Αναλύσεις

Δημογραφικό και οικογένεια: η ώρα των αποφάσεων

Οι γεννήσεις του σήμερα είναι οι εισφορές, οι εργαζόμενοι και οι συντάξεις του αύριο.

Το φθινόπωρο του 2026 ενδέχεται να αποτελέσει σημείο καμπής για τη δημογραφική και οικογενειακή πολιτική της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Για πρώτη φορά μετά από δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια ανοίγει ουσιαστικά η συζήτηση για την αναθεώρηση του Επιδόματος Τέκνου και των εισοδηματικών κριτηρίων που θεσπίστηκαν το 2012, σε μια εντελώς διαφορετική οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα από εκείνη της περιόδου του μνημονίου.

Την ίδια στιγμή ξεκινά και η μεγάλη συζήτηση για τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος, με κοινή πλέον παραδοχή ότι η υπογεννητικότητα και η γήρανση του πληθυσμού αποτελούν από τις σημαντικότερες απειλές για τη μακροχρόνια βιωσιμότητά του.

Οι δύο αυτές συζητήσεις συνδέονται πολύ περισσότερο απ' όσο συχνά αντιλαμβανόμαστε.

Οι γεννήσεις του σήμερα είναι οι εισφορές του αύριο

Οι εργαζόμενοι που θα στηρίζουν το συνταξιοδοτικό σύστημα το 2050 και το 2060 βρίσκονται σήμερα στα παιδικά δωμάτια, στα σχολεία και στις οικογένειες που επωμίζονται το κόστος της ανατροφής τους.

Και όμως, την ίδια στιγμή που η κοινωνία αναγνωρίζει ότι η βιωσιμότητα των κοινωνικών ασφαλίσεων εξαρτάται από τις επόμενες γενιές, οι οικογένειες που επιλέγουν να αποκτήσουν περισσότερα παιδιά συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν σημαντικά εμπόδια στην πρόσβασή τους στη στήριξη του κράτους.

Η πραγματικότητα αυτή αποτυπώνεται και μέσα στην ίδια την Παγκύπρια Οργάνωση Πολυτέκνων

Η Οργάνωση ολοκληρώνει αυτή την περίοδο μια ευρεία διαδικασία ανανέωσης των συλλογικών και θεσμικών της οργάνων μέσα από τις τοπικές, επαρχιακές και κεντρικές εκλογικές διαδικασίες.

Οι εκλογικές διαδικασίες στις τοπικές και επαρχιακές επιτροπές έχουν ήδη ολοκληρωθεί, με ιδιαίτερα αυξημένη συμμετοχή νέων πολύτεκνων γονέων με εξαρτώμενα παιδιά, ενώ στις 27 Σεπτεμβρίου 2026 αναμένεται να ολοκληρωθεί και η εκλογή της νέας εννεαμελούς Κεντρικής Γραμματείας.

Η αυξημένη συμμετοχή νέων πολύτεκνων γονέων δεν αποτελεί απλώς μια οργανωτική εξέλιξη και διασφάλιση της συνέχισης λειτουργίας της Οργάνωσης. Αποτελεί το φυσιολογικό επακόλουθο της ανάγκης των ίδιων των οικογενειών που μεγαλώνουν σήμερα παιδιά να συμμετέχουν ενεργά στη διαμόρφωση των θέσεων και των διεκδικήσεων της Οργάνωσης.

Το βασικό ερώτημα που τίθεται πλέον είναι απλό:

Πώς είναι δυνατόν η πρόσβαση στη στήριξη να γίνεται δυσκολότερη όσο μεγαλώνει μια οικογένεια;

Πώς είναι δυνατόν τα ίδια εισοδηματικά όρια των €49.000 και τα ίδια περιουσιακά κριτήρια ύψους €1,2 εκατομμυρίου να εφαρμόζονται είτε μια οικογένεια έχει ένα παιδί είτε δέκα παιδιά για τη συνεχή πρόσβαση στη στήριξη της οικογένειας;

Πώς είναι δυνατόν οι αυξημένες ανάγκες μιας μεγάλης οικογένειας να μην λαμβάνονται ουσιαστικά υπόψη ούτε στο ύψος των παροχών ούτε στα κριτήρια πρόσβασης;

Πώς είναι δυνατόν η πρόσβαση στη στήριξη να γίνεται δυσκολότερη όσο αυξάνεται ο αριθμός των παιδιών;

Πώς είναι δυνατόν τα ίδια αυτά κριτήρια να παραμένουν ουσιαστικά αμετάβλητα επί δεκαπέντε χρόνια παρά την εκτίναξη του κόστους στέγασης, εκπαίδευσης και διαβίωσης;

Και τέλος, πώς είναι δυνατόν η Πολιτεία να συνεχίζει να αυξάνει τους προϋπολογισμούς των παροχών χωρίς προηγουμένως να διορθώνει τις αδικίες που πλήττουν περισσότερο τις οικογένειες με τις μεγαλύτερες ανάγκες;

Οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί.

