Ανθρώπινες Ιστορίες

Έζησε την εισβολή στα 12 του και ακόμη αναζητά τον αδελφό του

Από τις πρώτες ώρες της τουρκικής εισβολής μέχρι τη σύλληψη της οικογένειάς του και την εξαφάνιση του αδελφού του, ο Κώστας Έλληνας καταθέτει μια συγκλονιστική προσωπική μαρτυρία

Πενήντα δύο χρόνια μετά την τουρκική εισβολή, οι πληγές της κυπριακής τραγωδίας παραμένουν ανοιχτές για εκατοντάδες οικογένειες που εξακολουθούν να αναζητούν απαντήσεις για την τύχη των αγαπημένων τους. Ανάμεσά τους βρίσκεται και ο Κώστας Έλληνας, από την κατεχόμενη Κυθραία, ο οποίος κουβαλά από παιδί το βάρος της απώλειας του 18χρονου αδελφού του, Μιλτιάδη, τα ίχνη του οποίου χάθηκαν τον Σεπτέμβριο του 1974, λίγες εβδομάδες μετά τη δεύτερη φάση της τουρκικής εισβολής.

Σε συνέντευξη του στη «Σημερινή», ο κ. Έλληνας ξεδιπλώνει τις μνήμες μιας ζωής σημαδεμένης από τον πόλεμο, περιγράφει τις δραματικές στιγμές που έζησε η οικογένειά του, μιλά για τον πολυετή αγώνα αναζήτησης του αδελφού του και στέλνει το δικό του μήνυμα, ώστε το δράμα των αγνοουμένων να μη λησμονηθεί ποτέ.

Κύριε Έλληνα, για να σας γνωρίσουν καλύτερα οι αναγνώστες μας, θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια για εσάς και τον τόπο καταγωγής σας;

Κατάγομαι από την Κυθραία, μια κοινότητα με έξι χιλιάδες χρόνια ιστορικής παρουσίας, και ένα από τα εννέα βασίλεια της αρχαίας Κύπρου. Βρίσκεται στα 8 χιλιόμετρα απέναντι από τη Λευκωσία και ξεκινά από τους πρόποδες του Πενταδακτύλου με προσανατολισμό την πεδιάδα της Μεσαορίας. Ήταν μια ακμάζουσα κοινότητα μέχρι την ημέρα κατάληψής της από τον τουρκικό στρατό εισβολής, την 14η Αυγούστου 1974. Είχε πέραν των 4 χιλιάδων μόνιμων κατοίκων που κατοικούσαν στις 7 ενορίες της κοινότητας.

Πόσων ετών ήσασταν όταν εκδηλώθηκε η τουρκική εισβολή του 1974 και ποιες είναι οι πρώτες εικόνες που έχουν μείνει χαραγμένες στη μνήμη σας;

Η 20ή Ιουλίου 1974 με βρίσκει στην ηλικία των 12 ετών. Είχα προλάβει ν’ αποφοιτήσω από το Δημοτικό Σχολείο της Ενορίας Χαρδακιωτίσσης Κυθραίας, που ήταν η ενορία μου, και, αφού παρακάθισα σε γραπτές προεισαγωγικές εξετάσεις, πέτυχα ένταξη στο Γυμνάσιο Κυθραίας, χαράσσοντας στο μυαλό μου όνειρα και προσδοκίες για τη συνέχεια.

Το πρωϊνό της 20ής Ιουλίου 1974, εμένα και την αδελφή μου Κατερίνα, που ήταν 14 ετών τότε, μας ξύπνησε απότομα η μάνα μας Ιωάννα, γύρω στις πεντέμισι το πρωί, για να μας δείξει τα τουρκικά μεταγωγικά αεροπλάνα που κινούνταν το ένα πίσω από το άλλο σε σχηματισμούς και πολύ χαμηλά πάνω από τον ορίζοντα των βουνών μας. Ένα κύμα φόβου απλώθηκε στην ψυχή μας. Δεν άργησε να φανεί καλά καλά ο ήλιος και τα πρώτα βομβαρδιστικά πέρασαν με την βία από πάνω μας και στη συνέχεια άλλα τόσα και τόσα. Ο φόβος έγινε πλέον μόνιμος, αλλά και ο πανικός ατέλειωτος.

Μετά ακολούθησε το διάγγελμα του Υπουργού Αμύνης και τα πρώτα εμβατήρια. Αφού ταΐσαμε τα ζώα μας και τα μαντρίσαμε, πήραμε τον δρόμο για το άλλο μας το σπίτι, που ήταν κοντά στην εκκλησία και εντός του αστικού ιστού της κοινότητας για την άμεση ανάγκη για ασφάλεια.

