Η ανταγωνιστικότητα δεν είναι μόνο φορολογική: Τι χρειάζεται η Κύπρος για να διατηρήσει και να προσελκύσει επενδύσεις
Για την Κύπρο η συζήτηση για την προσέλκυση επενδύσεων χρειάζεται να εξελιχθεί από τη σύγκριση φορολογικών πλεονεκτημάτων στη διαμόρφωση μιας συνολικής επενδυτικής πρότασης. Μιας πρότασης που δεν θα απαντά μόνο στο γιατί μια επιχείρηση πρέπει να επιλέξει την Κύπρο σήμερα, αλλά και στο γιατί θα πρέπει να συνεχίσει να επενδύει στη χώρα αύριο
Η Κύπρος έχει καταφέρει τα τελευταία χρόνια να διατηρήσει ισχυρή οικονομική ανάπτυξη και να ενισχύσει τη θέση της ως διεθνές επιχειρηματικό κέντρο. Η ανθεκτικότητα της οικονομίας, η ανάπτυξη των εξαγωγικών υπηρεσιών και η δημοσιονομική της επίδοση αποτελούν σημαντικά στοιχεία αυτής της πορείας. Ωστόσο, η διατήρηση της ανταγωνιστικότητας δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη, ιδιαίτερα σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου οι φορολογικοί κανόνες, το κόστος λειτουργίας και οι επενδυτικές προτεραιότητες μεταβάλλονται.
Η εφαρμογή του παγκόσμιου ελάχιστου φόρου και η φορολογική μεταρρύθμιση του 2026 φέρνουν ξανά στο προσκήνιο το ζήτημα της ανταγωνιστικότητας της Κύπρου. Η φορολογία εξακολουθεί να έχει βαρύτητα στις επιχειρηματικές αποφάσεις, δεν είναι όμως το μόνο στοιχείο που εξετάζει μια επιχείρηση. Η διαθεσιμότητα εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού, το ενεργειακό κόστος, η λειτουργία της δικαιοσύνης, οι υποδομές και η σταθερότητα του επιχειρηματικού περιβάλλοντος έχουν τη δική τους σημασία όταν μια επιχείρηση αποφασίζει πού θα εγκατασταθεί και πού θα αναπτύξει τη δραστηριότητά της.
Για την κυπριακή οικονομία, το ζητούμενο δεν είναι μόνο η διατήρηση των επιχειρήσεων που ήδη δραστηριοποιούνται στη χώρα, αλλά και η δημιουργία των προϋποθέσεων για την προσέλκυση νέων επενδύσεων. Αυτό απαιτεί μια προσέγγιση που αξιοποιεί τα υφιστάμενα πλεονεκτήματα της Κύπρου και, παράλληλα, αντιμετωπίζει τις διαρθρωτικές προκλήσεις που μπορούν να επηρεάσουν την παραγωγικότητα, το κόστος και τις μακροπρόθεσμες προοπτικές της οικονομίας.
Η πραγματική πρόκληση για την Κύπρο δεν είναι απλώς να διατηρήσει ένα ανταγωνιστικό φορολογικό πλαίσιο, αλλά να ενισχύσει το σύνολο των παραγόντων που την καθιστούν έναν αξιόπιστο και ελκυστικό επενδυτικό προορισμό, ικανό να διατηρεί υφιστάμενες δραστηριότητες και να προσελκύει νέες επενδύσεις σε ένα μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον.
Η φορολογία παραμένει πλεονέκτημα, αλλά δεν αρκεί
Για πολλά χρόνια, το φορολογικό πλαίσιο υπήρξε ένα από τα βασικά πλεονεκτήματα της Κύπρου ως επιχειρηματικού προορισμού. Με τη φορολογική μεταρρύθμιση του 2026, το τοπίο αλλάζει. Ο εταιρικός φορολογικός συντελεστής αυξάνεται από 12,5% σε 15%, ενώ παράλληλα προωθούνται αλλαγές με στόχο τον εκσυγχρονισμό του φορολογικού συστήματος και τη διατήρηση της ελκυστικότητας της χώρας για επιχειρήσεις και επενδυτές.
