Αναλύσεις

Τα «θανάσιμα λάθη» στο Κυπριακό και η ώρα της ευθύνης για όλους

Η παρέμβαση του Αβέρωφ Νεοφύτου για τα «θανάσιμα λάθη» του ΔΗΣΥ και του ΑΚΕΛ στο Κυπριακό ανοίγει έναν διάλογο, τον διάλογο για τις δικές μας ευθύνες. Ο τέως πρόεδρος του ΔΗΣΥ, σε δύο πρόσφατες συνεντεύξεις και σε δημόσια παρέμβασή του, υποστήριξε ότι η ιστορία θα χρεώσει στο ΑΚΕΛ το «Όχι» στο αμερικανοβρετανοκαναδικό σχέδιο και το «Όχι» στο Σχέδιο Ανάν, ενώ στον ΔΗΣΥ θα χρεώσει τον «ενταφιασμό» των Ιδεών Γκάλι και το ναυάγιο του Crans-Montana. Παράλληλα, άσκησε κριτική στη σημερινή πολιτική ηγεσία για αδράνεια και απουσία αποφασιστικότητας. Η τοποθέτηση έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή προέρχεται από πολιτικό που υπήρξε επί σειρά ετών πρωταγωνιστής των εξελίξεων. Και ακριβώς γι’ αυτό πρέπει να αξιολογηθεί όχι ως ακόμη μια κομματική αντιπαράθεση, αλλά ως αφετηρία μιας σοβαρού ιστορικού αναστοχασμού και στρατηγικού σχεδιασμού.

Το πρώτο επικριτικό μήνυμα αυτών των τοποθετήσεων είναι ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά έχει κάνει σοβαρά στρατηγικά λάθη. Το δεύτερο, είναι ότι η αναζήτηση ευθυνών δεν περιορίζεται στον ΔΗΣΥ και στο ΑΚΕΛ, αλλά περιλαμβάνει και τη σημερινή διακυβέρνηση Χριστοδουλίδη.

Οι Ιδέες Γκάλι

Οι Ιδέες Γκάλι στις αρχές της δεκαετίας του 1990 αποτελούσαν μια σημαντική προσπάθεια των Ηνωμένων Εθνών να μετατρέψουν τις μέχρι τότε συγκλίσεις σε συνολικό πλαίσιο λύσης. Η κριτική ότι ο τότε ΔΗΣΥ και η ηγεσία Γλαύκου Κληρίδη δεν αξιοποίησαν την ευκαιρία έχει ιστορικό βάρος. Είναι γνωστό ότι ο Κληρίδης είχε κατηγορηθεί πως, ενόψει των προεδρικών εκλογών του 1993, δεν θέλησε να αναλάβει το πολιτικό κόστος που συνεπαγόταν η αποδοχή ή ενεργός προώθηση των Ιδεών.

Όμως η ιστορική αξιολόγηση δεν μπορεί να είναι τόσο απλοϊκή. Οι Ιδέες Γκάλι δεν αποτελούσαν έτοιμη συμφωνία, αλλά πλαίσιο διαπραγμάτευσης. Υπήρχαν σοβαρά ζητήματα που έπρεπε να επιλυθούν και αντιδράσεις και από τις δύο κοινότητες. Αν θεωρηθεί ότι υπήρξε ουσιαστικό λάθος, τούτο δεν ήταν μόνο η συγκεκριμένη απόφαση του ΔΗΣΥ. Ήταν η διαχρονική αδυναμία στο Κυπριακό να διαχωρίζεται το «δεν αποδέχομαι» από το «δεν διαπραγματεύομαι». Στο Κυπριακό, η απόρριψη μιας πρότασης χωρίς ταυτόχρονη κατάθεση συγκεκριμένης αντιπρότασης συνήθως οδηγεί σε απώλεια διαπραγματευτικού κεφαλαίου.

Το Σχέδιο Ανάν και το ιστορικό «Όχι»

Το Σχέδιο Ανάν αποτελεί ακόμη μεγαλύτερο σταθμό. Το 2004 οι Ελληνοκύπριοι το απέρριψαν με περίπου 75,8%, ενώ οι Τουρκοκύπριοι το ενέκριναν με περίπου 64,9%. Η ιστορία, όμως, δεν μπορεί να γράφεται σήμερα σαν να ήταν αυτονόητο ότι το Σχέδιο Ανάν έπρεπε να γίνει αποδεκτό. Περιείχε σύνθετες και αμφιλεγόμενες ρυθμίσεις για τη διακυβέρνηση, την ασφάλεια, τις εγγυήσεις, τα δικαιώματα ιδιοκτησίας και την εφαρμογή της συμφωνίας.

