Αναλύσεις

Η Ουκρανία, η TURKPA και το κυπριακό μάθημα της Χάγης

Όταν η γεωπολιτική σκοπιμότητα συγκρούεται με την αρχή της εδαφικής ακεραιότητας

Υπάρχουν στιγμές που ένα φαινομενικά «τεχνικό» κοινοβουλευτικό ζήτημα αποκαλύπτει πολύ βαθύτερες γεωπολιτικές πραγματικότητες. Η υπόθεση που εκτυλίχθηκε στη Χάγη, κατά την 33η Ετήσια Σύνοδο της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του ΟΑΣΕ, είναι μια τέτοια περίπτωση.

Το γεγονός είναι σοβαρό και επιβεβαιωμένο. Προτάθηκε τροπολογία στον Κανονισμό της ΚΣ ΟΑΣΕ για την παραχώρηση καθεστώτος παρατηρητή στην Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Οργανισμού Τουρκογενών Κρατών, την TURKPA. Σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωση της Βουλής των Αντιπροσώπων, την πρόταση υποστήριξε ο ίδιος ο Πρόεδρος της ΚΣ ΟΑΣΕ, ενώ υπέρ της τάχθηκαν οι αντιπροσωπείες της Ουκρανίας, της Ρουμανίας, του Αζερμπαϊτζάν και της Τουρκίας.

Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι στην TURKPA συμμετέχει ήδη ως παρατηρητής η αποσχιστική οντότητα των κατεχομένων. Συνεπώς, η θεσμική αναβάθμιση της TURKPA σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό κοινοβουλευτικό φόρουμ δεν είναι ένα αθώο διαδικαστικό ζήτημα. Εμπεριέχει πολιτικό συμβολισμό και, δυνητικά, δημιουργεί έναν ακόμη δρόμο έμμεσης διεθνούς κανονικοποίησης του κατοχικού καθεστώτος.

Η Κυπριακή αντίδραση υπήρξε άμεση. Η αντιπρόεδρος της ΚΣ ΟΑΣΕ Ειρήνη Χαραλαμπίδου επισήμανε ότι τα κράτη-μέλη της TURKPA εκπροσωπούνται ήδη στην ΚΣ ΟΑΣΕ μέσω των εθνικών αντιπροσωπειών τους και ότι η παρουσία της TURKPA θα δημιουργούσε σοβαρούς κινδύνους για το διεθνές δίκαιο, ακριβώς λόγω της συμμετοχής του ψευδοκράτους στην τουρκική κοινοβουλευτική δομή.

Η τροπολογία τελικά απορρίφθηκε. Αυτό αποτελεί αναμφίβολα επιτυχία της Κυπριακής και Ελληνικής παρέμβασης και αποδεικνύει ότι όταν η Λευκωσία κινητοποιείται έγκαιρα, τεκμηριωμένα και αποφασιστικά μπορεί να αποτρέψει δυσμενείς εξελίξεις.

Δεν ήταν αναγνώριση, ήταν προειδοποίηση

Εδώ χρειάζεται ακρίβεια. Το να λεχθεί ότι «η Ουκρανία αναγνώρισε το ψευδοκράτος» θα είναι ακριβές. Δεν υπήρξε αναγνώριση της λεγόμενης «ΤΔΒΚ» από το Κίεβο. Δεν υπήρξε επίσης απόφαση της ΚΣ ΟΑΣΕ που να αναγνωρίζει οποιοδήποτε νέο κράτος στην Κύπρο. Η Ουκρανία υποστήριξε μια πρόταση που αφορούσε την TURKPA. Όμως η TURKPA είναι οργανισμός που το κατοχικό καθεστώς έχει ήδη αποκτήσει καθεστώς παρατηρητή. Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα.