Τι ακολούθησε μετά τις πρώτες επιθέσεις και πώς το ζήσατε εσείς και η οικογένειά σας;

Γύρω στο 4 το απόγευμα βρίσκομαι μαζί με πολλούς άλλους έξω από το Δημοτικό Σχολείο μου. Τα πρώτα λαντ-ρόβερ της Εθνικής Φρουράς φέρνουν τους πρώτους βαριά λαβωμένους εθνοφρουρούς από τις μάχες στο Μπενγκοΐζ, Επιχώ και Τζιάος. Το σχολείο μετατρέπεται σε έκτακτο νοσοκομείο. Ακολουθούν και άλλες αφίξεις. Κατάσταση χάους. Αλλοφροσύνης. Κυράδες προσφέρουν παγωμένο νερό στους φαντάρους και αυτοί εξαντλημένοι με ξηραμένα χείλη δεν το δέχονται με ευκολία. Έννοια τους είναι να ξαναγεμίσουν τους γεμιστήρες τους με σφαίρες για την επιστροφή. Τους ρωτούν: Από πού είσαι παιδί μου και ο ένας απαντά από τον Γερόλακκο, ο άλλος από την Άχνα και άλλος από τον Πεδουλά. Απόλυτο το χάος. Πανικός.

Ήρθε και η νύκτα και έφερε τον φόβο των νυκτερινών αεροπορικών βομβαρδισμών. Διανυκτερεύσαμε στο σπίτι μας εντός του αστικού ιστού και την επομένη επιστρέψαμε στην αγροικία μας για να φροντίσουμε τα ζώα μας. Ο φόβος για το τι πρόκειται να ακολουθήσει και τις συνέπειες που θα προκύψουν, ρίζωσε βαθιά μέσα στην ψυχή μου. Πολλά τα ερωτήματα, αλλά δύσκολες οι απαντήσεις.

Στις επόμενες μέρες, είχαν διασταυρώσει τον Πενταδάκτυλο οι πρώτοι κυνηγημένοι πρόσφυγες από την Επαρχία της Κερύνειας, κατηφορίζοντας για το άγνωστο. Ο φόβος και ο πανικός έχουν μόνιμα εγκατασταθεί μέσα στην ψυχή μας.

Την 24η Ιουλίου, αμέσως μια μέρα μετά την οριστική κατάληψη της Κερύνειας, αργά το απόγευμα, 13 φορτηγά Bedford της Εθνικής Φρουράς πέρασαν από τον κεντρικό δρόμο της κοινότητας, κατευθυνόμενα προς το Γενικό Νοσοκομείο της Λευκωσίας, πλήρως φορτωμένα από τραυματίες, ίσως και νεκρούς από τα πεδία των μαχών.

Υπήρχε παράλληλα και η βαθιά ανησυχία για τον 26χρονο τότε έφεδρο στρατιώτη και αδελφό μου Σπύρο, που για αρκετές μέρες με αγωνία δεν είχαμε κανένα νέο για την τύχη του.

Αναγκαστήκατε να εγκαταλείψετε το σπίτι και τον τόπο σας; Πώς θυμάστε εκείνη τη στιγμή και όσα ακολούθησαν;

Με την έναρξη της δεύτερης φάσης της τουρκικής εισβολής, την Τετάρτη, 14 Αυγούστου 1974, ο πατέρας, η μητέρα, ο παππούς, ο αδελφός μου Μιλτιάδης που ήταν 18 ετών, η αδελφή μου Κατερίνα και εγώ παραμείναμε όλοι μαζί στα χωράφια μας, που απείχαν γύρω στο ένα χιλιόμετρο από τον κεντρικό δρόμο του χωριού. Ο κυριότερος λόγος που ώθησε τον πατέρα μου να μη φύγει με την υπόλοιπη κοινότητα και να παραμείνει, ήταν τα πολλά ζώα που είχαμε και κυρίως μια αγελάδα, που επρόκειτο να γεννήσει εκείνες τις μέρες. Επίσης, όπως πάρα πολλοί εκτιμούσαν εκείνες τις μέρες, επρόκειτο για μια προσωρινά ανώμαλη κατάσταση, η οποία με την πάροδο λίγων ημερών θα επανερχόταν σε πλήρη ομαλότητα.

Παραμείναμε στα χωράφια μας κρυμμένοι κάτω από τα πυκνά φύλλα των δέντρων, για τρεις ολόκληρες εβδομάδες μέχρι την Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου 1974. Γύρω στις 10 το πρωί δεχθήκαμε την επίθεση με πολυβολισμούς από 100 περίπου πάνοπλους Τούρκους στρατιώτες. Αφού μας ακινητοποίησαν, έδεσαν με τα σχοινιά των ζώων μας τον αδελφό μου και τον γείτονα μαζί και προχωρήσαμε προς το σπίτι. Εκεί μας είπαν ότι πρέπει ν’ αφήσουμε ό,τι έχουμε και να τους ακολουθήσουμε.

