Στηρίξτε την ποιοτική δημοσιογραφία

Δέκα χρόνια χωρίς τον Άντη

Ταπεινό ενθύμιο σε μιαν απροσμέτρητη αφιέρωση - Δέκα χρόνια από την φυγή ενός ανθρώπου που το μεγαλύτερο μέρος της προσφοράς του ήταν μια αφανέρωτη αλήθεια, ξέρουμε πως όσος καιρός κι αν περάσει, δεν υπάρχει, ούτε θα υπάρξει, ποτέ, τελευταίος λόγος

Η εργασία της μνημόνευσης προϋποθέτει, πάντα, την ανάγκη της ζωής να αγκιστρώνεται σ’ εκείνα που την θρέφουν, σε όσα της δίνουν τη δύναμη να συνεχίσει.

Υπάρχουν γεγονότα που, πράγματι, κατά τον λόγο του ποιητή, σε κόβουν στα δυο, μοιράζουν τον καιρό σ’ εκείνο που αξιομνημόνευτα παρήλθε κι εκείνο που επακολουθεί μετέωρο, ανάμεσα στην πρόσδεση στο παρελθόν και στην εναγώνια απόβλεψη στο μέλλον, που έρχεται αυτόδηλα φτωχότερο αλλά και ανυποψίαστα πιο πλούσιο.

Σαν μια φλόγα που τρεμοπαίζει στις κορυφογραμμές των καιρών, κείνη η φλόγα «που καίει τον άνθρωπο» και «γίνεται δροσερή πικροδάφνη», σύμφωνα, πάλι, με του ποιητή τα λόγια.

Δέκα χρόνια κλείνουν σήμερα από τη φυγή του Άντη και μας κατακλύζει ακριβώς η θέρμη εκείνης της φλόγας που καίει τον άνθρωπο και γίνεται δροσερή πικροδάφνη.

Που αποδίδει, απερίφραστα, την γεύση ενός ιχνήλατου περάσματος και μιας καίρια μεστωμένης παρουσίας.

"Μια λάμψη ο άνθρωπος κι αν είδες, είδες"… Κι όμως, στην αστραπιαία περιδίνηση του βλέμματος για να φυλακιστεί αυτή η λάμψη, φιλοτεχνείται το πορτρέτο μιας ζωής, εξαιρετικά δύσχωρο για να χωρέσει το αχειροποίητο υφαντό των λεπτομερειών που το απαρτίζουν.

Στην περίπτωση του Άντη, μια επίμονη άρνηση να ειπωθεί ο τελευταίος λόγος, τα ξαναβάζει όλα απ’ την αρχή, ξαναρχίζει τη συνομιλία με το άφευκτο, ξανανοίγει το κουτί των πιθανοτήτων.

Γι’ αυτό, κάθε αναφορά στον Άντη, στα όσα έπραξε στο σύντομο πέρασμά του από τη ζωή -, στην αρίφνητη, σε λάμψεις, στίλβη της ανθρωπιάς του, στο ασίγαστο δημιουργικό/επιχειρηματικό του πάθος, στο μέγεθος της απερίσταλτης προσφοράς του στα κοινά -, μοιραία, αφήνει κάτι έξω που δεν έχει εκχωρηθεί στον λόγο, σαν η μυστική, ασύλληπτη παρουσία κάποιου θαυμαστού και απροσμέτρητου πράγματος.

Κι αλλιώς ακούγεται στ’ αφτιά εκείνων που τον γνώρισαν κι αλλιώς στ’ αφτιά όσων μπόρεσαν να αποθησαυρίσουν μερικές μόνον εκλάμψεις της λυσιτελούς, μα πάντα μετρημένης, δημόσιας παρουσίας του.