Η διαφορά δεν είναι λεκτική. Είναι ουσιώδης. Η Τουρκία έχει εδώ και χρόνια μετατοπίσει μέρος της στρατηγικής της από την άμεση επιδίωξη αναγνώρισης του ψευδοκράτους προς μια πιο σταδιακή και ίσως αποτελεσματικότερη πολιτική: τη δημιουργία διεθνών σχέσεων, θεσμικών επαφών, καθεστώτων παρατηρητή και συμμετοχών, ώστε η αποσχιστική οντότητα να αποκτά σταδιακά διεθνή παρουσία χωρίς να απαιτείται μια θεαματική απόφαση αναγνώρισης.

Το προηγούμενο του Οργανισμού Τουρκικών Κρατών είναι χαρακτηριστικό. Η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε ήδη καταδικάσει το 2022 την απόφαση να δοθεί στην τουρκοκυπριακή αποσχιστική οντότητα καθεστώς παρατηρητή και είχε υπογραμμίσει ότι οποιαδήποτε ενέργεια που διευκολύνει τη διεθνή αναγνώρισή της υπονομεύει τις προσπάθειες επανέναρξης των διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό. Άρα, το περιστατικό της Χάγης δεν πρέπει να απομονωθεί. Πρέπει να ενταχθεί σε μια ευρύτερη στρατηγική.

Η ουκρανική αντίφαση

Και εδώ βρίσκεται η πιο δυσάρεστη διάσταση της υπόθεσης. Η Ουκρανία διεξάγει έναν αγώνα ζωής και κυριαρχίας εναντίον της ρωσικής εισβολής. Ζητά από τη διεθνή κοινότητα να υπερασπιστεί την εδαφική της ακεραιότητα, την κυριαρχία της και την αρχή ότι τα σύνορα δεν μπορούν να αλλάζουν διά της βίας.

Η Κύπρος γνωρίζει ακριβώς τι σημαίνουν όλα αυτά. Η Κυπριακή Δημοκρατία, παρά τις δικές της οικονομικές, πολιτικές και γεωπολιτικές δυσκολίες, έχει σταθεί σταθερά στο πλευρό της Ουκρανίας. Και ορθώς. Όχι επειδή επιβάλλεται από οποιαδήποτε πρόσκαιρη πολιτική σκοπιμότητα, αλλά επειδή η Κύπρος, ως χώρα που υφίσταται τις συνέπειες μιας συνεχιζόμενης κατοχής, δεν μπορεί να υιοθετήσει δύο διαφορετικά μέτρα και δύο διαφορετικά σταθμά.

Ακριβώς γι’ αυτό, όμως, η στάση της ουκρανικής αντιπροσωπείας στη Χάγη προκαλεί εύλογα ερωτήματα. Πώς είναι δυνατόν μια χώρα που απαιτεί από τους άλλους να υπερασπίζονται την εδαφική της ακεραιότητα να μην αντιλαμβάνεται την ιδιαίτερη ευαισθησία μιας πρωτοβουλίας που μπορεί να συμβάλει στην έμμεση θεσμική αναβάθμιση μιας αποσχιστικής οντότητας; Η απάντηση βρίσκεται πιθανότατα στη σκληρή πραγματικότητα της διεθνούς πολιτικής.

Η Τουρκία και το ουκρανικό χαρτί

Η Τουρκία έχει για το Κίεβο ιδιαίτερη στρατηγική σημασία. Είναι κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ, ελέγχει τα Στενά, διαθέτει σημαντική γεωπολιτική επιρροή στη Μαύρη Θάλασσα και διατηρεί ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας τόσο με την Ουκρανία όσο και με τη Ρωσία. Για το Κίεβο η Άγκυρα δεν είναι ένας ακόμη εταίρος. Είναι ένας παράγοντας που μπορεί να επηρεάσει την ασφάλεια της Μαύρης Θάλασσας, τις ειρηνευτικές διαδικασίες, τις αμυντικές συνεργασίες και την ευρύτερη περιφερειακή ισορροπία.

Αυτό δεν δικαιολογεί την ουκρανική στάση. Την εξηγεί. Και ακριβώς εδώ πρέπει να γίνει κατανοητό το βασικό μάθημα για τη Λευκωσία. Τα κράτη δεν λειτουργούν με βάση την ευγνωμοσύνη αλλά με βάση τα συμφέροντά τους.