Επομένως, το «θανάσιμο λάθος» του ΑΚΕΛ δεν μπορεί να θεωρηθεί απλώς η ψήφος υπέρ του «Όχι». Το βαθύτερο πρόβλημα ήταν ότι ολόκληρο το πολιτικό σύστημα δεν κατάφερε να μετατρέψει το Σχέδιο σε αντικείμενο αποτελεσματικής διαπραγμάτευσης και βελτίωσης. Η Κύπρος οδηγήθηκε σε ένα δραματικό δημοψήφισμα «Ναι ή Όχι», ενώ προηγουμένως θα έπρεπε να είχε εξαντλήσει κάθε διαπραγματευτική δυνατότητα για αποδεκτή από όλους κατάληξη.

Η βαριά κληρονομιά του Crans-Montana

Το Crans-Montana είναι διαφορετική περίπτωση. Εκεί υπήρξε πραγματική διαδικασία διαπραγμάτευσης και ένα σημαντικό πλαίσιο του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ. Τα Ηνωμένα Έθνη εξακολουθούν να θεωρούν ως συμφωνημένη βάση λύσης τη διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα, ενώ το Πλαίσιο Γκουτέρες του 2017 και οι επιτευχθείσες συγκλίσεις παραμένουν σημαντικά σημεία αναφοράς.

Ο Αβέρωφ Νεοφύτου, όμως, βρίσκεται εδώ μπροστά σε μια πολιτική αντίφαση. Σήμερα καταλογίζει στον ΔΗΣΥ και στον Νίκο Αναστασιάδη το ναυάγιο, ενώ τον Σεπτέμβριο του 2017 είχε υπερασπιστεί δημοσίως τους χειρισμούς τού τότε Προέδρου. Η μεταγενέστερη αυτοκριτική είναι θεμιτή. Αλλά πρέπει να συνοδεύεται από απαντήσεις: Τι ακριβώς έπρεπε να γίνει διαφορετικά; Ποια σημεία έπρεπε να αποδεχθεί η Ελληνοκυπριακή πλευρά; Ποια έπρεπε να απορρίψει; Και κυρίως, ποια ήταν η πραγματική πρόθεση της Τουρκίας; Διότι υπάρχει ο κίνδυνος να μετατραπεί το Crans-Montana σε μια ακόμη εσωτερική Ελληνοκυπριακή αυτομαστίγωση, παραβλέποντας την Τουρκική στρατηγική.

Η Τουρκία δεν μπορεί να εξαφανίζεται από την εξίσωση

Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο σημείο. Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν βρίσκεται αντιμέτωπη μόνο με τις δικές της πολιτικές αδυναμίες. Βρίσκεται απέναντι σε μια Τουρκία που μετά το 2017 έχει ενισχύσει τη θέση περί δύο κρατών και «κυριαρχικής ισότητας».

Η σημερινή διεθνής συγκυρία καθιστά ακόμη πιο επείγουσα την ανάγκη επανέναρξης των συνομιλιών. Με αναγνωρισμένο τον καθοριστικό σ’ αυτό ρόλο του Προέδρου Χριστοδουλίδη, ο Αντόνιο Γκουτέρες επανήλθε προσωπικά στην Κύπρο τον Ιούλιο του 2026, συναντήθηκε με τον Πρόεδρο Χριστοδουλίδη και τον Τουρκοκύπριο ηγέτη Τουφάν Ερχιουρμάν και συνεχίζει να επιχειρεί να δημιουργήσει προϋποθέσεις για ευρύτερη διάσκεψη. Άρα, το σημερινό ερώτημα δεν είναι ποιος έφταιξε περισσότερο το 1992, το 1978, το 2004 ή το 2017. Το ερώτημα είναι τι κάνουμε το 2026.

Οι ευθύνες του Προέδρου Χριστοδουλίδη

Εδώ η κριτική προς τον Νίκο Χριστοδουλίδη αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ο σημερινός Πρόεδρος ανέλαβε την εξουσία με βασική πολιτική υπόσχεση την ενεργότερη εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την επανεκκίνηση του Κυπριακού. Και όντως, με έντονη και επίμονη διπλωματική δραστηριότητα, οδήγησε σε καθοριστική εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στην υπό εξέλιξη πρωτοβουλία Γκουτέρες. Σήμερα δηλώνει σταθερά προσηλωμένος σε επανέναρξη των διαπραγματεύσεων και σε λύση με βάση τις αποφάσεις του ΟΗΕ, το συμφωνημένο πλαίσιο, το διαπραγματευτικό κεκτημένο και συγκλίσεις, και τη συμβατότητα της λύσης με το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Εν τούτοις ο Αβέρωφ Νεοφύτου έχει ασκήσει επανειλημμένα κριτική για αδράνεια ως προς τις προϋποθέσεις που έχουν τεθεί για τη σύγκληση νέας πενταμερούς διάσκεψης. Όμως, αντικειμενικά σκεπτόμενοι, δεν τίθεται θέμα για τις διακηρυγμένες θέσεις και επιδιώξεις του Προέδρου Χριστοδουλίδη, όσο για τη δυνατότητα μετατροπής των θέσεων και επιδιώξεών του σε πολιτικό αποτέλεσμα.