Μια απροσμέτρητη αφιέρωση

Πώς και τι να αφιερώσεις, λοιπόν, σε κάποιον που ολάκερη η ζωή του ήταν μια απροσμέτρητη αφιέρωση;

Το να αφιερώνεις, ίσως εκφράζει μια ενδόμυχη πρόθεση να προεκταθείς, ως ύπαρξη, σε μιαν αξιοσύνη που σε ξεπερνά, να γίνεις το μικρό δώρο που ξετυλίγεται, σαν νήπιος φωτεινός αντικατοπτρισμός, στη σκιά μιας υπερέχουσας γενναιοδωρίας: Μιας γενναιοδωρίας που συμπτύσσεται ολόκληρη μέσα στην απεραντοσύνη του ίχνους της και μας καλεί να την ακολουθήσουμε, νοερά, ως την αδολίευτη χειρονομία που την θεσμοθέτησε στον κόσμο.

Προσπαθώντας τώρα, με την ίδια νοερή εντρύφηση, να στοιχίσω το όνομα του Άντη με όσα γράφτηκαν και ειπώθηκαν γι’ αυτόν, αισθάνομαι πως το πέρασμά του ανάμεσα στα πράγματα που στοίχιζαν γύρω κι ανάμεσά μας έναν κόσμο, μοιάζει με το πέρασμα εκείνης της βαθιάς ομιλούσας σιωπής που στοιχίζει γύρω από τις λέξεις τη λεπτή, αδιόρατη μεμβράνη ενός νοήματος.

Να αφιερώνεις, λοιπόν, σ' εκείνον που αφιερώθηκε, σαν μια ανεπαίσθητη αύρα αδολίευτης γενναιοδωρίας, ολάκερος στους άλλους, είναι σαν να καλείς τον λόγο της υπόμνησης να γίνει ένα με το έργο, την περιδίνηση της ζωής μέσα και πέρα από τον καλπασμό των ασυναίρετων στιγμών της.

Δέκα χρόνια, λοιπόν, από την φυγή ενός τέτοιου ανθρώπου, που το μεγαλύτερο μέρος της προσφοράς του ήταν μια αφανέρωτη αλήθεια, ξέρουμε πως όσος καιρός κι αν περάσει, δεν υπάρχει, ούτε θα υπάρξει, ποτέ, τελευταίος λόγος. Γιατί, αυτός (ο λόγος) έρχεται, κατά κάποιον τρόπο, πάντα πρώτος, ανακυκλώνει όσα εκείνος ήταν και εποίησε, μέσα σε μιαν πρωθύστερη αφοριστική τελεσιδικία, που λειτουργεί, απλώς, σαν μια εσαεί επιβεβαίωση...

Ο άνθρωπος λειαίνεται έως ότου γίνει αόρατος έλεγε κάπως έτσι ο Ρενέ Σαρ, κι αυτό ήταν κυρίως η μοίρα των ποιητών, αλλά κι εκείνων που τολμούσαν να παρασταθούν στην έκθεση μιας κατακλυσμιαίας αναταραχής, στο όριο που το ανθρώπινο πασχίζει να αναλωθεί πέρα από τον εαυτό του, σε μια χειρονομία που ενώνει, μετεωριζόμενη, το Παν και το Τίποτα. Αόρατος, μα, όπως ο Άντης, διαρκώς ψηλαφήσιμος μέσα στης αγάπης την πλέρια ορατότητα…

«Μια λάμψη ο άνθρωπος…»

Ο Άντης αγαπούσε πολύ τους ποιητές, και πιο πολύ απ’ όλους τον Ελύτη. Τον στίχο του «μια λάμψη ο άνθρωπος, κι αν είδες, είδες», τον είχε καταστήσει σηματοδότη και πυρφόρο της ζωής του.

Μια λάμψη, όλη κι όλη, κι αν είδες… Όπως η στιγμή, που κρύβει εντός της την αιωνιότητα.