Η Κύπρος δεν πρέπει, συνεπώς, να θεωρεί δεδομένη την πολιτική συμπαράσταση οποιουδήποτε εταίρου. Ούτε της Ουκρανίας, ούτε οποιουδήποτε άλλου κράτους. Η εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να στηρίζεται σε συναισθηματικές προσδοκίες.

Η Τουρκία αλλάζει τακτική

Η μεγαλύτερη ίσως απειλή δεν είναι μια ξαφνική αναγνώριση του ψευδοκράτους από μια σημαντική ευρωπαϊκή χώρα. Αυτό θα ήταν τόσο πολιτικά εκρηκτικό ώστε θα προκαλούσε άμεση αντίδραση της Λευκωσίας, της Αθήνας, της ΕΕ και του ΟΗΕ.

Πολύ πιο αποτελεσματική είναι η σταδιακή κανονικοποίηση. Παρατηρητής εδώ. Κοινοβουλευτική επαφή εκεί. Διεθνής εκδήλωση παραπέρα. Συμμετοχή σε αθλητικό ή πολιτιστικό οργανισμό. Επίσημη πρόσκληση σε άλλη χώρα. Και, βήμα προς βήμα, η δημιουργία μιας διεθνούς πραγματικότητας στην οποία η αποσχιστική οντότητα παρουσιάζεται ως «ξεχωριστός συνομιλητής».

Η ίδια η TURKPA, άλλωστε, δεν κρύβει τη σημασία που αποδίδει στη συμμετοχή της τουρκοκυπριακής πλευράς. Η παρουσία της αντιπροσωπείας της TURKPA στα κατεχόμενα τον Ιούλιο του 2026 και οι επαφές της με την Τουρκοκυπριακή ηγεσία καταδεικνύουν ότι η σχέση αυτή δεν είναι απλώς τυπική. Αυτό πρέπει να προβληματίσει σοβαρά τη Λευκωσία.

Τι πρέπει να πράξει η Κυπριακή Δημοκρατία

Πρώτον, η Κυβέρνηση οφείλει να ζητήσει από το Κίεβο σαφή και επίσημη εξήγηση για τη θέση της ουκρανικής αντιπροσωπείας στη Χάγη. Όχι σε επίπεδο δημοσιογραφικών διαρροών, αλλά μέσω των αρμόδιων διπλωματικών διαύλων.

Δεύτερον, η Λευκωσία πρέπει να επιδιώξει από την Ουκρανία σαφή επαναβεβαίωση της θέσης της υπέρ της κυριαρχίας και εδαφικής ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας και εναντίον οποιασδήποτε μορφής αναγνώρισης ή διεθνούς αναβάθμισης της αποσχιστικής οντότητας.

Τρίτον, πρέπει να εγκαταλειφθεί η λογική της εκ των υστέρων αντίδρασης. Η Κύπρος χρειάζεται έναν μόνιμο μηχανισμό έγκαιρης προειδοποίησης και παρέμβασης σε όλους τους διεθνείς, κοινοβουλευτικούς, πολιτιστικούς, αθλητικούς και οικονομικούς οργανισμούς στους οποίους επιχειρεί να διεισδύσει η τουρκική πολιτική για το ψευδοκράτος.

Τέταρτον, η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να συνδέσει πιο αποφασιστικά τη δική της θέση με την ουκρανική. Το μήνυμα πρέπει να είναι απλό και αδιαπραγμάτευτο. Όπως η Ουκρανία ζητά να μην αναγνωρίζεται η ρωσική κατοχή και προσάρτηση ουκρανικών εδαφών, έτσι και η Κύπρος απαιτεί να μην αναγνωρίζεται η τουρκική κατοχή και το αποτέλεσμα της απόσχισης.

Πέμπτον, χρειάζεται πολύ στενότερος συντονισμός με την Ελλάδα, αλλά και με κράτη-μέλη της ΕΕ που αντιλαμβάνονται τους κινδύνους της σταδιακής διεθνούς κανονικοποίησης αποσχιστικών μορφωμάτων.

