Αναλύσεις

Σκέψεις γύρω από ένα μνημόσυνο

Κάθε εθνικό μνημόσυνο δεν είναι απλώς τελετή μνήμης. Είναι πράξη αυτογνωσίας. Μας αναγκάζει να κοιτάξουμε όχι μόνο τους νεκρούς, αλλά και τους ζωντανούς, Όχι μόνο την ιστορία, αλλά και το παρόν μας. Το μνημόσυνο του Τάσου Ισαάκ και του Σολωμού Σολωμού, δύο σύγχρονων ηρώων που αναμετρήθηκαν με τον θάνατο για την αξιοπρέπεια του λαού μας, λειτουργεί ως καθρέφτης μιας εποχής που μοιάζει να έχει χάσει τον ηθικό προσανατολισμό της.

Ζούμε όντως σε μια αντιηρωική εποχή. Η υπερβολή, ο ατομικισμός, η ανθρωποφαγία, η φιλοκερδία και η αρρωστημένη αυτοπροβολή, έχουν υποκαταστήσει την έννοια της προσφοράς. Η κοινωνία μας, κουρασμένη από διαψεύσεις και μικροπολιτικές συγκρούσεις, μοιάζει να έχει αποδεχθεί ως φυσιολογικό, το παράλογο. Η δημοκρατία, αντί να είναι πεδίο ευθύνης, γίνεται συχνά πεδίο θεατρινισμού. Οι θεσμοί απαξιώνονται όχι μόνο από τους εχθρούς τους, αλλά και από εκείνους που υποτίθεται ότι τους υπηρετούν.

Η διαφθορά παραμένει ατιμώρητη, σαν εξόριστη στις ελληνικές καλένδες. Η ατιμωρησία γίνεται ύφαλος που υπονομεύει εσωτερικά τις αντιστάσεις ενός λαού που ήδη βάλλεται εξωτερικά για να αποδεχθεί ό,τι μαγειρεύεται για αυτόν, χωρίς αυτόν. Και μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι ικανοί συχνά εξοντώνονται για να προωθηθούν οι επιτήδειοι — οι ειδικοί στην κολακεία, στο γλείψιμο, στην οσφυοκαμψία. Η μετριότητα μετατρέπεται σε κανόνα, ενώ η αξιοκρατία σε εξαίρεση. Το πνεύμα ομαδικότητας καταρρέει, για να εξυπηρετηθούν προσωπικοί στόχοι.

Δεν είναι τυχαίο ότι εμφανίζονται φαιδρές «προσωπικότητες» που ενδύονται τον μανδύα του δήθεν επαναστάτη. Εκλέγονται από ομοϊδεάτες, «επαναστάτες του γλυκού νερού», ανθρώπους που δεν έχουν δαπανήσει ούτε φαιά ουσία ούτε χρόνο για τα κοινά, αλλά αίφνης γίνονται κριτές των πάντων. Η κριτική τους δεν είναι φωνή ευθύνης, αλλά εργαλείο μηδενισμού και υπόσκαψης. Δεν χτίζουν. Χαλούν. Δεν υπηρετούν. Εξυπηρετούν. Και το χειρότερο, γίνονται αρεστοί στους επιτήδειους τρίτους που εργάζονται παρασκηνιακά για να καταλύσουν ό,τι στέκει όρθιο για δικούς τους ευτελείς σκοπούς.

Εδώ αναδύεται το μεγάλο πολιτικοφιλοσοφικό ερώτημα: ποια είναι η ουσιαστική διάκριση ανάμεσα σε μια ώριμη κοινωνία μορφωμένων και όχι απλώς σπουδασμένων, αφού στην Κύπρο οι πτυχιούχοι ευδοκιμούν και «οι παντογνώστες επί παντός επιστητού» συνιστούν πλειοψηφία των κοινωνικών δικτύων;

Κι εδώ έγκειται η μεγάλη διαφορά. Οι σπουδασμένοι μαζεύουν χαρτιά. Οι μορφωμένοι καλλιεργούν τον εσωτερικό τους κόσμο. Οι σπουδασμένοι ξέρουν πολλά. Οι μορφωμένοι καταλαβαίνουν πολλά. Η ατομική και συλλογική μόρφωση είναι ποιότητα ψυχής, βάθος, κρίση, ευαισθησία, ανθρωπιά, ενσυναίσθηση — όχι συλλογή τίτλων.

Η πολιτική, όταν ασκείται από μορφωμένους, γίνεται τέχνη του κοινού καλού. Όταν ασκείται από σπουδασμένους χωρίς μόρφωση, γίνεται μηχανισμός προσωπικής προβολής. Η δημοκρατία απαιτεί ανθρώπους με εσωτερικό βάθος, όχι ανθρώπους με εξωτερικά διαπιστευτήρια.

Και ίσως εδώ πρέπει να μας προβληματίσει η ρήση του Ντοστογιέφσκι, αν φτάσαμε ήδη στην εποχή όπου «η ανοχή θα φτάσει σε τέτοιο επίπεδο που θα απαγορεύεται στους ευφυείς να κάνουν οποιαδήποτε σκέψη, ώστε να μην προσβάλλουν τους ηλίθιους». Ή ακόμη, αν η κάθε λογής «βαρβαρότητα, μεταμφιεσμένη κάτω από άνομες συμμαχίες», έρχεται — κατά τον Νομπελίστα Οδυσσέα Ελύτη — για την «καθυπόταξη του ανθρώπου, τον πλήρη εξευτελισμό και την ατίμωσή του..».

Με τέτοια φαινόμενα εντός των τειχών, η σιωπή είναι αδυναμία. Η δημοκρατία δεν αντέχει τη σιωπή των ευφυών, ούτε την απουσία των μορφωμένων, ούτε την υποχώρηση των υπεύθυνων. Όταν οι σοβαροί σιωπούν, οι χαβαλέδες βρίσκουν χώρο. Όταν οι θεσμοί απαξιώνονται, οι ύφαλοι της παρακμής, βαθαίνουν. Όταν η κοινωνία κουράζεται, οι επιτήδειοι θριαμβεύουν. Οι άριστοι περιθωριοποιούνται, για να αναρριχώνται οι αρεστοί σε θέσεις εξουσίας. Η άμυνα απέναντι στον καιροσκοπισμό των αφρόνων, είναι αδήριτη ανάγκη.

Κάθε μνημόσυνο ηρωικώς πεσόντων μάς καλεί να ξαναβρούμε το μέτρο. Να διακρίνουμε το αληθινό από το ψεύτικο, τον Ηγέτη από τον αρριβίστα, τον υπηρέτη του λαού, από τον υπηρέτη του εαυτού του. Να θυμηθούμε ότι η δημοκρατία δεν είναι δεδομένη. Είναι καθημερινός αγώνας.

Ίσως, μέσα από τη μνήμη των ηρώων, κάθε Ιούλη και κάθε Αύγουστο — και όχι μόνο — να αντλήσουμε το θάρρος να μιλήσουμε. Να μην αφήσουμε την ηλιθιότητα να επιβληθεί ως κανονικότητα. Να υπερασπιστούμε την αξιοπρέπεια, όχι μόνο των νεκρών αλλά και των ζωντανών.

*Αντιπρόεδρος ΔΗ.ΠΑ., Πρώην Ευρωβουλευτής, Βουλευτής, Δήμαρχος Μόρφου