Αναλύσεις

Η διακυβέρνηση ως το μεγάλο ζητούμενο του 2028

Οι προεδρικές εκλογές του 2028 Θα μπορούσαν να αποτελέσουν την αφετηρία μιας νέας εθνικής συμφωνίας για τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζεται, οργανώνεται και αξιολογείται η δημόσια εξουσία

Καθώς ο δημόσιος διάλογος στρέφεται ολοένα και περισσότερο προς τις προεδρικές εκλογές του 2028, η πολιτική αντιπαράθεση αρχίζει να διαμορφώνεται γύρω από πρόσωπα, συμμαχίες και επικοινωνιακές στρατηγικές. Ωστόσο, το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι ποιος θα κυβερνήσει, αλλά πώς θα κυβερνήσει. Σε μια εποχή κατά την οποία οι κοινωνίες γίνονται πιο απαιτητικές, οι διεθνείς προκλήσεις πιο σύνθετες και οι δημόσιοι πόροι πιο περιορισμένοι, η ποιότητα της διακυβέρνησης αναδεικνύεται στον καθοριστικό παράγοντα επιτυχίας ενός κράτους.

Η Κύπρος έχει πραγματοποιήσει σημαντικά βήματα εκσυγχρονισμού τα τελευταία χρόνια. Παράλληλα, όμως, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει διαρθρωτικές αδυναμίες που σχετίζονται με τη βραδύτητα των διαδικασιών, τον κατακερματισμό αρμοδιοτήτων, την πολυπλοκότητα του διοικητικού συστήματος, τις δυσκολίες συντονισμού μεταξύ υπηρεσιών και τη συχνή απουσία συστηματικής αξιολόγησης των δημόσιων πολιτικών. Τα ζητήματα αυτά δεν αποτελούν αποκλειστικά κυπριακό φαινόμενο· απασχολούν πολλές ευρωπαϊκές χώρες και έχουν οδηγήσει στη σταδιακή μετάβαση από την παραδοσιακή δημόσια διοίκηση σε ένα νέο μοντέλο δημόσιας διακυβέρνησης.

Η σύγχρονη διακυβέρνηση δεν ταυτίζεται με την απλή άσκηση της κρατικής εξουσίας. Πρόκειται για ένα ολοκληρωμένο σύστημα σχεδιασμού, συντονισμού, εφαρμογής, αξιολόγησης και λογοδοσίας, το οποίο επιδιώκει τη δημιουργία δημόσιας αξίας μέσα από αποτελεσματικούς θεσμούς και μετρήσιμα αποτελέσματα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης, το Συμβούλιο της Ευρώπης και τα Ηνωμένα Έθνη αντιμετωπίζουν πλέον τη χρηστή διακυβέρνηση ως βασική προϋπόθεση για τη βιώσιμη ανάπτυξη, την ανταγωνιστικότητα και την κοινωνική συνοχή. Η εξέλιξη αυτή δεν είναι θεωρητική. Χώρες όπως η Φινλανδία, η Δανία, η Εσθονία, η Σιγκαπούρη, η Νέα Ζηλανδία και ο Καναδάς έχουν επενδύσει συστηματικά σε θεσμούς που βασίζονται στη διαφάνεια, στη λογοδοσία, στην ψηφιακή διοίκηση, στη διαχείριση κινδύνων, στη συμμετοχή των πολιτών και στην αξιολόγηση των δημόσιων πολιτικών. Το αποτέλεσμα δεν είναι μόνο αποτελεσματικότερη διοίκηση, αλλά και υψηλότερα επίπεδα εμπιστοσύνης των πολιτών προς το κράτος.

Η εμπιστοσύνη αποτελεί ίσως τον σημαντικότερο δείκτη επιτυχίας μιας διακυβέρνησης. Δεν επιβάλλεται ούτε επικοινωνείται. Καλλιεργείται καθημερινά μέσα από θεσμούς που λειτουργούν με συνέπεια, αμεροληψία και διαφάνεια. Κάθε δημόσια απόφαση οφείλει να είναι επαρκώς τεκμηριωμένη, κάθε ευρώ δημόσιας δαπάνης να μπορεί να ελεγχθεί και κάθε πολιτική να αξιολογείται με αντικειμενικά κριτήρια. Η εποχή κατά την οποία οι κυβερνήσεις κρίνονταν αποκλειστικά από τις προθέσεις ή τις εξαγγελίες τους έχει παρέλθει. Σήμερα κρίνονται κυρίως από τα αποτελέσματα.

Αυτό οδηγεί σε μια δεύτερη μεγάλη μεταβολή, δηλαδή στη μετάβαση από τη διοίκηση διαδικασιών στη διοίκηση επιδόσεων. Ένα σύγχρονο κράτος δεν αρκεί να εφαρμόζει νόμιμες διαδικασίες. Οφείλει να γνωρίζει εάν οι πολιτικές του επιτυγχάνουν τους στόχους τους, ποιο είναι το κοινωνικό και οικονομικό τους αποτύπωμα και ποιες διορθωτικές παρεμβάσεις απαιτούνται. Η καθιέρωση μετρήσιμων δεικτών απόδοσης, ανεξάρτητων αξιολογήσεων και ετήσιων εκθέσεων προόδου δεν αποτελεί τεχνοκρατική πολυτέλεια. Αποτελεί βασικό εργαλείο δημοκρατικής λογοδοσίας.

