Ένας στους δέκα νέους εγκαταλείπει πρόωρα την εκπαίδευση
Υψηλά ποσοστά σε νέους με μεταναστευτικό υπόβαθρο και άτομα με αναπηρία
Την ώρα που η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται πλέον μιαν ανάσα από την επίτευξη ενός στόχου που πριν από λίγα χρόνια φάνταζε ανέφικτος, η Κύπρος ακολουθεί διαφορετική πορεία. Το 2025 το 9,1% των νέων στην ΕΕ αποχώρησαν πρόωρα από την εκπαίδευση και την κατάρτιση, ποσοστό αισθητά χαμηλότερο από το 11% του 2015. Στόχος της ΕΕ είναι ο δείκτης να υποχωρήσει κάτω από το 9% έως το 2030, με 17 κράτη μέλη να έχουν ήδη περάσει κάτω από αυτό το όριο.
Στην Κύπρο όμως η δεκαετής εικόνα είναι αντίστροφη, αφού το ποσοστό βρισκόταν μόλις στο 5,2% το 2015 και έφτασε στο 9,8% το 2025. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχει στην κατοχή της η «Σ», η αύξηση κατά 4,6 ποσοστιαίες μονάδες στην Κύπρο, είναι η μεγαλύτερη που καταγράφηκε σε ολόκληρη την ΕΕ την τελευταία δεκαετία. Ακολουθούν η Γερμανία με αύξηση 3 μονάδων και η Αυστρία με 2,7, ενώ κατά την ίδια περίοδο 19 κράτη-μέλη κατάφεραν να μειώσουν το πρόβλημα.
Αξίζει να αναφερθεί πως το 2025 η Κύπρος υποχώρησε στο 9,8%, από περίπου 11,3% το 2024. Πρόκειται για αισθητή βελτίωση μέσα σε έναν χρόνο, ωστόσο δεν αρκεί για να ανατρέψει τη μακροχρόνια εικόνα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι το ποσοστό εξακολουθεί να βρίσκεται πάνω τόσο από τον μέσο όρο της ΕΕ όσο και από τον ευρωπαϊκό στόχο.
Τι δείχνουν τα στοιχεία ανά φύλο
Επισημαίνεται ότι, ως νέοι που εγκαταλείπουν πρόωρα την εκπαίδευση και την κατάρτιση ορίζονται όσοι είναι ηλικίας 18 έως 24 ετών και έχουν ολοκληρώσει το πολύ την κατώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, δηλαδή το Γυμνάσιο.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία όταν εξετάζεται η Κύπρος, καθώς ένα μέρος του πληθυσμού των νέων έχει μεταναστευτικό υπόβαθρο και ορισμένοι μπορεί να είχαν ήδη διακόψει την εκπαίδευσή τους πριν φτάσουν στη χώρα.
Την ίδια ώρα, αναλυτικά στοιχεία για το 2024 έδειχναν ότι στην Κύπρο η πρόωρη εγκατάλειψη έφτανε στο 14,5% μεταξύ των νεαρών ανδρών, έναντι 8,2% μεταξύ των γυναικών. Το χάσμα ήταν τότε το μεγαλύτερο μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ.
Φυσικά, το φαινόμενο δεν είναι αποκλειστικά κυπριακό, καθώς και σε ευρωπαϊκό επίπεδο οι άνδρες εγκαταλείπουν συχνότερα την εκπαίδευση. Το 2025 τα αντίστοιχα ποσοστά στην ΕΕ ήταν 10,6% για τους άνδρες και 7,5% για τις γυναίκες.
Το μεγάλο χάσμα
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η απόσταση που αποκαλύπτεται όταν εξεταστεί ο τόπος γέννησης. Το 2024, η διαφορά στην πρόωρη εγκατάλειψη μεταξύ των νέων που γεννήθηκαν στην Κύπρο και εκείνων που γεννήθηκαν εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης έφθανε τις 28,6 ποσοστιαίες μονάδες και αποτελεί το μεγαλύτερο χάσμα στην ΕΕ.
Ήδη το 2022, τα διαθέσιμα στοιχεία έδειχναν πρόωρη εγκατάλειψη μόλις 3,4% μεταξύ των νέων που είχαν γεννηθεί στην Κύπρο, σε σύγκριση με 26,1% μεταξύ όσων είχαν γεννηθεί εκτός ΕΕ.