Παράλληλα, το διεθνές φορολογικό περιβάλλον μεταβάλλεται. Η εφαρμογή του πλαισίου του παγκόσμιου ελάχιστου φόρου εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια περιορισμού των μεγάλων διαφορών στη φορολόγηση μεταξύ δικαιοδοσιών. Για την Κύπρο, αυτή η εξέλιξη δεν σημαίνει ότι η φορολογία παύει να αποτελεί σημαντικό στοιχείο της ανταγωνιστικότητάς της. Σημαίνει, όμως, ότι η ανταγωνιστική θέση μιας οικονομίας δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στον φορολογικό συντελεστή.
Η επενδυτική απόφαση, ωστόσο, διαμορφώνεται από ένα ευρύτερο σύνολο παραγόντων. Μια επιχείρηση που εξετάζει πού θα εγκαταστήσει ή θα επεκτείνει τις δραστηριότητές της αξιολογεί όχι μόνο τη φορολογική επιβάρυνση, αλλά και το συνολικό κόστος λειτουργίας, την πρόσβαση σε κατάλληλο ανθρώπινο δυναμικό, την ταχύτητα και την αποτελεσματικότητα των θεσμών, τις υποδομές και τη σταθερότητα του επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, άλλωστε, επισημαίνει ότι η διατήρηση ισχυρής ανάπτυξης στην Κύπρο σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα απαιτεί μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν την παραγωγικότητα και τις επενδύσεις, με έμφαση, μεταξύ άλλων, στην αποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης, στις δεξιότητες, στην ψηφιακή ετοιμότητα και στον ενεργειακό τομέα.
Η φορολογική ανταγωνιστικότητα μπορεί να ανοίξει την πόρτα σε μια επένδυση. Η συνολική ποιότητα του επιχειρηματικού περιβάλλοντος είναι αυτή που καθορίζει σε μεγάλο βαθμό αν η επένδυση θα εγκατασταθεί, θα αναπτυχθεί και θα παραμείνει στη χώρα.
Ανθρώπινο δυναμικό και παραγωγικότητα
Η δυνατότητα μιας οικονομίας να προσελκύει επενδύσεις δεν εξαρτάται μόνο από το κόστος εγκατάστασης ή το φορολογικό της πλαίσιο. Εξαρτάται και από το κατά πόσο οι επιχειρήσεις μπορούν να βρουν το ανθρώπινο δυναμικό που χρειάζονται για να λειτουργήσουν, να αναπτυχθούν και να ενσωματώσουν νέες τεχνολογίες. Για την Κύπρο, το ζήτημα αυτό αποκτά μεγαλύτερη σημασία, καθώς η αγορά εργασίας είναι σχετικά μικρή και οι ανάγκες για εξειδικευμένες δεξιότητες αυξάνονται.
Η καλή πορεία της αγοράς εργασίας είναι αναμφίβολα θετική για την οικονομία. Δημιουργεί, όμως, και μια νέα πρόκληση. Όσο περιορίζονται τα περιθώρια περαιτέρω ανάπτυξης μέσω της αύξησης της απασχόλησης, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτά η παραγωγικότητα. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο επισημαίνει την ανάγκη καλύτερης σύνδεσης των δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας, καθώς και μεγαλύτερης επένδυσης στην αναβάθμιση και επανεκπαίδευσή του, ιδιαίτερα στις ψηφιακές δεξιότητες.
Η τεχνολογική εξέλιξη κάνει το ζήτημα ακόμη πιο σημαντικό. Παρότι η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης από ιδιώτες στην Κύπρο είναι υψηλή, η εικόνα στις επιχειρήσεις είναι διαφορετική. Σύμφωνα με την αξιολόγηση του ΔΝΤ, το 2025 λιγότερο από το 10% των κυπριακών επιχειρήσεων με 10 ή περισσότερους εργαζομένους χρησιμοποιούσαν τουλάχιστον μία τεχνολογία τεχνητής νοημοσύνης. Υπάρχει, επομένως, σημαντικό περιθώριο για μεγαλύτερη αξιοποίηση της τεχνολογίας από τις επιχειρήσεις. Σε συνδυασμό με την ανάπτυξη των κατάλληλων δεξιοτήτων, μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην αύξηση της παραγωγικότητας και να βοηθήσει τις κυπριακές επιχειρήσεις να ανταγωνιστούν αποτελεσματικότερα στο εξωτερικό.
