Αναλύσεις

Το μήνυμα της Ολγκίν και το σχέδιο που διαμορφώνεται

Οι δημόσιες παρεμβάσεις των ειδικών απεσταλμένων του ΟΗΕ σπάνια αποτελούν απλές δηλώσεις καλής θέλησης. Κάθε λέξη, κάθε διατύπωση και κάθε παράλειψη συνιστούν μέρος μιας ευρύτερης διπλωματικής στρατηγικής. Το ίδιο ισχύει και για το μήνυμα της προσωπικής απεσταλμένης του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ για το Κυπριακό, Μαρία Άνχελα Ολγκίν , που δημοσιοποιήθηκε μετά την ολοκλήρωση του τελευταίου κύκλου επαφών της.

Σε μια πρώτη ανάγνωση, το κείμενο εκπέμπει αισιοδοξία. Κάνει λόγο για θάρρος, εμπιστοσύνη, κοινό μέλλον και ιστορική ευκαιρία. Όμως, πίσω από τη διπλωματική γλώσσα, διακρίνεται μια πολύ πιο σύνθετη πολιτική επιδίωξη. Η Ολγκίν δεν επιχειρεί απλώς να ενθαρρύνει τις δύο πλευρές να συνεχίσουν τον διάλογο. Προσπαθεί να προετοιμάσει το πολιτικό και ψυχολογικό έδαφος για μια νέα φάση του Κυπριακού, που αν τελικά προχωρήσει, ενδέχεται να διαφοροποιηθεί σημαντικά ως προς τη μεθοδολογία της από όλες τις προηγούμενες διαπραγματεύσεις.

Η πρώτη εντύπωση που προκαλεί το μήνυμα είναι η πλήρης απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στα ζητήματα που μέχρι σήμερα καθόριζαν κάθε δημόσια παρέμβαση του ΟΗΕ. Δεν γίνεται λόγος ούτε για τη διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία ούτε για την απαίτηση της τουρκικής πλευράς περί κυριαρχικής ισότητας και λύσης δύο κρατών. Η επιλογή αυτή δεν αποτελεί παράλειψη. Είναι συνειδητή διπλωματική τακτική. Η προσωπική απεσταλμένη γνωρίζει ότι οποιαδήποτε δημόσια αναφορά στο συμφωνημένο πλαίσιο θα προκαλούσε την άμεση αντίδραση της Άγκυρας και της τουρκοκυπριακής ηγεσίας. Αντίστοιχα, οποιαδήποτε αναφορά στις τουρκικές θέσεις θα δημιουργούσε σοβαρό πολιτικό πρόβλημα στη Λευκωσία. Έτσι, επιλέγει να μεταφέρει τη συζήτηση από τη σύγκρουση επί των αρχών στη δημιουργία πολιτικής δυναμικής.

Η προσέγγιση αυτή δεν είναι καινούργια. Αντίθετα, αποτελεί πλέον τη βασική φιλοσοφία του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ μετά το ναυάγιο του Κρανς Μοντανά. Αντί μιας μεγάλης διάσκεψης, όπου όλα τα κρίσιμα ζητήματα τίθενται ταυτόχρονα στο τραπέζι, προκρίνεται μια σταδιακή διαδικασία οικοδόμησης εμπιστοσύνης, με μικρά αλλά απτά βήματα συνεργασίας. Δεν είναι τυχαίο ότι η Ολγκίν επανέρχεται διαρκώς στη σημασία των Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης. Ουσιαστικά υποστηρίζει ότι χωρίς αλλαγή του πολιτικού κλίματος καμία ουσιαστική διαπραγμάτευση δεν μπορεί να έχει πιθανότητες επιτυχίας.