Η πρόκληση αυτή συνδέεται, μεταξύ άλλων, με τις μεγάλες μεταναστευτικές ροές, τις γλωσσικές δυσκολίες και την αδυναμία στην ομαλή ένταξη παιδιών που εισέρχονται στο κυπριακό εκπαιδευτικό σύστημα σε διαφορετικά στάδια της σχολικής τους πορείας.
Το πρόβλημα έχει και γεωγραφική διάσταση, καθώς στα ευρωπαϊκά συγκριτικά στοιχεία για το 2024, η Κύπρος εμφάνιζε το υψηλότερο ποσοστό πρόωρης εγκατάλειψης σε πόλεις και προάστια μικρότερης πυκνότητας στην ΕΕ, στο 18,8%. Το στοιχείο υποδεικνύει ότι ο εθνικός μέσος όρος από μόνος του κρύβει πολύ μεγαλύτερες συγκεντρώσεις του προβλήματος σε συγκεκριμένες ομάδες και περιοχές.
Το 36,8% στους νέους με αναπηρία
Ίσως το πιο σοβαρό στοιχείο της έρευνας αφορά τους νέους με αναπηρία. Με βάση τα δεδομένα για τη συγκεκριμένη κατηγορία, το 2023 το 36,8% των νέων με αναπηρία στην Κύπρο είχαν εγκαταλείψει πρόωρα την εκπαίδευση, έναντι μόλις 3,3% για τους νέους χωρίς αναπηρία. Στην ΕΕ τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 19,1% και 9,3%.
Το κυπριακό χάσμα συγκαταλέγεται μεταξύ των μεγαλύτερων στην Ευρώπη και αναδεικνύει τα εμπόδια που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν μαθητές με αναπηρία ή ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες στην ουσιαστική συμμετοχή τους στη γενική εκπαίδευση.
Η εικόνα αυτή αποκτά πρόσθετη σημασία καθώς το εκπαιδευτικό σύστημα καλείται να διαχειριστεί ολοένα μεγαλύτερη διαφορετικότητα στις σχολικές αίθουσες. Το 42,4% των εκπαιδευτικών στην Κύπρο εργάζονται σε σχολεία όπου υπάρχει υψηλό ποσοστό μαθητών, των οποίων η μητρική γλώσσα δεν είναι η γλώσσα διδασκαλίας, έναντι 24,4% στην ΕΕ.
Παράλληλα, το 47,3% εργάζονται σε σχολεία όπου περισσότερο από το 10% των μαθητών έχουν ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες.
Οι λόγοι της αποχώρησης
Η σχολική εγκατάλειψη αποτελεί την κορύφωση μιας μακράς διαδικασίας απομάκρυνσης του μαθητή από το σχολείο, η οποία σε αρκετές περιπτώσεις αρχίζει χρόνια πριν από την οριστική αποχώρηση.
Συστηματικές απουσίες, μαθησιακές δυσκολίες, χαμηλές επιδόσεις, οικονομικές και οικογενειακές δυσκολίες, προβλήματα ψυχικής υγείας, εκφοβισμός, αίσθημα ότι ο μαθητής δεν ανήκει στο σχολικό περιβάλλον ή αδύναμες σχέσεις με τους εκπαιδευτικούς, αποτελούν τους παράγοντες που μπορούν να οδηγήσουν σταδιακά στην αποχώρηση των μαθητών από το σχολείο.
Στην περίπτωση της Κύπρου υπάρχει και ένα δεύτερο «καμπανάκι», που αφορά τις ιδιαίτερα χαμηλές επιδόσεις των μαθητών στις βασικές δεξιότητες. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα του PISA 2025, το 62% των 15χρονων μαθητών στην Κύπρο δεν κατέχουν ούτε τις βασικές δεξιότητες στην κατανόηση κειμένου, το 56% στα μαθηματικά και το 52% στις φυσικές επιστήμες. Η Κύπρος κατατάσσεται τελευταία μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ στις φυσικές επιστήμες και στην κατανόηση κειμένου και προτελευταία στα μαθηματικά. Συνολικά, το 43% των μαθητών δεν διαθέτουν βασικές δεξιότητες και στα τρία γνωστικά αντικείμενα, έναντι 21% στην ΕΕ.
Τα στοιχεία αυτά δεν σημαίνουν ότι οι χαμηλές επιδόσεις οδηγούν αυτομάτως στην εγκατάλειψη του σχολείου, αποτυπώνουν όμως ένα εκπαιδευτικό περιβάλλον στο οποίο μεγάλο μέρος των μαθητών φτάνουν στην εφηβεία χωρίς επαρκώς ανεπτυγμένες βασικές δεξιότητες. Η εικόνα μάλιστα δεν παρουσιάζει βελτίωση σε σχέση με το 2022, καθώς οι επιδόσεις παρέμειναν στάσιμες στις φυσικές επιστήμες και υποχώρησαν περαιτέρω στα μαθηματικά και στην κατανόηση κειμένου.