Για έναν επενδυτή, επομένως, η διαθεσιμότητα εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού δεν αποτελεί απλώς ζήτημα στελέχωσης. Αποτελεί μέρος της αξιολόγησης της δυνατότητας μιας χώρας να υποστηρίξει την ανάπτυξη μιας επένδυσης σε βάθος χρόνου. Η Κύπρος χρειάζεται όχι μόνο να προσελκύει εξειδικευμένους επαγγελματίες από το εξωτερικό, αλλά και να ενισχύει συστηματικά τις δεξιότητες του εγχώριου ανθρώπινου δυναμικού, συνδέοντας περισσότερο την εκπαίδευση, την επαγγελματική κατάρτιση και την τεχνολογική προσαρμογή με τις πραγματικές ανάγκες της οικονομίας.
Σε μια οικονομία που επιδιώκει να προσελκύει επενδύσεις υψηλότερης αξίας, το ανθρώπινο κεφάλαιο δεν αποτελεί απλώς έναν ακόμη παραγωγικό συντελεστή. Αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη μετατροπή της ανάπτυξης σε διατηρήσιμη ανταγωνιστικότητα.
Το ενεργειακό κόστος ως παράγοντας ανταγωνιστικότητας
Η ενέργεια επηρεάζει άμεσα το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων και, κατά συνέπεια, την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Στην περίπτωση της Κύπρου, το ζήτημα έχει ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα, καθώς η ηλεκτροπαραγωγή εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγόμενα πετρελαϊκά προϊόντα, ενώ η χώρα παραμένει ενεργειακά απομονωμένη. Το ενεργειακό κόστος, επομένως, δεν αφορά μόνο την ενεργειακή πολιτική. Επηρεάζει άμεσα και τις συνθήκες μέσα στις οποίες καλούνται να λειτουργήσουν και να αναπτυχθούν οι επιχειρήσεις.
Οι επιχειρήσεις δεν αξιολογούν το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας απομονωμένα. Για δραστηριότητες με σημαντικές ενεργειακές ανάγκες, η τιμή, η ασφάλεια εφοδιασμού και η προβλεψιμότητα του ενεργειακού κόστους μπορούν να επηρεάσουν επενδυτικές και αναπτυξιακές αποφάσεις. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο έχει επισημάνει ότι η εξάρτηση της Κύπρου από το πετρέλαιο και η απουσία ηλεκτρικής διασύνδεσης συμβάλλουν σε υψηλές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, υπογραμμίζοντας τη σημασία της επιτάχυνσης των επενδύσεων και των μεταρρυθμίσεων στον ενεργειακό τομέα.
Η μετάβαση σε ένα πιο ανταγωνιστικό και διαφοροποιημένο ενεργειακό σύστημα αποτελεί, επομένως, οικονομική προτεραιότητα. Η μεγαλύτερη αξιοποίηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η ενίσχυση των δικτύων και της αποθήκευσης, η πρόοδος σε κρίσιμες ενεργειακές υποδομές και η περαιτέρω ενίσχυση της λειτουργίας της ανταγωνιστικής αγοράς ηλεκτρισμού μπορούν να συμβάλουν στη σταδιακή αντιμετώπιση των διαρθρωτικών αδυναμιών του σημερινού μοντέλου. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο η πράσινη μετάβαση, αλλά η δημιουργία ενός ενεργειακού συστήματος που μπορεί να υποστηρίξει με μεγαλύτερη ασφάλεια και αποτελεσματικότητα την οικονομική δραστηριότητα.
Για μια χώρα που επιδιώκει να προσελκύσει νέες επιχειρήσεις και επενδύσεις, η ενεργειακή πολιτική συνδέεται πλέον άμεσα με την επενδυτική της πρόταση. Η φορολογική ελκυστικότητα μπορεί να περιορίσει μέρος του κόστους μιας επένδυσης, αλλά το πλεονέκτημα αυτό αποδυναμώνεται όταν άλλες σταθερές λειτουργικές δαπάνες παραμένουν υψηλές ή δύσκολα προβλέψιμες. Η αντιμετώπιση του ενεργειακού ζητήματος, συνεπώς, δεν αφορά μόνο τα νοικοκυριά ή τον ενεργειακό τομέα. Αφορά και την ικανότητα της Κύπρου να προσφέρει στις επιχειρήσεις ένα ανταγωνιστικότερο περιβάλλον λειτουργίας.