Το ερώτημα, ωστόσο, είναι βαθύτερο. Γιατί η ειδική απεσταλμένη θεωρεί ότι σήμερα υπάρχει «ιστορική ευκαιρία»; Η απάντηση βρίσκεται έξω από την Κύπρο. Η Ανατολική Μεσόγειος βρίσκεται σε περίοδο μεγάλων γεωπολιτικών ανακατατάξεων. Η αμερικανοϊρανική προσέγγιση, οι προσπάθειες σταθεροποίησης της Μέσης Ανατολής, οι ενεργειακοί σχεδιασμοί, η αυξανόμενη σημασία των θαλάσσιων διαδρόμων και η επιδίωξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αποκτήσει στρατηγική αυτονομία δημιουργούν ένα εντελώς διαφορετικό διεθνές περιβάλλον από εκείνο του 2017. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει τη σταδιακή επαναπροσέγγιση με την Τουρκία. Η αναβάθμιση της τελωνειακής ένωσης, η συνεργασία στο μεταναστευτικό, η άμυνα, η ενέργεια και οι περιφερειακές εξελίξεις αποτελούν ζητήματα που ενδιαφέρουν έντονα τις Βρυξέλλες. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το Κυπριακό αποκτά εκ νέου στρατηγική σημασία. Δεν είναι τυχαίο ότι η Ολγκίν πραγματοποίησε επαφές στις Βρυξέλλες πριν ολοκληρώσει την αποστολή της. Η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται πλέον να διαδραματίσει πολύ πιο ενεργό ρόλο από ό,τι στο παρελθόν, όχι μόνο ως παρατηρητής αλλά και ως πιθανός εγγυητής της εφαρμογής μιας μελλοντικής συμφωνίας.

Η πραγματική καινοτομία, όμως, βρίσκεται αλλού. Από την προσεκτική ανάγνωση τόσο του μηνύματος όσο και των τελευταίων δηλώσεων διεθνών αξιωματούχων προκύπτει ότι ο ΟΗΕ φαίνεται να εγκαταλείπει τη λογική της άμεσης διαπραγμάτευσης του τελικού σχεδίου λύσης. Αντίθετα, επιδιώκει να δημιουργήσει σταδιακά ένα νέο πολιτικό περιβάλλον, μέσα στο οποίο η τελική συμφωνία θα εμφανιστεί ως φυσική κατάληξη και όχι ως αποτέλεσμα έντονων πιέσεων. Με άλλα λόγια, η διαδικασία φαίνεται να προηγείται πλέον της ουσίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο ΟΗΕ εγκαταλείπει το πλαίσιο των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας. Αντίθετα, όλα δείχνουν ότι εξακολουθεί να θεωρεί ως βάση τη διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία. Εκείνο που φαίνεται να αλλάζει είναι η μορφή της. Οι διεθνείς διπλωματικοί κύκλοι συζητούν εδώ και αρκετό καιρό ένα περισσότερο αποκεντρωμένο ομοσπονδιακό μοντέλο, με σημαντικά αυξημένες αρμοδιότητες των δύο συνιστωσών πολιτειών, περιορισμένες εξουσίες της κεντρικής κυβέρνησης και ενισχυμένο ευρωπαϊκό ρόλο στην εφαρμογή της συμφωνίας.

Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να επιτρέψει σε κάθε πλευρά να παρουσιάσει εσωτερικά διαφορετική πολιτική αφήγηση, χωρίς να μεταβληθεί ο πυρήνας του συμφωνημένου διεθνούς πλαισίου. Η Λευκωσία θα μπορεί να υποστηρίζει ότι διατηρείται η μια κυριαρχία, η μια διεθνής προσωπικότητα και η μια ιθαγένεια. Η Άγκυρα και η τουρκοκυπριακή πλευρά θα μπορούν να προβάλλουν ότι οι δύο πολιτείες αποκτούν ουσιαστικά διευρυμένες εξουσίες και ισχυρή πολιτική αυτονομία. Ακριβώς αυτή η δυνατότητα διπλής πολιτικής ανάγνωσης φαίνεται να αποτελεί το βασικό διπλωματικό εργαλείο που εξετάζεται σήμερα.

