Αναλύσεις

Τουρκοκύπριοι και Λινοπάμπακοι

Οι Λινοπάμπακοι των Αμπελιών και του Πύργου Τηλλυρίας

Ο ελληνοτραφής Μέγας Βεζίρης Μεχμέτ Κιαμίλ Πασάς- Κυπρισλή.

Μέρος Β΄

Κραυγαλέο και αδιάσειστο ντοκουμέντο, που καταμαρτυρεί τις ομαδικές επανεντάξεις Λινοπαμπάκων στον Χριστιανισμό, αποτελεί και η αίτηση των κατοίκων Αμπελιών και Πύργου Τηλλυρίας, ημερομηνίας 1822, στον Βρετανό Κυβερνήτη να τους θεωρεί χριστιανούς και να διατάξει τα δέοντα στους αρμοδίους, για την επανένταξή τους στη χριστιανική κοινότητα. Το πλήρες κείμενο της αίτησης-επιστολής έχει ως εξής:

«Ενδοξότατε Διοικητά, κύριε Ίγγλις. Οι ευσεβάστως υποφαινόμενοι Λινοπάμπακοι του χωριού Αμπέλια και του Πύργου Τηλλυρίας του διαμερίσματος Λεύκας, παρουσιαζόμεθα διά της παρούσης ημών ταπεινής αναφοράς, ίνα φέρωμεν εις γνώσιν της υμετέρας Ενδοξότητος ότι έως τώρα όντες χριστιανοί ορθόδοξοι εν τω κρυπτώ διά τον φόβον των διοικούντων την Κύπρον Τούρκων, αναγκαζόμεθα εν τω φανερώ να φαινόμεθα μωαμεθανοί. Ήδη δε διατελούντες υπό την ελευθέραν και ανεξίθρησκον κυβέρνησιν της Σεπτής Ανάσσης του μεγάλου αγγλικού έθνους ενθαρρυνόμεθα να μην αποκρύπτωμεν τας θρησκευτικάς πεποιθήσεις ημών και να δηλώσωμεν ότι από τούδε θέλομεν να πρεσβεύωμεν φανερά τη Χριστιανικήν Ορθόδοξον Θρησκείαν. Ευελπιστούμεν, ενδοξότατε, ότι η παράκλησίς μας θέλει εισακουσθή παρ’ υμών, και θέλετε διατάξει τα δέοντα, διατελούμεν, της υμετέρας ενδοξότητος ταπεινοί δούλοι.

Λινοπάμπακοι του χωρίου Αμπέλια

Τουρκικά ονόματα Ελληνικά ονόματα

Κουσεής Κουτομπής - Νικόλαος Κουτουμπής

Χιονής Κουσεή - Παρασκευάς Νικολάου

Σελεϊμάνης Κουσεή - Σολομών Νικολάου

Ισούφ Σελαϊμάνη - Μιχαήλ Σολομώντος

Σελεϊμάνης Ρεζέμη - Σολομών Χριστοδούλου

Ουσεής Σελεϊμάνη - Αβραάμ Σολομώντος

Ισούφ Μουσταφά - Γεώργιος Ιωάννου

Iπραχήμ Ισμαήλ - Μιχαήλ Χριστοδούλου

Ισούφ Χουσεή - Σάββας Ιωάννου

Ρεστέμης - Χριστόδουλος Ιωάννου

Σελεϊμάνης Ισούφη - Μιχαήλ Σάββα

Κουσής Κάπρος Οσμάνη - Αντώνιος Δημητρίου

Ταχίρης Κάπρου - Χριστόδουλος Δημητρίου

Τω ενδοξωτάτω Διοικητή της Λευκωσίας Κυρίω Κυρίω Ίγγλις,

Αμπέλια, τη 6η Ιανουαρίου 1882».

Τουρκοχώρια αφιερωμένα σε Αγίους

Ο Δρ Παπαδόπουλος παραθέτει και τον ακόλουθο κατάλογο χωριών αφιερωμένων σε Αγίους, με κατοίκους Τουρκοκυπρίους. Ο κατάλογος βασίζεται σε πίνακες απογραφής πληθυσμού του 1960. Κατά το έτος αυτό υπήρχαν 614 οικισμοί (χωριά), από τους οποίους οι 117 ήταν αμιγώς μουσουλμανικοί (τουρκοκυπριακοί). Αυτό, βέβαια, επισημαίνει ο Δρ Φ. Παπαδόπουλος, δεν σημαίνει ότι οι συγκεκριμένες κοινότητες ήταν ανέκαθεν μουσουλμανικές. Απεναντίας, υπάρχουν επαρκείς ιστορικές μαρτυρίες, επί τη βάσει των οποίων καταδεικνύεται το χριστιανικό παρελθόν της συντριπτικής πλειοψηφίας τους.