Η ενέργεια δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη λειτουργικό κόστος. Για μια μικρή και ανοικτή οικονομία όπως η Κύπρος, αποτελεί μέρος της υποδομής πάνω στην οποία στηρίζεται η δυνατότητά της να ανταγωνίζεται για επενδύσεις.
Δικαιοσύνη, θεσμοί και ταχύτητα αποφάσεων
Η ανταγωνιστικότητα μιας οικονομίας δεν εξαρτάται μόνο από το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων, αλλά και από την αποτελεσματικότητα του θεσμικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο αυτές δραστηριοποιούνται. Για έναν επενδυτή, η δυνατότητα εφαρμογής των συμβάσεων, η έγκαιρη επίλυση εμπορικών διαφορών και η ασφάλεια δικαίου αποτελούν ουσιαστικές παραμέτρους κατά την αξιολόγηση μιας χώρας ως τόπου εγκατάστασης ή επέκτασης επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.
Στην περίπτωση της Κύπρου, η αποτελεσματικότητα του δικαστικού συστήματος εξακολουθεί να αποτελεί πεδίο που απαιτεί περαιτέρω πρόοδο. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο επισημαίνει τους μεγάλους χρόνους διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων και τη συσσώρευση εκκρεμοτήτων, καθώς και την ανάγκη για μεγαλύτερη εξειδίκευση, επαρκή στελέχωση και περαιτέρω ψηφιοποίηση του συστήματος. Η επιτάχυνση των σχετικών μεταρρυθμίσεων δεν αποτελεί μόνο θεσμικό στόχο, αλλά συνδέεται άμεσα με τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος.
Η ταχύτητα στην απονομή της δικαιοσύνης έχει ιδιαίτερη σημασία για μια οικονομία που θέλει να προσελκύει διεθνείς επιχειρήσεις και επενδύσεις. Όταν μια επιχειρηματική διαφορά χρειάζεται χρόνια για να επιλυθεί, οι συνέπειες δεν περιορίζονται στο κόστος της δικαστικής διαδικασίας. Δημιουργείται αβεβαιότητα, δεσμεύονται πόροι και γίνεται δυσκολότερος ο προγραμματισμός μιας επιχείρησης. Ένα αποτελεσματικό σύστημα επίλυσης διαφορών, από την άλλη, δημιουργεί μεγαλύτερη εμπιστοσύνη ότι οι κανόνες εφαρμόζονται με συνέπεια και οι υποθέσεις μπορούν να επιλύονται μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα.
Το ζήτημα, όμως, δεν σταματά στα δικαστήρια. Εξίσου σημαντικός είναι ο τρόπος λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης, η σαφήνεια των διαδικασιών και η συνέπεια στην εφαρμογή των κανόνων. Για μια επιχείρηση, το να γνωρίζει τι να περιμένει έχει πραγματική σημασία. Της επιτρέπει να σχεδιάζει καλύτερα, να περιορίζει το διοικητικό κόστος και να λαμβάνει μακροπρόθεσμες επενδυτικές αποφάσεις με μεγαλύτερη βεβαιότητα.
Μια χώρα δεν ενισχύει την ανταγωνιστικότητά της μόνο όταν μειώνει το κόστος της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Την ενισχύει και όταν περιορίζει τον χρόνο, την αβεβαιότητα και την πολυπλοκότητα που συνοδεύουν την ανάπτυξη επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Υποδομές και ψηφιακός μετασχηματισμός
Η ποιότητα των υποδομών αποτελεί βασικό στοιχείο της ανταγωνιστικότητας μιας οικονομίας, καθώς επηρεάζει την ταχύτητα, το κόστος και την αποτελεσματικότητα με την οποία μπορούν να λειτουργούν οι επιχειρήσεις. Για την Κύπρο, η γεωγραφική της θέση και το μικρό μέγεθος της εγχώριας αγοράς καθιστούν ακόμη σημαντικότερη την ύπαρξη σύγχρονων φυσικών και ψηφιακών υποδομών που ενισχύουν τη συνδεσιμότητα της χώρας με τις διεθνείς αγορές.
