Αναλύσεις

Ιδιαίτερα έως €1.200 τον μήνα για δύο παιδιά

Το κόστος των ιδιαίτερων μαθημάτων πιέζει ολοένα και περισσότερο τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, ενώ η παραπαιδεία εξελίσσεται σε μιαν αγορά εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, με σαφείς κοινωνικές και εκπαιδευτικές προεκτάσεις

Έναν δεύτερο, παράλληλο εκπαιδευτικό προϋπολογισμό καλούνται να διαχειριστούν πολλές οικογένειες στην Κύπρο, καθώς το κόστος των ιδιαίτερων μαθημάτων και των φροντιστηρίων προστίθεται στα υπόλοιπα έξοδα που συνοδεύουν τη φοίτηση ενός παιδιού. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, η μηνιαία επιβάρυνση για δύο παιδιά μπορεί να φθάσει ακόμη και τα €700-€1.200.

Μιλώντας στη «Σημερινή», ο οικονομολόγος Γιάννης Τελώνης εξηγεί ότι το πρώτο «καμπανάκι» χτυπά όταν τα ιδιαίτερα απορροφούν περίπου το 10%-12% του καθαρού οικογενειακού εισοδήματος. Πέραν του 15%, η δαπάνη μπορεί πλέον να θεωρηθεί δυσβάσταχτη, ιδιαίτερα για νοικοκυριά που καλούνται παράλληλα να εξυπηρετούν ενοίκιο ή στεγαστικό δάνειο.

Το μέγεθος του φαινομένου αποτυπώνεται και σε επίπεδο οικονομίας. Με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία που επικαλείται ο ίδιος, η ιδιωτική φροντιστηριακή διδασκαλία στην Κύπρο κινείται στην τάξη των €140 εκατ. ετησίως, γεγονός που φέρνει στο προσκήνιο όχι μόνο το κόστος για την οικογένεια, αλλά και το ζήτημα των ανισοτήτων στην πρόσβαση σε πρόσθετη εκπαιδευτική στήριξη.

Στο 10% αρχίζει η πίεση

Δεν υπάρχει κάποιο επίσημο «ανώτατο όριο» για το ποσοστό του οικογενειακού εισοδήματος που μπορεί να δαπανάται σε ιδιαίτερα. Ο κ. Τελώνης, ωστόσο, θέτει ένα πρακτικό πλαίσιο αναφοράς.

Μέχρι το 5% του καθαρού οικογενειακού εισοδήματος, η δαπάνη θεωρείται συνήθως διαχειρίσιμη. Μεταξύ 5% και 10% γίνεται αισθητή, αλλά μπορεί ακόμη να παραμένει σχετικά βιώσιμη. Από το 10% έως το 15% η επιβάρυνση χαρακτηρίζεται πλέον βαριά, ενώ στο 15%-20% γίνεται δυσβάσταχτη για τις περισσότερες οικογένειες.

Πάνω από το 20%, όπως εκτιμά, δύσκολα μπορεί να διατηρηθεί χωρίς περικοπές σε άλλες ανάγκες ή χωρίς προσφυγή σε δανεισμό.

Για μια οικογένεια με καθαρό μηνιαίο εισόδημα €2.000, για παράδειγμα, το 10% αντιστοιχεί σε €200 και το 15% σε €300. Σε εισόδημα €3.000, τα ποσά ανεβαίνουν στα €300 και €450 αντίστοιχα, ενώ για καθαρό οικογενειακό εισόδημα €4.000 διαμορφώνονται στα €400 και €600.

Έως €1.200 τον μήνα για δύο παιδιά

Η πίεση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη όταν στην οικογένεια υπάρχουν δύο παιδιά με αυξημένες εκπαιδευτικές ανάγκες.

Με μια ενδεικτική χρέωση €20-€35 την ώρα, δύο μαθήματα την εβδομάδα μπορούν να κοστίζουν περίπου €175-€300 τον μήνα ανά παιδί και ανά μάθημα.

