Γκουτέρες αναξιόπιστος και Πόντιος Πιλάτος
Η αξιολόγηση της αξιοπιστίας και της αποτελεσματικότητας του έργου του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, Αντόνιο Γκουτέρες, ο οποίος ολοκληρώνει τη δεύτερη θητεία του στην ηγεσία του Οργανισμού, αποτελεί αντικείμενο έντονης διεθνούς συζήτησης. Η θητεία του έχει σημαδευτεί από μεγάλες διεθνείς κρίσεις, πολέμους και σοβαρές ανθρωπιστικές καταστροφές, αλλά και από την αδυναμία του ΟΗΕ να επιβάλει αποτελεσματικά λύσεις σε πολλές από αυτές.
Οι επικριτές του Γκουτέρες, μεταξύ των οποίων διεθνείς αναλυτές και κράτη-μέλη του ΟΗΕ, υποστηρίζουν ότι ο Οργανισμός εμφανίστηκε σε αρκετές περιπτώσεις παράλυτος μπροστά σε μεγάλες γεωπολιτικές κρίσεις. Η αδυναμία του Συμβουλίου Ασφαλείας να καταλήξει σε αποτελεσματικές αποφάσεις, λόγω κυρίως των διαφορετικών συμφερόντων των ισχυρών κρατών, αποτελεί ασφαλώς θεσμικό πρόβλημα. Ωστόσο, αυτό δεν απαλλάσσει τον Γενικό Γραμματέα από την πολιτική ευθύνη να υπερασπίζεται με συνέπεια τις αρχές του διεθνούς δικαίου και τις αποφάσεις του ίδιου του Οργανισμού.
Στην περίπτωση της Κύπρου, το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Για δεκαετίες, η Κυπριακή Δημοκρατία βρίσκεται αντιμέτωπη με τις συνέπειες της Τουρκικής Εισβολής και κατοχής, ενώ οι παραβιάσεις και οι εντάσεις στη νεκρή ζώνη επανέρχονται κατά διαστήματα στην επικαιρότητα. Η κριτική προς τον Γκουτέρες είναι ότι δεν υπήρξε πάντοτε η ίδια σαφήνεια και αποφασιστικότητα στις δημόσιες τοποθετήσεις του όταν επρόκειτο για τουρκικές ενέργειες που αφορούσαν την Κύπρο.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται ένα από τα βασικά προβλήματα αξιοπιστίας της πολιτικής του. Όταν ο Γενικός Γραμματέας επικαλείται το διεθνές δίκαιο σε άλλες διεθνείς κρίσεις, είναι εύλογο να αναμένει κανείς την ίδια συνέπεια και όταν το ζήτημα αφορά την Κύπρο. Το διεθνές δίκαιο δεν μπορεί να εφαρμόζεται επιλεκτικά, ανάλογα με τις γεωπολιτικές ισορροπίες ή το πολιτικό κόστος που συνεπάγεται κάθε δημόσια τοποθέτηση.
Ο χαρακτηρισμός «Πόντιος Πιλάτος» χρησιμοποιείται εδώ πολιτικά, για να περιγράψει μια στάση αποφυγής ανάληψης σαφούς θέσης μπροστά σε δύσκολα ζητήματα. Και είναι ακριβώς αυτή η στάση που δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκε το Κυπριακό κατά τη διάρκεια της θητείας του. Για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά το Κραν Μοντανά, η διαδικασία παρέμεινε ουσιαστικά παγωμένη. Και τώρα, προς το τέλος της θητείας του, ο Γκουτέρες επανέρχεται ενεργότερα στο Κυπριακό, επιχειρώντας να επαναφέρει τις δύο πλευρές σε τροχιά διαλόγου.
Η προσπάθεια για επανέναρξη των συνομιλιών είναι ασφαλώς θεμιτή και ευπρόσδεκτη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να παραγνωρίζονται οι ευθύνες, οι ανησυχίες και τα διδάγματα της προηγούμενης δεκαετίας. Οποιαδήποτε νέα πρωτοβουλία των Ηνωμένων Εθνών πρέπει να στηρίζεται σε σαφείς αρχές, σεβασμό των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας και πλήρη προσήλωση στο διεθνές δίκαιο.
Το ίδιο ισχύει και για τη δημόσια ρητορική του Γενικού Γραμματέα. Όταν ο ίδιος καταδικάζει στρατιωτικές επιδρομές σε άλλες χώρες και υπογραμμίζει την ανάγκη σεβασμού της εθνικής κυριαρχίας και του διεθνούς δικαίου, είναι απολύτως εύλογο να τίθεται το ερώτημα γιατί δεν επιδεικνύεται αντίστοιχη πολιτική σαφήνεια απέναντι στην κατοχή τμήματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η Κύπρος δεν ζητά προνομιακή μεταχείριση. Ζητά συνέπεια. Ζητά το διεθνές δίκαιο να έχει την ίδια αξία για όλους και να μην προσαρμόζεται στις εκάστοτε γεωπολιτικές σκοπιμότητες.
Ο Γκουτέρες θα κριθεί τελικά όχι μόνο από τις πρωτοβουλίες που ανέλαβε, αλλά και από όσα απέφυγε να πει ή να πράξει. Και στην περίπτωση του Κυπριακού, η κριτική παραμένει αυστηρή: ένας Γενικός Γραμματέας που θέλει να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο στη λύση ενός διεθνούς προβλήματος δεν μπορεί να εμφανίζεται επιλεκτικός στην υπεράσπιση των αρχών που υποτίθεται ότι υπηρετεί. Η αξιοπιστία του ΟΗΕ στην Κύπρο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσον οι αρχές αυτές εφαρμόζονται με συνέπεια, χωρίς δύο μέτρα και δύο σταθμά.