Και, τέλος, η Λευκωσία πρέπει να αξιοποιήσει περισσότερο την ίδια την ευρωπαϊκή ιδιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η ΕΕ έχει ήδη σαφή θέση: αναγνωρίζει μόνο την Κυπριακή Δημοκρατία ως υποκείμενο διεθνούς δικαίου και συνδέει οποιαδήποτε προσπάθεια διεθνούς αναγνώρισης της αποσχιστικής οντότητας με την υπονόμευση της διαδικασίας επίλυσης του Κυπριακού.

Το πραγματικό μήνυμα της Χάγης

Η υπόθεση της Χάγης δεν είναι λοιπόν ιστορία «προδοσίας» της Κύπρου από την Ουκρανία. Είναι κάτι πολύ πιο χρήσιμο, ένα μάθημα για το πώς λειτουργεί η διεθνής πολιτική.

Η τροπολογία απορρίφθηκε και αυτό αποτελεί επιτυχία. Η Κυπριακή αντιπροσωπεία απέδειξε ότι μια αποφασιστική και τεκμηριωμένη παρέμβαση μπορεί να ανατρέψει δυσμενείς μεθοδεύσεις.

Αλλά η υπόθεση δεν πρέπει να κλείσει εκεί. Η Λευκωσία οφείλει να κατανοήσει ότι το Κυπριακό διεξάγεται πλέον σε πολλά επίπεδα ταυτόχρονα. Δεν είναι μόνο οι συνομιλίες υπό τα Ηνωμένα Έθνη. Είναι και η μάχη των θεσμών, της ορολογίας, των διεθνών οργανισμών, της κοινοβουλευτικής διπλωματίας, της οικονομίας, του πολιτισμού και της δημόσιας εικόνας. Η Τουρκία το έχει κατανοήσει.

Το ερώτημα είναι αν το έχει κατανοήσει και η Κύπρος. Το σημαντικότερο, επομένως, δεν είναι αν η Ουκρανία «μαχαίρωσε» την Κύπρο. Ο τίτλος είναι δημοσιογραφικά ηχηρός, αλλά διπλωματικά υπεραπλουστευτικός. Αλλά, το ουσιαστικότερο ερώτημα είναι άλλο. Μπορεί η Κυπριακή Δημοκρατία να συνεχίσει να θεωρεί τις διεθνείς της συμμαχίες δεδομένες, ή να τις διαχειρίζεται στη βάση συγκεκριμένων αμοιβαίων συμφερόντων και αμοιβαίων δεσμεύσεων; Η απάντηση πρέπει να είναι σαφής.

Συμπερασματικά, η Κύπρος θα συνεχίσει να στηρίζει την Ουκρανία. Θα συνεχίσει να υπερασπίζεται την εδαφική της ακεραιότητα και το διεθνές δίκαιο. Αλλά ταυτόχρονα θα απαιτεί από όλους όσοι ζητούν τη δική της αλληλεγγύη να σέβονται τις ίδιες ακριβώς αρχές όταν αυτές εφαρμόζονται στην Κύπρο. Το διεθνές δίκαιο δεν μπορεί να είναι à la carte. Και αυτό είναι το πραγματικό μήνυμα της Χάγης προς τη Λευκωσία. Όχι πανικός, όχι ρήξη, αλλά εγρήγορση, προνοητικότητα, ενεργός διπλωματία και πολύ πιο σκληρή υπεράσπιση των κυπριακών συμφερόντων. Γιατί το ψευδοκράτος δεν χρειάζεται πλέον να αναγνωριστεί αύριο το πρωί. Αρκεί να συνηθίσει ο κόσμος να το βλέπει σήμερα ως «κανονικό». Και αυτή ακριβώς την κανονικοποίηση πρέπει να αποτρέψει η Κυπριακή Δημοκρατία.

*Πανεπιστημιακός-Ανθρωπολόγος, πρώην Πρύτανης