Για δύο παιδιά με αντίστοιχο πρόγραμμα, η δαπάνη μπορεί να φθάσει τα €350-€600. Αν, όμως, το καθένα χρειάζεται δύο διαφορετικά μαθήματα, ο συνολικός λογαριασμός μπορεί να ανέλθει στα €700-€1.200 τον μήνα.

Τα ποσά αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν συγκριθούν με τα εισοδήματα των νοικοκυριών. Ο κ. Τελώνης σημειώνει ότι η μέση ακαθάριστη μηνιαία αμοιβή στην Κύπρο ήταν περίπου €2.605 το 2025, τονίζοντας, παράλληλα, ότι ο μέσος όρος δεν αντικατοπτρίζει κατ’ ανάγκην την πραγματικότητα μεγάλου αριθμού οικογενειών.

Την ίδια περίοδο, περίπου το 17,1% του πληθυσμού βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχιας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Υπό αυτά τα δεδομένα, ακόμη και μια πρόσθετη δαπάνη €300-€500 τον μήνα μπορεί να ασκήσει σημαντική πίεση στον οικογενειακό προϋπολογισμό.

Πότε γίνεται δυσβάσταχτη η δαπάνη

Το ποσοστό του εισοδήματος, πάντως, δεν λέει από μόνο του ολόκληρη την ιστορία. Καθοριστικό είναι το ποσό που απομένει στην οικογένεια αφού καλυφθούν οι βασικές ανάγκες.

Όπως εξηγεί ο οικονομολόγος, το κόστος των ιδιαιτέρων γίνεται ουσιαστικά δυσβάσταχτο όταν οδηγεί σε αδυναμία αποταμίευσης, χρήση πιστωτικών καρτών ή δανεισμού, καθυστερήσεις στην πληρωμή λογαριασμών ή περικοπές σε βασικές ανάγκες, όπως τρόφιμα και υγεία.

Υπό αυτήν την έννοια, το 10% του καθαρού οικογενειακού εισοδήματος μπορεί να θεωρηθεί ένα πρώτο προειδοποιητικό όριο, ενώ στο 15% η επιβάρυνση αρχίζει πλέον να γίνεται ιδιαίτερα δύσκολη για ένα νοικοκυριό.

Ένας δεύτερος εκπαιδευτικός προϋπολογισμός

Το κόστος των ιδιαιτέρων έχει, πλέον, κατά τον κ. Τελώνη, αποκτήσει τα χαρακτηριστικά ενός δεύτερου εκπαιδευτικού προϋπολογισμού.

Η δημόσια εκπαίδευση δεν έχει δίδακτρα, όμως οι οικογένειες συνεχίζουν να επιβαρύνονται με έξοδα για σχολικά είδη, ένδυση, μετακινήσεις, εξοπλισμό και δραστηριότητες. Όταν σε αυτά προστεθεί ένα σταθερό απογευματινό πρόγραμμα ιδιαιτέρων ή φροντιστηρίων, δημιουργείται μια δεύτερη και διακριτή δαπάνη.

Σε ένα απλό αριθμητικό παράδειγμα, €250 τον μήνα για δέκα μήνες σημαίνουν €2.500 τον χρόνο. Στα €400 τον μήνα, η ετήσια επιβάρυνση φθάνει τις €4.000 και στα €600, τις €6.000.

Ο ίδιος ξεκαθαρίζει ότι πρόκειται για ενδεικτικά σενάρια και όχι για μέσο όρο της κυπριακής αγοράς, καθώς δεν υπάρχει πρόσφατη αντιπροσωπευτική έρευνα που να επιτρέπει ένα τέτοιο συμπέρασμα.

Πότε γίνεται συγκρίσιμο το ιδιωτικό σχολείο

Σε οικογένειες που ήδη δαπανούν μεγάλα ποσά για συμπληρωματική διδασκαλία, τίθεται ακόμη και το ερώτημα κατά πόσον η ιδιωτική φοίτηση μπορεί ν’ αποτελέσει οικονομικά συγκρίσιμη επιλογή.

Η σύγκριση, ωστόσο, δεν είναι απλή. Προϋποθέτει ότι η φοίτηση σε ιδιωτικό σχολείο θα περιορίσει ουσιαστικά την ανάγκη για πρόσθετα μαθήματα.

