρέψει την Ελλάδα και την Κύπρο σε μόνιμους υποχωρητικούς παίκτες. Εν κατακλείδι, η φιλοσοφία ότι χωρίς συμμετοχή της Τουρκίας δύσκολα μπορεί να υπάρξει σταθερή αρχιτεκτονική ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο αγνοεί ιστορικά διδάγματα και την ανάγκη ισχυρής αποτροπής αντί για διαρκή «ρεαλιστική» προσαρμογή στις τουρκικές απαιτήσεις.