Η έννοια των υποδομών, ωστόσο, δεν περιορίζεται πλέον στα λιμάνια, τα αεροδρόμια, τις μεταφορές ή τα τηλεπικοινωνιακά δίκτυα. Περιλαμβάνει και την ψηφιακή ικανότητα μιας οικονομίας να εξυπηρετεί επιχειρήσεις και πολίτες μέσα από γρήγορες, απλές και αποτελεσματικές διαδικασίες. Η ψηφιοποίηση της δημόσιας διοίκησης μπορεί να περιορίσει το διοικητικό βάρος, να επιταχύνει τις διαδικασίες αδειοδότησης και τη διεκπεραίωση συναλλαγών και να μειώσει τον χρόνο που απαιτείται για την καθημερινή λειτουργία μιας επιχείρησης.
Για μια χώρα που επιδιώκει να προσελκύει επιχειρήσεις υψηλής προστιθέμενης αξίας, η ψηφιακή μετάβαση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Η ύπαρξη προηγμένων ψηφιακών υποδομών είναι σημαντική, αλλά από μόνη της δεν αρκεί. Χρειάζεται να συνοδεύεται από μεγαλύτερη αξιοποίηση της τεχνολογίας από τις επιχειρήσεις, ανάπτυξη ψηφιακών δεξιοτήτων και ενίσχυση των ψηφιακών δημόσιων υπηρεσιών, ώστε αυτές να μπορούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις μιας οικονομίας που λειτουργεί όλο και περισσότερο σε ψηφιακό περιβάλλον.
Η βελτίωση των υποδομών και η ψηφιοποίηση δεν αποτελούν, επομένως, απλώς έργα εκσυγχρονισμού. Μπορούν να λειτουργήσουν ως εργαλεία ενίσχυσης της παραγωγικότητας, μειώνοντας τις καθυστερήσεις και το διοικητικό κόστος και διευκολύνοντας την ανάπτυξη νέων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Για έναν διεθνή επενδυτή, η δυνατότητα μιας χώρας να προσφέρει υψηλή συνδεσιμότητα, αποτελεσματικές ψηφιακές υπηρεσίες και σύγχρονες διαδικασίες αποτελεί μέρος της συνολικής αξιολόγησης του επενδυτικού περιβάλλοντος.
Σε μια οικονομία που ανταγωνίζεται για επενδύσεις, οι σύγχρονες υποδομές δεν αποτελούν απλώς ένδειξη ανάπτυξης. Αποτελούν τον μηχανισμό που επιτρέπει στην ανάπτυξη να πραγματοποιείται ταχύτερα, αποτελεσματικότερα και με μικρότερο κόστος.
Από τη φορολογική ελκυστικότητα στη συνολική επενδυτική πρόταση
Η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της Κύπρου δεν προϋποθέτει την εγκατάλειψη των πλεονεκτημάτων που συνέβαλαν στην ανάπτυξη του επιχειρηματικού της μοντέλου. Προϋποθέτει, όμως, τη διεύρυνσή τους. Σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου οι φορολογικοί κανόνες μεταβάλλονται και οι επιχειρήσεις αξιολογούν όλο και περισσότερες παραμέτρους πριν από μια επενδυτική απόφαση, η χώρα χρειάζεται να ανταγωνίζεται όχι μόνο ως φορολογική δικαιοδοσία, αλλά ως ολοκληρωμένος επιχειρηματικός και επενδυτικός προορισμός.
Αυτό σημαίνει ότι η φορολογική πολιτική, το ανθρώπινο δυναμικό, η ενέργεια, οι υποδομές, η αποτελεσματικότητα των θεσμών και ο ψηφιακός μετασχηματισμός δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως ανεξάρτητα πεδία πολιτικής. Για μια επιχείρηση, αποτελούν διαφορετικές πλευρές της ίδιας επενδυτικής απόφασης. Ένας ανταγωνιστικός φορολογικός συντελεστής έχει περιορισμένη αξία εάν συνδυάζεται με υψηλό λειτουργικό κόστος, δυσκολία εξεύρεσης εξειδικευμένου προσωπικού ή χρονοβόρες διαδικασίες. Αντίστοιχα, ένα αποτελεσματικό επιχειρηματικό περιβάλλον μπορεί να ενισχύσει σημαντικά την αξία των φορολογικών και άλλων πλεονεκτημάτων που ήδη διαθέτει η χώρα.