Για σκοπούς σύγκρισης, ο κ. Τελώνης αναφέρεται σε ιδιωτικό σχολείο της Λευκωσίας που διαφημίζει δίδακτρα €9.550 για τη σχολική χρονιά 2026-27, διευκρινίζοντας ότι πρόκειται για ένα συγκεκριμένο παράδειγμα και όχι για μέσο όρο της αγοράς.

Σε υποθετικό σενάριο, παιδί που φοιτά σε δημόσιο σχολείο και χρειάζεται €6.000 ετησίως για ιδιαίτερα, συν ακόμη €1.200 για λοιπά έξοδα και μετακινήσεις, δημιουργεί συνολική δαπάνη €7.200.

Αντίστοιχα, ένα σενάριο ιδιωτικής φοίτησης μπορεί να ανέλθει περίπου στα €12.400, εφόσον συνυπολογιστούν τα δίδακτρα, τυχόν επιπρόσθετα μαθήματα και άλλα έξοδα.

Η απόσταση παραμένει σημαντική. Ωστόσο, για οικογένειες που ήδη διαθέτουν €9.000-€10.000 ετησίως ανά παιδί για πρόσθετη διδασκαλία, ο κ. Τελώνης θεωρεί ότι η σύγκριση αξίζει σοβαρή εξέταση.

Μια αγορά €140 εκατομμυρίων

Η εικόνα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη διάσταση όταν εξεταστεί συνολικά η οικονομία της παραπαιδείας.

Με βάση τα στοιχεία που παραθέτει ο Γιάννης Τελώνης, τα κυπριακά νοικοκυριά δαπάνησαν περίπου €140,4 εκατ. για ιδιωτική διδασκαλία το 2023, έναντι €96,2 εκατ. το 2022.

Από το συνολικό ποσό, €60,7 εκατ. αφορούσαν μαθητές Λυκείου, €40 εκατ. μαθητές Γυμνασίου, €35,4 εκατ. το Δημοτικό και €3,1 εκατ. την τεχνική εκπαίδευση.

Η αγορά της ιδιωτικής φροντιστηριακής διδασκαλίας κινείται, επομένως, στην τάξη των €140 εκατ. ετησίως, με βάση το τελευταίο διαθέσιμο πλήρες έτος. Το ποσό αντιστοιχεί περίπου στο 22% των συνολικών ιδιωτικών δαπανών των νοικοκυριών για εκπαίδευση, οι οποίες ανήλθαν περίπου στα €628 εκατ. το 2023.

Η μακροχρόνια εικόνα είναι επίσης χαρακτηριστική. Η δαπάνη για κατ’ ιδίαν διδασκαλία ανερχόταν περίπου στα €77,4 εκατ. το 2002 και έφθασε στα €140,4 εκατ. το 2023, καταγράφοντας ονομαστική αύξηση περίπου 81%.

Η άγνωστη πλευρά των «μαύρων»

Πολύ δυσκολότερο είναι να προσδιοριστεί πόση από αυτήν τη δραστηριότητα κινείται εκτός της επίσημης οικονομίας.

Ο κ. Τελώνης ξεκαθαρίζει ότι δεν υπάρχει αξιόπιστη επίσημη στατιστική που να επιτρέπει να χαρακτηριστεί ένα συγκεκριμένο ποσοστό των €140 εκατ. ως αδήλωτο εισόδημα.

Υπάρχουν εκτιμήσεις που τοποθετούν τη συνολική σκιώδη οικονομία της Κύπρου περίπου στο 20%-30% του ΑΕΠ. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι το ίδιο ποσοστό μπορεί να εφαρμοστεί αυτομάτως στην παραπαιδεία.

Στον χώρο της ιδιωτικής διδασκαλίας, αδήλωτη δραστηριότητα μπορεί να αφορά, μεταξύ άλλων, μαθήματα από αυτοεργοδοτούμενους χωρίς έκδοση απόδειξης ή άλλες περιπτώσεις ιδιωτικής διδασκαλίας εκτός του επίσημου εργασιακού πλαισίου.

Η εκπαιδευτική ανισότητα

Το οικονομικό κόστος συνδέεται αναπόφευκτα και με το ζήτημα των εκπαιδευτικών ανισοτήτων.