Χαρακτηριστικό είναι και το γεγονός των αμιγών τουρκοκυπριακών χωριών με ονόματα Αγίων. Στην επαρχία Λευκωσίας τα χωριά Άγιος Επιφάνιος Σολέας (τόπος καταγωγής του Ντενκτάς), Άγιος Θεόδωρος Τηλλυρίας, Άγιος Ιωάννης Σελέμανι. Στην επαρχία Λεμεσού Άγιος Θωμάς, στην επαρχία Αμμοχώστου Άγιος Ανδρόνικος (Τοπσού Κιογιού), Άγιος Ευστάθιος, Άγιος Ιάκωβος, Άγιος Συμεών, Άγιος Χαρίτων, στην επαρχία Πάφου Άγιος Γεώργιος, Άγιος Ιωάννης. Ονόματα Αγίων φέρουν και μεικτά χωριά όπως Αγία Μαρίνα Σκυλλούρας, Άγιος Γεώργιος Λεύκας, Άγιος Σωζόμενος, στην επαρχία Λευκωσίας, Άγιος Ανδρόνικος Καρπασίας, Αγία Άννα, Άγιος Θεόδωρος στην επαρχία Λάρνακας, Αγία Βαρβάρα, Άγιος Ισίδωρος, Άγιος Νικόλαος στην επαρχία Πάφου, Αγία Ειρήνη και Άγιος Επίκτητος στην επαρχία Κυρηνείας.

Είναι γνωστό ότι τον φόρο του χαρατσιού τον εισέπραττε η Αρχιεπισκοπή και τον κατέβαλλε στην τουρκική κυβέρνηση της Κύπρου. Γι’ αυτό κρατούσε κατάστιχα των φορολογούμενων χριστιανών. Από έρευνες που έκανε ο Θεόδωρος Παπαδόπουλος σ’ αυτά τα κατάστιχα εξακριβώθηκαν τα εξής: Μεταξύ του 1825 και 1832, 16 χωριά, που ήταν στα 1825 φορολογήσιμα, γιατί ήταν χριστιανικά, στα 1832 δεν φέρονται στον κατάλογο των φορολογησίμων, άρα, οι κάτοικοι δήλωσαν πως ήταν Τούρκοι. Αλλά δεν φαίνεται πως οι κάτοικοί τους δέχθηκαν αμέσως τον μωαμεθανισμό, παρότι βρίσκονταν ακόμη στο στάδιο του Λινοπαμπακισμού. Ο Ραούφ Ντενκτάς κατάγεται από τον Άγιο Επιφάνιο Σολέας, όπου σε αρχική καταγραφή πληθυσμού η συντριπτική πλειονότητα των κατοίκων παρουσιάζεται ως χριστιανική. Σε επόμενη καταγραφή όλοι οι κάτοικοι είναι δηλωμένοι οθωμανοί. Είχαν εξισλαμιστεί ή είχαν μετοικήσει στα γειτονικά χωριά Φλάσου, Λινού, Κατύδατα, Αγγολέμι. Στο Καλό Χωριό και την Πέτρα παρέμειναν εξισλαμισθέντες, όπως και στο γειτονικό Αγγιλέμι απ’ όπου καταγόταν και μια από τις γιαγιάδες του Ραούφ Ντενκτάς.