Παράλληλα, ο ΟΗΕ φαίνεται να επιδιώκει να μεταφέρει μεγάλο μέρος των εγγυήσεων εφαρμογής μιας μελλοντικής συμφωνίας από το παραδοσιακό σύστημα των εγγυητριών δυνάμεων προς ευρωπαϊκούς μηχανισμούς και διεθνείς θεσμούς. Πρόκειται για μια εξέλιξη που συνδέεται άμεσα με την αυξανόμενη συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις διεργασίες του Κυπριακού. Βεβαίως, όλα αυτά παραμένουν ακόμη στο επίπεδο της πολιτικής προετοιμασίας. Οι ουσιαστικές διαφορές όχι μόνο δεν έχουν γεφυρωθεί αλλά εξακολουθούν να παραμένουν εξαιρετικά μεγάλες.

Η Τουρκία εξακολουθεί να επιμένει ότι δεν πρόκειται να επιστρέψει σε συνομιλίες χωρίς προηγούμενη αποδοχή της κυριαρχικής ισότητας. Η ελληνοκυπριακή πλευρά εξακολουθεί να απορρίπτει οποιαδήποτε συζήτηση που θα μπορούσε να θεωρηθεί έμμεση αναγνώριση δύο κυρίαρχων κρατικών οντοτήτων. Η απόσταση αυτή δεν μπορεί να καλυφθεί με ένα αισιόδοξο μήνυμα. Ωστόσο, το κείμενο της Ολγκίν αποκαλύπτει κάτι διαφορετικό. Ο ΟΗΕ θεωρεί ότι οι διεθνείς συνθήκες ενδέχεται να ωθήσουν τις δύο πλευρές σε μεγαλύτερη ευελιξία απ' όση επέδειξαν στο παρελθόν. Η ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης, οι αμερικανικές επιδιώξεις στην Ανατολική Μεσόγειο, η νέα ευρωπαϊκή πολιτική έναντι της Τουρκίας και η γενικότερη ανάγκη σταθερότητας στη Μέση Ανατολή δημιουργούν ισχυρά εξωτερικά κίνητρα για επανεκκίνηση της διαδικασίας.

Αυτός είναι πιθανότατα και ο λόγος για τον οποίο η προσωπική απεσταλμένη μιλά για ιστορική ευκαιρία. Δεν αναφέρεται τόσο στις σχέσεις μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων όσο στις πρωτόγνωρες γεωπολιτικές συνθήκες που διαμορφώνονται στην ευρύτερη περιοχή. Εάν αυτές οι διεθνείς εξελίξεις μετατραπούν σε συγκεκριμένα πολιτικά και οικονομικά κίνητρα προς όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές, τότε ίσως δημιουργηθεί η δυναμική που σήμερα απουσιάζει.

Το μήνυμα της Ολγκίν, επομένως, δεν αποτελεί απλή έκκληση για αισιοδοξία. Συνιστά την πρώτη δημόσια ένδειξη ότι τα Ηνωμένα Έθνη προετοιμάζουν μια διαφορετική μεθοδολογία προσέγγισης του Κυπριακού. Όχι μέσω ενός νέου «σχεδίου λύσης» που θα παρουσιαστεί αιφνιδιαστικά, αλλά μέσω μιας σταδιακής διαδικασίας πολιτικής σύγκλισης, που η Ευρωπαϊκή Ένωση, οι περιφερειακές εξελίξεις και οι διεθνείς γεωπολιτικές ισορροπίες θα διαδραματίσουν πολύ σημαντικότερο ρόλο από ό,τι σε κάθε προηγούμενη προσπάθεια.

Συμπερασματικά, το εάν αυτή η στρατηγική θα οδηγήσει πράγματι σε επανέναρξη ουσιαστικών συνομιλιών ή θα αποτελέσει ακόμη μια χαμένη ευκαιρία θα κριθεί τους επόμενους μήνες. Εκείνο, όμως, που ήδη διαφαίνεται είναι ότι πίσω από τις προσεκτικά επιλεγμένες λέξεις της Ολγκίν διαμορφώνεται μια νέα προσέγγιση του ΟΗΕ, που επιχειρεί να συμβιβάσει τις πάγιες αρχές του διεθνούς οργανισμού με τις νέες γεωπολιτικές πραγματικότητες της Ανατολικής Μεσογείου.

*Καθηγητής-ανθρωπολόγος στο Philips University, πρώην Πρύτανης