Κατά τον κ. Τελώνη, η δυνατότητα μιας οικογένειας να πληρώνει για πρόσθετη διδασκαλία δημιουργεί εκ των πραγμάτων διαφορετικές ευκαιρίες για τα παιδιά, χωρίς αυτό να αποτελεί αποκλειστικά κυπριακό φαινόμενο.

Η εικόνα, βέβαια, έχει βελτιωθεί σε σχέση με παλαιότερες δεκαετίες, όταν μεγάλα τμήματα του πληθυσμού είχαν περιορισμένη πρόσβαση στην ανώτερη εκπαίδευση. Η ίδρυση δημόσιων πανεπιστημίων και η κρατική στήριξη άνοιξαν σημαντικά την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Στην Κύπρο, ωστόσο, υπάρχει ακόμη ένας ιδιαίτερος παράγοντας: η διαχρονική διάθεση πολλών γονέων να επενδύσουν «με κάθε θυσία» στην εκπαίδευση των παιδιών τους. Σύμφωνα με τον κ. Τελώνη, αυτή η αντίληψη συνδέεται και με το υψηλό ποσοστό Κυπρίων που συνεχίζουν σε τριτοβάθμιες σπουδές.

Οι αλλαγές που δύσκολα έρχονται

Ως προς την αντιμετώπιση της παραπαιδείας, ο Γιάννης Τελώνης εμφανίζεται επιφυλακτικός για το κατά πόσον μπορούν να υπάρξουν άμεσα ριζικές αλλαγές.

Όπως σημειώνει, οι παρεμβάσεις που απαιτούνται είναι μεγάλης έκτασης και βάθους, ενώ θεωρεί δύσκολη την πλήρη εξάλειψη της παραπαιδείας όσο υπάρχει η οικονομική δυνατότητα ενός γονέα να προσφέρει περισσότερη εκπαιδευτική στήριξη στο παιδί του.

Υπάρχουν, ωστόσο, περιθώρια για διαφορετική αξιοποίηση του δημόσιου σχολείου. Μεταξύ άλλων, εισηγείται καλύτερη αξιοποίηση των σχολικών εγκαταστάσεων και του εκπαιδευτικού προσωπικού, με ενισχυτική διδασκαλία για αδύναμους μαθητές και παιδιά που χρειάζονται πρόσθετη γλωσσική στήριξη.

Θέτει επίσης προς συζήτηση αλλαγές στον τρόπο πρόσβασης στα πανεπιστήμια, με μεγαλύτερη βαρύτητα στον γενικό βαθμό απολυτηρίου και διαφορετικό μοντέλο αξιολόγησης από τα ίδια τα πανεπιστήμια, επικαλούμενος παραδείγματα άλλων χωρών.

Η τεχνητή νοημοσύνη αλλάζει το τοπίο

Στην εξίσωση μπαίνει πλέον και η τεχνητή νοημοσύνη, η οποία, όπως εκτιμά ο κ. Τελώνης, αναμένεται να επιφέρει σημαντικές αλλαγές στην εκπαίδευση τα επόμενα χρόνια.

Οι νέες τεχνολογίες μεταβάλλουν ήδη τον τρόπο με τον οποίο οι μαθητές αποκτούν γνώση και πρόσθετη υποστήριξη, γεγονός που, κατά τον ίδιο, θα υποχρεώσει και την εκπαιδευτική κοινότητα να επανεξετάσει τον τρόπο με τον οποίο ασκεί τον ρόλο της.

Η συζήτηση για τα ιδιαίτερα, συνεπώς, δεν εξαντλείται στο κόστος τους. Ακουμπά πλέον τον τρόπο λειτουργίας του δημόσιου σχολείου, τις εκπαιδευτικές ανισότητες και, κυρίως, το κατά πόσον το ίδιο το σύστημα μπορεί να ανταποκριθεί σε μια πραγματικότητα όπου η πρόσθετη εκπαιδευτική στήριξη έχει μετατραπεί σε σταθερό και συχνά βαρύ λογαριασμό για χιλιάδες οικογένειες.