Χωρίς να πάρουμε οτιδήποτε μαζί μας, προχωρήσαμε πεζοί, μέσα στο καυτό μεσημέρι του Σεπτέμβρη, μπροστά Τούρκοι στρατιώτες, στη μέση εμείς και πίσω άλλοι τόσοι προς άγνωστη κατεύθυνση.

Ποιος από την οικογένειά σας συγκαταλέγεται στους αγνοουμένους της τουρκικής εισβολής;

Ο αδελφός μου Μιλτιάδης, που ήταν 18 ετών, συγκαταλέγεται στους αγνοουμένους της τουρκικής εισβολής. Με την έναρξη της δεύτερης φάσης της εισβολής, την Τετάρτη, 14 Αυγούστου 1974, ο πατέρας, η μητέρα, ο παππούς, ο αδελφός μου Μιλτιάδης, η αδελφή μου Κατερίνα και εγώ, παραμείναμε όλοι μαζί στα χωράφια μας. Μαζί μας βρισκόταν από την πρώτη στιγμή και ο γείτονάς μας Καλλής Γιαπανάς.

Παραμείναμε στα χωράφια μας κρυμμένοι κάτω από τα πυκνά φύλλα των δέντρων για τρεις ολόκληρες βδομάδες, μέχρι την Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου 1974, όταν δεχθήκαμε την επίθεση από Τούρκους στρατιώτες και συλληφθήκαμε.

Αφού φθάσαμε στον Αστυνομικό Σταθμό της Κυθραίας, μας έβαλαν όλους μαζί σε ένα κελί. Αργότερα, εγώ, η αδελφή μου και η μητέρα μου μεταφερθήκαμε στο Δημοτικό Σχολείο της Βώνης, που ήταν χώρος συγκέντρωσης για τα γυναικόπαιδα. Την επόμενη μέρα συνάντησα τον πατέρα μου και τον γείτονα Καλλή Γιαπανά. Όταν τον ρώτησα για την τύχη του αδελφού μου, απάντησε ότι μετά τη μεταφορά τους από τον Αστυνομικό Σταθμό της Κυθραίας, δεν γνώριζε οτιδήποτε για την τύχη του.

Είναι λοιπόν φανερό ότι από τον χώρο του Αστυνομικού Σταθμού της Κυθραίας, τα ίχνη του αδελφού μου εξαφανίζονται και μέχρι σήμερα καμιά ενημέρωση δεν έχουμε για την τύχη του.

Πώς ξεκίνησε η αναζήτηση του αγνοούμενου αδελφού σας;

Η αναζήτηση του αγνοούμενου αδελφού μου, αναγκαστικά, εντάχθηκε μέσα στην ευρύτερη δυσκολία του ζητήματος αφού μέχρι το 1981 η τουρκική πλευρά παρουσίαζε μιαν ανελαστική και αδιάλλακτη συμπεριφορά. Συμφωνήθηκε η έναρξη λειτουργίας της ΔΕΑ υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών και οι πρώτες εκταφές άρχισαν γύρω στο 2001.

Γύρω στο 2008 έρχομαι σε επαφή με την πρόσφατα εκλιπούσα πρωτοπόρο Τουρκοκύπρια δημοσιογράφο Sevgul Ulutag και τον επίσης μεγάλο και πιστό φίλο των αγνοουμένων μας, μακαριστό Ξενοφώντα Καλλή. Γύρω στο 2013 μού κάνουν γνωστό ότι μαζί έκαναν έφοδο στον Αστυνομικό Σταθμό αναζητώντας σημάδια για τον αδελφό μου.

Προέκυψαν ποτέ πληροφορίες για την τύχη του αδελφού σας;

Λίγο αργότερα, μετά τις προσπάθειες που έγιναν για τη συλλογή στοιχείων, με πληροφόρησαν ότι υπήρχαν αδιασταύρωτες και ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες για την εκτέλεσή του, την ίδια μέρα της σύλληψής του. Ωστόσο, μέχρι σήμερα δεν έχει προκύψει οτιδήποτε που να επιβεβαιώνει αυτές τις πληροφορίες. Μέχρι σήμερα έχουν γίνει τρεις εκταφές και ήμουν παρών στις δύο από αυτές, χωρίς να προκύψει θετικό αποτέλεσμα. Ο αγώνας συνεχίζεται.