ΡΑΟΥΦ ΦΩΤΟ ΞΕΧΩΡΙΣΤΟΥ.jpg

Ο Ραούφ Ντενκτάς

Ο ελληνοτραφής Μέγας Βεζίρης Μεχμέτ Κιαμίλ Πασάς- Κυπρισλή

Γόνος εξισλαμισθέντων χριστιανών εβραϊκής καταγωγής ήταν και ο Μεχμέτ Κιαμίλ Πασάς, που είχε διατελέσει τέσσερεις φορές Μεγάλος Βεζύρης (Πρωθυπουργός) της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο Μεχμέτ Κιαμίλ Πασάς καταγόταν από το χωριό Κάτω Δευτερά, κατ’ άλλους από τη Λουρουτζίνα. Η επικρατέστερη, όμως, άποψη θέλει την Κάτω Δευτερά ως γενέτειρα του Κιαμίλ και τη Λουρουτζίνα ως χωριό μεγάλων αγροκτημάτων του πατέρα του. Γεννήθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα και οι γονείς του ήταν εβραϊκής καταγωγής, γαιοκτήμονες, που τον έστειλαν στο ελληνικό δημοτικό σχολείο της Πάνω Δευτεράς, γεγονός που προκάλεσε δυσαρέσκεια στους Τούρκους συγχωριανούς τους. Όταν τέλειωσε το Δημοτικό, οι γονείς του τον έστειλαν για ανώτερες σπουδές στην Ελληνική Σχολή Λευκωσίας, το σημερινό Παγκύπριο Γυμνάσιο, απέναντι από την Αρχιεπισκοπή, που είχε τότε διευθυντή τον ξακουστό Κυπριανό Οικονομίδη. Κατά τη διάρκεια της φοίτησής του στο Παγκύπριο Γυμνάσιο ο Κιαμίλ είχε κηδεμόνα και προστάτη τον Ταμία της Κύπρου (Σαντίκ Εμινί), τον ξακουστό Χαραλάμπη, σεβαστό όχι μόνο στους Έλληνες κατοίκους της πόλης αλλά και στους Τούρκους αξιωματούχους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Μετά την αποφοίτησή του από την Ελληνική Σχολή, ο Μεχμέτ Κιαμίλ, με τη βοήθεια πάντοτε του προστάτη του Χαραλάμπη, πήγε στην Αίγυπτο, όπου έμαθε ξένες γλώσσες, πολύ χρήσιμα εφόδια για έναν μέλλοντα αξιωματούχο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Βρισκόμενος στην Αίγυπτο η φήμη του έφτασε στην Κωνσταντινούπολη και προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Υψηλής Πύλης. Με τη μόρφωση και τα εξαιρετικά πνευματικά και διοικητικά του χαρίσματα και τον αδαμάντινο χαρακτήρα του, προαγόταν αξιοκρατικά στα διάφορα αξιώματα. Έγινε διοικητής Ιερουσαλήμ, Βηρυτού, Κοσσυφοπεδίου, Σμύρνης και Χαλεπίου. Μη ξεχνώντας τη χριστιανική του καταγωγή, συνέδεσε τη διοίκησή του στα Ιεροσόλυμα με την ιστορία του Ελληνισμού της Παλαιστίνης και του Ελληνορθόδοξου Πατριαρχείου.

Γράφει ο Κωνσταντίνος Μυριανθόπουλος στο πόνημά του, «Κιαμίλ Πασάς-Ο Κύπριος Μέγας Βεζύρης, μαθητής της Ελληνικής Σχολής Λευκωσίας»: «Ως διοικητής της Ιερουσαλήμ εμελέτησε βαθύτατα το καθεστώς των ιερών προσκυνημάτων και τα επ’ αυτών δίκαια του Ελληνικού Πατριαρχείου και της Ιεροσολυμικής Αδελφότητας. Δι’ ό και εν έτει 1870 υπέβαλε προς την Υψηλήν Πύλην μακρόν υπόμνημα, διά του οποίου υπερημύνετο του Πατριαρχείου απέναντι των αξιώσεων των ιθαγενών αραβοφώνων ορθοδόξων υποκινουμένων υπό των Ρώσων Πανσλαβιστών. Δυνάμει του υπομνήματος εκείνου ανεγνωρίσθη και κατεκυρώθη το καθεστώς, καθορισθέντος έκτοτε του τρόπου εκλογής του Πατριάρχου Ιεροσολύμων».

Αν και Οθωμανός, ο Κιαμίλ δεν διστάζει να έχει πολύ στενές σχέσεις με τους Έλληνες των Ιεροσολύμων και ιδιαίτερα τους Κυπρίους, που ήταν αρκετοί, τους οποίους θεωρούσε συμπατριώτες του. Επισκεπτόταν συχνά τη Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού, όπου δίδασκαν Κύπριοι καθηγητές και φοιτούσαν Κύπριοι σπουδαστές. Δεν δίσταζε μάλιστα να καλεί στο διοικητήριο τους Κυπρίους σπουδαστές, να τους συγχαίρει για την πρόοδό τους στα μαθήματα, να τους νουθετεί πατρικά και να τους βοηθά ακόμη και οικονομικά. Επίσης, πάντοτε τους συμβούλευε, μετά το πέρας των σπουδών τους, να γυρίσουν πίσω στην πατρίδα και με τη μόρφωση και τις γνώσεις τους να συμβάλουν στην πρόοδο και την ανάπτυξη του κυπριακού λαού, Ελλήνων και Τούρκων.

*Το Γ΄ Μέρος την επόμενη Κυριακή