Οι κυπριακές πολύτεκνες οικογένειες που λάμβαναν κρατική στήριξη μειώθηκαν από 10.065 το 2012 σε μόλις 3.166 το 2024, γεγονός που αποτυπώνει με σαφήνεια τη σταδιακή αποδυνάμωση της στήριξης προς τις μεγάλες οικογένειες κατά την τελευταία δεκαπενταετία.

Η πραγματικότητα αυτή δεν περιορίζεται μόνο στα εισοδηματικά κριτήρια του επιδόματος τέκνου.

Οι πολύτεκνες οικογένειες βίωσαν τα τελευταία χρόνια μια σειρά από σωρευτικές απώλειες και περιορισμούς στη στήριξη που παραδοσιακά παρείχε η Πολιτεία προς τις μεγάλες οικογένειες.

Μεταξύ άλλων, καταγράφεται η απώλεια της πρόσβασης στο πολυτεκνικό όχημα για σημαντικό αριθμό οικογενειών, η κατάργηση του τιμητικού επιδόματος πολύτεκνης μητέρας, καθώς και η απουσία ουσιαστικής κλιμάκωσης των παροχών ανάλογα με τον αριθμό των παιδιών ακόμη και για τις οικογένειες που εξακολουθούν να λαμβάνουν στήριξη.

Σε πολλές περιπτώσεις, η αύξηση των αναγκών που συνεπάγεται η ανατροφή περισσότερων παιδιών δεν αντικατοπτρίζεται ούτε στο ύψος των παροχών ούτε στα κριτήρια πρόσβασης σε αυτές.

Το αποτέλεσμα είναι οι οικογένειες με τις μεγαλύτερες υποχρεώσεις να λαμβάνουν αναλογικά μικρότερη στήριξη από αυτή που επιβάλλουν οι πραγματικές τους ανάγκες.

Οι πολύτεκνες οικογένειες είχαν κάθε λόγο να αναμένουν ότι θα βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή της αποκατάστασης των μνημονιακών αδικιών του 2012.

Δεκαπέντε χρόνια αργότερα εξακολουθούν να περιμένουν, χωρίς ακόμη να διαφαίνεται συγκεκριμένος χρονικός ορίζοντας για την ουσιαστική αποκατάσταση των στρεβλώσεων που τις επηρεάζουν.

Ενώ θα ανέμενε κανείς ότι οι οικογένειες που επενδύουν περισσότερο στο δημογραφικό μέλλον της χώρας θα στηρίζονταν περισσότερο, στην πράξη συνέβη συχνά το αντίθετο.

Η συζήτηση για το συνταξιοδοτικό σύστημα δημιουργεί σήμερα μια νέα ευκαιρία για επαναξιολόγηση αυτής της πραγματικότητας.

Εάν η χαμηλή γεννητικότητα αποτελεί πράγματι μία από τις βασικές αιτίες των προβλημάτων βιωσιμότητας των κοινωνικών ασφαλίσεων, τότε η πολιτική για τις γεννήσεις και η πολιτική για τις συντάξεις δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως δύο ανεξάρτητα ζητήματα.

Η στήριξη της οικογένειας δεν αποτελεί κοινωνική δαπάνη

Αποτελεί επένδυση.

Επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό της χώρας, στην οικονομία, στο κοινωνικό κράτος και τελικά στη βιωσιμότητα του ίδιου του συνταξιοδοτικού συστήματος.

Οι πολύτεκνες οικογένειες δεν ζητούν προνόμια.

Δεν ζητούν ειδική μεταχείριση.

Ζητούν να τερματιστεί η αδικία που υφίστανται τα παιδιά των μεγάλων οικογενειών και να εφαρμοστεί ένα σύστημα που να λαμβάνει υπόψη τη σύνθεση της οικογένειας, ώστε όλα τα παιδιά να έχουν ίσες ευκαιρίες ανεξάρτητα από τον αριθμό των αδελφών τους.

Η δημογραφική πολιτική δεν μπορεί να αποτελεί μόνο αντικείμενο διακηρύξεων.

Οφείλει να μετατραπεί σε συγκεκριμένες πολιτικές αποφάσεις.

Γιατί οι αποφάσεις που θα ληφθούν τα επόμενα χρόνια δεν αφορούν μόνο τις σημερινές οικογένειες.

Αφορούν το δημογραφικό, κοινωνικό και οικονομικό μέλλον της Κυπριακής Δημοκρατίας για τις επόμενες δεκαετίες.

* Έφορος Δημοσίων Σχέσεων Παγκύπρια Οργάνωση Πολυτέκνων