Ο Χριστοδουλίδης αντιμετωπίζει ένα εξαιρετικά δύσκολο περιβάλλον. Δεν αρκεί να θέλει επανέναρξη των συνομιλιών. Πρέπει να πείσει την Τουρκία, την Τουρκοκυπριακή ηγεσία, την Ελλάδα, τη Βρετανία και τη διεθνή κοινότητα ότι υπάρχει ρεαλιστικό κοινό έδαφος. Ως εκ τούτου επιβάλλεται η πολιτική του Προέδρου πέραν της διαχείρισης της διαδικασίας να διαμορφώνει επιθετική και πειστική στρατηγική. Η σημερινή συγκυρία αποτελεί μοναδική ευκαιρία πριν παγιωθούν ακόμη περισσότερο τα δεδομένα της κατοχής και της διαίρεσης.

Ευθύνη για μη επανάληψη του ίδιου κύκλου

Ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης έχει ένα πλεονέκτημα που δεν είχαν οι προηγούμενοι Πρόεδροι. Και τούτο είναι ότι μπορεί να αξιοποιήσει την εμπειρία όλων των προηγούμενων αποτυχιών. Δεν χρειάζεται να επαναληφθούν λάθη προηγούμενων προέδρων. Και ο Αβέρωφ Νεοφύτου έχει δίκιο σε ένα θεμελιώδες σημείο. Οι δύο παραδοσιακές δυνάμεις της λύσης δεν μπορούν να αφήνουν το Κυπριακό στην άκρη επειδή φοβούνται το πολιτικό κόστος. Άλλωστε, ο ίδιος είχε υπογραμμίσει παλαιότερα ότι χωρίς τη στήριξη ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ δεν μπορεί να υπάρξει λύση.

Αυτό όμως πρέπει σήμερα να επεκταθεί. Δεν μπορεί να υπάρξει λύση χωρίς εθνική στρατηγική. Και εθνική στρατηγική δεν σημαίνει ομοφωνία. Σημαίνει συμφωνία στα θεμελιώδη. Ποια λύση επιδιώκουμε, ποια κεκτημένα υπερασπιζόμαστε, ποιους συμβιβασμούς μπορούμε να κάνουμε, ποια είναι τα όρια και πώς αντιμετωπίζουμε τις ανεδαφικές τουρκικές θέσεις και επιδιώξεις;

Το πραγματικό «θανάσιμο λάθος»

Τελικά, ίσως το μεγαλύτερο «θανάσιμο λάθος» δεν είναι ούτε οι Ιδέες Γκάλι, ούτε το σχέδιο του 1978, ούτε το Σχέδιο Ανάν, ούτε το Crans-Montana. Είναι η έλλειψη ενότητας και συνέχειας της εθνικής στρατηγικής. Κάθε νέα Κυβέρνηση επαναπροσδιορίζει την πολιτική της. Κάθε κόμμα θυμάται τα λάθη των άλλων και ξεχνά τα δικά του. Κάθε προεκλογική περίοδος μετατρέπει το Κυπριακό σε αντικείμενο κομματικής αντιπαράθεσης. Αυτό πρέπει να τελειώσει.

Συμπερασματικά, ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης έχει σήμερα την ευθύνη να αποδείξει ότι δεν θα προστεθεί ένα ακόμη κεφάλαιο χαμένης ευκαιρίας στη μακρά ιστορία του Κυπριακού. Ο ΔΗΣΥ και το ΑΚΕΛ έχουν την ευθύνη να εγκαταλείψουν τις αλληλοκατηγορίες και να συμβάλουν σε ενότητα και μια κοινή διαπραγματευτική στρατηγική. Και η Τουρκία έχει την ευθύνη να αποδείξει ότι η επίκληση της «πολιτικής ισότητας» δεν αποτελεί προκάλυμμα για μόνιμη διχοτόμηση. Η ιστορία πράγματι θα κρίνει τα «θανάσιμα λάθη». Αλλά θα κρίνει ακόμη αυστηρότερα εκείνους που, έχοντας διδαχθεί από αυτά, θα επιτρέψουν να επαναληφθούν. Και το 2026, η ευθύνη αυτή βαραίνει πλέον όλους ανεξαιρέτως.

*Πανεπιστημιακός-Ανθρωπολόγος, πρώην Πρύτανης