Το κόστος
Η πρόωρη εγκατάλειψη μεταφέρεται αργότερα στην αγορά εργασίας και στην οικονομία. Συγκεκριμένα, σε επίπεδο ΕΕ λιγότεροι από τους μισούς νέους που αποχώρησαν πρόωρα από την εκπαίδευση εργάζονται. Η ανεργία μεταξύ των νέων χωρίς ολοκληρωμένη ανώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση είναι επίσης αισθητά υψηλότερη, ενώ η συμμετοχή τους σε διά βίου μάθηση είναι χαμηλότερη.
Για την Κύπρο, η περιορισμένη επαγγελματική εκπαίδευση, η χαμηλή ψηφιακή επάρκεια και η πρόωρη εγκατάλειψη συμβάλλουν στα κενά ανθρώπινου δυναμικού, ιδιαίτερα στους τομείς της επιστήμης, τεχνολογίας, μηχανικής και μαθηματικών, περιορίζοντας δυνητικά την παραγωγικότητα και την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση.
Οι χώρες που άλλαξαν τα δεδομένα
Η απόσταση μεταξύ των κρατών-μελών παραμένει τεράστια. Το 2025 η Ρουμανία βρισκόταν στο 15,5%, η Γερμανία στο 13,1% και η Ισπανία στο 12,8%. Παράλληλα, η Κροατία είχε μόλις 2,1%, η Ελλάδα 3% και η Ιρλανδία 3,6%.
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η πορεία ορισμένων χωρών. Μέσα σε δέκα χρόνια η Μάλτα μείωσε το ποσοστό της κατά 7,7 ποσοστιαίες μονάδες, η Πορτογαλία κατά 7,4 και η Ισπανία κατά 7,2.
Η Μάλτα έχει δώσει έμφαση στην έγκαιρη αναγνώριση μαθητών που βρίσκονται σε κίνδυνο, σε εναλλακτικές εκπαιδευτικές διαδρομές και σε προσαρμογές της αξιολόγησης.
Η Ισπανία έχει διευρύνει την επαγγελματική εκπαίδευση και εξετάζει πρόσθετα μέτρα, από την ενίσχυση των υποτροφιών μέχρι την επέκταση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης.
Η Πορτογαλία έχει επεκτείνει προγράμματα παρέμβασης σε μειονεκτούσες περιοχές και έχει επενδύσει σημαντικά στην επαγγελματική εκπαίδευση και στις «δεύτερες ευκαιρίες».
Τα μέτρα στην Κύπρο
Όπως πληροφορείται η «Σ», το πρόγραμμα ΔΡΑΣΕ+, με προϋπολογισμό περίπου 60 εκατ. ευρώ για την περίοδο 2021-2027, στοχεύει μεταξύ άλλων στη σχολική και κοινωνική ένταξη, στη μείωση της πρόωρης εγκατάλειψης, στη βελτίωση των μαθησιακών αποτελεσμάτων και στην υποστήριξη ευάλωτων μαθητών.
Στο ευρύτερο πλαίσιο των ευρωπαϊκών ταμείων συνοχής, περισσότερες από 170 σχολικές μονάδες και περίπου 30.000 μαθητές ετησίως συμμετέχουν σε δράσεις που συνδέονται με τη βελτίωση των μαθησιακών αποτελεσμάτων, την κοινωνική ένταξη και την αντιμετώπιση της σχολικής διαρροής.
Παράλληλα προωθούνται νέα αναλυτικά προγράμματα με μεγαλύτερη έμφαση στις δεξιότητες, πιλοτική εφαρμογή ολοήμερης φοίτησης στη μέση εκπαίδευση, επέκταση της προσχολικής εκπαίδευσης, αλλαγές στην αξιολόγηση των εκπαιδευτικών και μέτρα για περισσότερο συμπεριληπτικό σχολείο.
Το 2026 ανακοινώθηκε επίσης πιλοτική εισαγωγή κοινωνικών λειτουργών σε σχολεία, ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη η προσπάθεια αλλαγής του πλαισίου της ειδικής εκπαίδευσης. Ωστόσο, αρκετές από αυτές τις μεταρρυθμίσεις είναι ακόμη πολύ πρόσφατες για να μπορεί η επίδρασή τους να αποτυπωθεί στα διαθέσιμα στοιχεία.