Πότε ενημερωθήκατε από τις αρμόδιες υπηρεσίες για τις εξελίξεις στην υπόθεσή τους και πώς βιώσατε εκείνη τη στιγμή;

Ουδέποτε μέχρι σήμερα είχα επίσημη πληροφόρηση για την εξέλιξη της υπόθεσής μου. Όπως ανέφερα και προηγουμένως, μέχρι σήμερα έχω γράψει δεκάδες σημειώματα προς όλες τις κατευθύνσεις. Έδωσα αγώνα και προσπάθεια με τον τότε λ.χ. Προεδρικό Επίτροπο, κ. Φώτη Φωτίου, ώστε να ενταχθεί και ο Αστυνομικός Σταθμός της Κυθραίας στις περιοχές για επικείμενες εκταφές… Έστειλα φωτογραφίες όπως ήταν ο Αστυνομικός Σταθμός το 1974 στον Εκπρόσωπο τότε της ΔΕΑ, κ. Ηλία Γεωργιάδη… Είναι ένας αγώνας χωρίς σταματημό και δεν πρόκειται ποτέ να σταματήσει, μέχρι τη στιγμή που θα διευκρινιστεί η τύχη του αδελφού μου. Βρίσκομαι σε διαρκή διαβούλευση με τον παρόντα εκπρόσωπο της Ελληνοκυπριακής Πλευράς στη ΔΕΑ, κ. Λεωνίδα Παντελίδη και τελευταίως, στις 17 Ιουνίου 2025, στο πλαίσιο των αγώνων μου και των προσπαθειών μου, με συνόδευσε στις κατεχόμενες περιοχές σε κατ’ ιδίαν συνάντηση με τον επίσης Τουρκοκύπριο αντιπρόσωπο στη ΔΕΑ, κ. Hakki Muftouzateh. Είναι ένα απλήρωτο χρέος προς αυτόν και τους γονείς μας που έφυγαν με την αγωνία για την τύχη του.

Πενήντα δύο χρόνια μετά, τι σημαίνει για εσάς η μνήμη των αγνοουμένων και ποιο μήνυμα θέλετε να στείλετε στις νεότερες γενιές;

Το ζήτημα των αγνοουμένων μας είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τις προσπάθειες επίλυσης του κυπριακού ζητήματος. Παρά τον απόλυτο ανθρωπιστικό του χαρακτήρα, εντούτοις, δεν μπορεί να νοηθεί βιώσιμη και σταθερή επίλυση του πολιτικού μας ζητήματος, αν δεν θεραπευτούν πρωτίστως οι αιτίες που το προκάλεσαν.

Δυστυχώς, μέχρι σήμερα, η Τουρκία με τη στάση της δεν βοηθά στην επίλυση του ζητήματος των αγνοουμένων μας. Εδώ και 52 ολόκληρα χρόνια αναμένω μιαν απάντηση να μου δώσουν στο πλαίσιο της λειτουργίας της ΔΕΑ για το τι απέγινε κατά την Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου 1974 και μετέπειτα. Είναι ανθρώπινο δικαίωμά μας να ξέρουμε, καταγεγραμμένο στη Χάρτα λειτουργίας των Ηνωμένων Εθνών και στη Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Ελευθεριών.

Συμμετέχω τα τελευταία χρόνια στην Παγκύπρια Επιτροπή Συγγενών Αγνοουμένων και Αδηλώτων Αιχμαλώτων, σε μια συνολική προσπάθεια να κρατηθεί το θέμα ζωντανό μέχρι την επίλυσή του και μέσα στην Κυβέρνηση και μέσα στην κοινωνία.

Έχουμε απλήρωτο χρέος σε κάθε αγνοούμενο, πολίτη ή στρατιώτη, νέο, γέρο ή παιδί, να κρατηθεί η μνήμη ζωντανή και το θέμα επίκαιρο.

Εγώ, προσωπικά, έχω παραστεί σε αρκετά σχολεία, Δημοτικά, Γυμνάσια και Λύκεια, μιλώντας για το ζήτημα, κάνοντας διαλέξεις και παρουσιάσεις ώστε να καταστεί γνωστό το θέμα και να μην ξεχαστεί από τη νέα γενιά.

Δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να επιτρέψουμε να ξεχαστεί το δράμα των αγνοουμένων και των συγγενών τους. Είναι χρέος μας όταν εξακολουθεί να είναι σε εκκρεμότητα, να παραδίδεται από γενιά σε γενιά, ειδικότερα τώρα που πάρα πολλοί γονείς αλλά ακόμα και αδέλφια δεν ζουν ανάμεσά μας. Τα 52 χρόνια της κατοχής δεν θα πρέπει να είναι εμπόδιο αλλά αφορμή για συνέχεια. Η κοινωνία οφείλει να το πάρει ως κληρονομιά και να το παλέψει με όλη τη δύναμή της.