Εξίσου σημαντική είναι η θεσμοθέτηση ολοκληρωμένων συστημάτων διαχείρισης κινδύνων. Οι σύγχρονες κυβερνήσεις καλούνται να διαχειριστούν κρίσεις που εκτείνονται από τις γεωπολιτικές εντάσεις και την ενεργειακή ασφάλεια μέχρι τις φυσικές καταστροφές, τις κυβερνοεπιθέσεις και τις επιπτώσεις της τεχνητής νοημοσύνης. Η αποτελεσματική διακυβέρνηση δεν περιορίζεται στην αντιμετώπιση των κρίσεων όταν αυτές εκδηλώνονται. Προϋποθέτει έγκαιρη αναγνώριση των κινδύνων, προληπτικό σχεδιασμό και διαρκή ενίσχυση της θεσμικής ανθεκτικότητας.

Παράλληλα, η δημόσια ακεραιότητα δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως ζήτημα καταστολής της διαφθοράς. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι οι αποτελεσματικότεροι Oργανισμοί είναι εκείνοι που αναπτύσσουν κουλτούρα πρόληψης. Δηλώσεις συμφερόντων, σαφείς κανόνες για τις συγκρούσεις συμφερόντων, κώδικες δεοντολογίας, προστασία των πληροφοριοδοτών και ισχυροί μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου αποτελούν πλέον αναπόσπαστα στοιχεία κάθε σύγχρονου συστήματος διακυβέρνησης. Η διαφάνεια δεν είναι εμπόδιο στη λήψη αποφάσεων· είναι προϋπόθεση της αξιοπιστίας τους.

Η τεχνολογία δημιουργεί μιαn ακόμη μεγάλη πρόκληση αλλά και ευκαιρία. Η ψηφιακή διακυβέρνηση δεν εξαντλείται στην ηλεκτρονική παροχή υπηρεσιών. Περιλαμβάνει την αξιοποίηση δεδομένων για τη χάραξη πολιτικής, την αυτοματοποίηση διοικητικών διαδικασιών, τη διαλειτουργικότητα των πληροφοριακών συστημάτων, την ασφαλή χρήση της τεχνητής νοημοσύνης και την προστασία της κυβερνοασφάλειας. Το κράτος του 21ου αιώνα οφείλει να είναι όχι μόνο ψηφιακό, αλλά και ευφυές, χωρίς να χάνει τον ανθρώπινο χαρακτήρα του.

Το ίδιο κρίσιμη είναι και η συμμετοχή των πολιτών. Η διακυβέρνηση δεν μπορεί να περιορίζεται σε μια σχέση εντολής και εκτέλεσης μεταξύ κυβέρνησης και διοίκησης. Οι πολίτες, οι κοινωνικοί εταίροι, τα πανεπιστήμια, οι επαγγελματικοί φορείς και η κοινωνία των πολιτών διαθέτουν γνώση και εμπειρία που μπορούν να βελτιώσουν ουσιαστικά τη δημόσια πολιτική. Η θεσμοθετημένη διαβούλευση, η αξιοποίηση επιστημονικών δεδομένων και η συστηματική αξιολόγηση των επιπτώσεων κάθε σημαντικής μεταρρύθμισης ενισχύουν τόσο την ποιότητα των αποφάσεων όσο και τη δημοκρατική τους νομιμοποίηση.

Για την Κύπρο, όλα τα πιο πάνω συνιστούν μια σημαντική ευκαιρία. Οι προεδρικές εκλογές του 2028 δεν θα πρέπει να αποτελέσουν απλώς μιαν αναμέτρηση πολιτικών συνθημάτων ή αποσπασματικών εξαγγελιών. Θα μπορούσαν να αποτελέσουν την αφετηρία μιας νέας εθνικής συμφωνίας για τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζεται, οργανώνεται και αξιολογείται η δημόσια εξουσία. Ένα σύγχρονο προεκλογικό πρόγραμμα δεν αρκεί να υπόσχεται νέες πολιτικές. Οφείλει να εξηγεί πώς αυτές θα υλοποιηθούν, ποιοι θα είναι οι δείκτες επιτυχίας τους, πώς θα παρακολουθείται η πρόοδός τους και με ποιον τρόπο θα λογοδοτεί η κυβέρνηση για τα αποτελέσματά της. Έχει έρθει η στιγμή, η συζήτηση να μετατοπιστεί από το «τι» στο «πώς». Από τις αποσπασματικές παρεμβάσεις σε μια συνεκτική αρχιτεκτονική διακυβέρνησης. Από τη διοίκηση που αντιδρά στα γεγονότα, στη διοίκηση που προβλέπει, σχεδιάζει και αξιολογεί. Από την πολιτική της συγκυρίας στην πολιτική των θεσμών.

Συμπερασματικά, η Κύπρος διαθέτει το ανθρώπινο δυναμικό, τη θεσμική εμπειρία και την ευρωπαϊκή ένταξη που απαιτούνται για να πραγματοποιήσει αυτό το άλμα. Εκείνο που χρειάζεται είναι ένα συνεκτικό όραμα διακυβέρνησης, ικανό να υπερβεί τους εκλογικούς κύκλους και να οικοδομήσει μια δημόσια διοίκηση περισσότερο αποτελεσματική, περισσότερο αξιόπιστη και περισσότερο ανθεκτική. Ένα τέτοιο όραμα δεν αποτελεί μόνο βασική προϋπόθεση μιας προεκλογικής πρότασης. Αποτελεί εθνική αναγκαιότητα για την επόμενη δεκαετία.

* Πρώην Πρύτανης, Καθηγητής-Ανθρωπολόγος στο Philips University