Η Κύπρος διαθέτει μια ισχυρή βάση πάνω στην οποία μπορεί να οικοδομήσει την επόμενη φάση της οικονομικής της ανάπτυξης. Η ισχυρή παρουσία της στον τομέα των υπηρεσιών, η διεθνής δραστηριότητα των επιχειρήσεων και η πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά αποτελούν σημαντικά πλεονεκτήματα που μπορούν να αξιοποιηθούν περαιτέρω. Παράλληλα, χρειάζεται να αντιμετωπιστούν αδυναμίες που εξακολουθούν να επηρεάζουν την παραγωγικότητα και να περιορίζουν την ικανότητα της οικονομίας να προσελκύει επενδύσεις μεγαλύτερης οικονομικής αξίας.
Η επόμενη φάση, επομένως, απαιτεί μεγαλύτερη συνέπεια μεταξύ οικονομικής πολιτικής και εφαρμογής. Οι μεταρρυθμίσεις αποκτούν πραγματική αξία όταν μεταφράζονται σε συντομότερους χρόνους διεκπεραίωσης, αποτελεσματικότερες διαδικασίες, καλύτερες υποδομές, μεγαλύτερη διαθεσιμότητα κατάλληλων δεξιοτήτων και αυξημένη προβλεψιμότητα για τις επιχειρήσεις. Αυτά είναι τα στοιχεία που μπορούν να μετατρέψουν ένα θετικό επενδυτικό πλαίσιο σε μακροπρόθεσμο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Η πραγματική επιτυχία για την Κύπρο δεν θα είναι απλώς να παραμείνει ελκυστική για έναν διεθνή επενδυτή. Θα είναι να δημιουργήσει τις συνθήκες ώστε μια επιχείρηση που επιλέγει την Κύπρο να έχει λόγους να παραμείνει, να επανεπενδύσει και να επεκτείνει τη δραστηριότητά της στη χώρα.
Η ανταγωνιστικότητα ως μακροπρόθεσμη επιλογή
Η Κύπρος έχει αποδείξει ότι μπορεί να προσαρμόζεται σε σημαντικές μεταβολές του διεθνούς οικονομικού περιβάλλοντος και να διατηρεί την ελκυστικότητά της ως επιχειρηματικός και επενδυτικός προορισμός. Η επόμενη πρόκληση, όμως, είναι διαφορετική. Δεν αφορά μόνο τη διατήρηση όσων έχουν ήδη επιτευχθεί, αλλά τη δημιουργία ενός οικονομικού περιβάλλοντος ικανού να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της επόμενης περιόδου.
Η ανταγωνιστικότητα δεν διαμορφώνεται από μία μεταρρύθμιση, έναν φορολογικό συντελεστή ή ένα μεμονωμένο κίνητρο. Διαμορφώνεται μέσα από τη συνέπεια με την οποία μια χώρα ενισχύει την παραγωγικότητά της, βελτιώνει τους θεσμούς και τις υποδομές της, επενδύει στις δεξιότητες και περιορίζει τα εμπόδια που αυξάνουν το κόστος και την αβεβαιότητα για τις επιχειρήσεις. Κυρίως, όμως, κρίνεται από το κατά πόσο αυτές οι αλλαγές μεταφράζονται σε ουσιαστικά αποτελέσματα για την πραγματική οικονομία.
Για την Κύπρο, επομένως, η συζήτηση για την προσέλκυση επενδύσεων χρειάζεται να εξελιχθεί από τη σύγκριση φορολογικών πλεονεκτημάτων στη διαμόρφωση μιας συνολικής επενδυτικής πρότασης. Μιας πρότασης που δεν θα απαντά μόνο στο γιατί μια επιχείρηση πρέπει να επιλέξει την Κύπρο σήμερα, αλλά και στο γιατί θα πρέπει να συνεχίσει να επενδύει στη χώρα αύριο.
Η πραγματική ανταγωνιστικότητα μιας οικονομίας δεν αποδεικνύεται από το πόσο εύκολα μπορεί να προσελκύσει μια επένδυση, αλλά από το κατά πόσο μπορεί να δημιουργήσει τις συνθήκες ώστε αυτή η επένδυση να παραμείνει, να αναπτυχθεί και να δημιουργήσει μακροπρόθεσμη αξία.
*Senior Auditor | Author