Ο Άντης, σε όλη του τη ζωή πάσχισε να εκταμιεύσει αυτήν τη λάμψη, να δώσει λίγο περισσότερη διάρκεια στις ξεθωριασμένες της ανταύγειες, που προσπέφτουν στον καθένα μας δω κάτω, σημάδι ισχνό μιας ανθρωπινότητας που μας έλαχε, κι ίσως δεν μας πρέπει…

Είχε, όμως, ο ίδιος λάμψη αρκετή, τουλάχιστον για να το δοκιμάσει.

Αν η ομορφιά είναι ένα από τα πολλά ονόματα της ικανότητας να είσαι γενναιόδωρος, ο ίδιος υπήρξε η λάμψη αυτής της γενναιοδωρίας, ένας αβύθιστος στον ορίζοντα αστέρας, που διαχέει την ακατάλυτη αύρα μιας ομορφιάς γεννημένης από τις πιο απλές ανθρώπινες χειρονομίες, και συστοιχείται με τα μετέωρα φωτεινά σύμβολα καιρών δίσεκτων.

Τώρα, που σαστισμένοι από τις «ζαβολιές του ανυπόδητου ανέμου, που αρπάζεται απ' την άκρη του νυχτικού της μοίρας και πάει να μας αφήσει στων αιγάγρων το ύπαιθρο έκθετους», καθώς λέει ο αγαπημένος του Ελύτης, τη λάμψη του, ανυποχώρητη κι ανένδοτη στην ορμή ενός άκαρδου κόσμου, τη χρειαζόμαστε όσο ποτέ, όπως εκείνα τα πράγματα που μεγαλώνουν σε σημασία.

Κι αν εκείνος «στα κρυφά έφυγε με όλα τα κλοπιμαία στον νου του, για μιαν απ' την αρχή ζωή απροσκύνητη. Χωρίς κεριά, χωρίς πολυελαίους» (Ελύτης), νιώθεται ανάμεσά μας, «σαν η πιο ταιριαστή παρουσία με όλα όσα ζούσαν μέσα στην πλησμονή μιας επερχόμενης εκπλήρωσης, ώστε να είναι σήμερα η πιο ταιριαστή απουσία με όσα χρειάζεται να συντελεστούν, για να υπάρξει αυτό που είναι ήδη».

Σαν ο ρυθμός ενός βηματισμού που διασχίζει τη ζωή, επιδαψιλεύοντας το αναρίθμητο της δωρεάς «μέσα σε περιβόλια του πορτοκαλιού χρυσά και της σμίλης όμορα λόγια»… Και αλλάζουν τον βουβό θρήνο του πένθους, στη μουσική μιας σεμνής αφιλοκέρδειας που φέρνει η νύχτα όταν τον θυμόμαστε…

Ποιος ήταν

Μαζί με όλες αυτές τις αρετές, ήταν ένας πλέρια καλλιεργημένος άνθρωπος, που πέρα από τα Ελληνικά, μιλούσε άλλες τρεις γλώσσες - Αγγλικά, Γαλλικά και Γερμανικά -, ενώ, πριν από τον ερχομό του στην Κύπρο, είχε διαπρέψει σε σημαντικές θέσεις στο εξωτερικό. Κάτοχος πτυχίων Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών (στο Πανεπιστήμιο του Southampton στην Αγγλία, όπου τελείωσε με «Άριστα»), εργάστηκε ως οικονομικός αναλυτής στη Γενική Διεύθυνση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις Βρυξέλλες (1992-1993). Επίσης διετέλεσε project manager στον συμβουλευτικό οίκο Kienbaum Consultants International Kienbaum στο Ντίσελντορφ της Γερμανίας (1992-1993). Ερχόμενος στην Κύπρο, ανέλαβε διευθυντής μάρκετινγκ του εκδοτικού οίκου ΔΙΑΣ και της τηλεόρασης ΣΙΓΜΑ (1994-1997). Επιπλέον, αποτέλεσε ιδρυτικό και διευθυντικό στέλεχος στην εταιρεία IMH Creative Solutions Consulting (1996-2010) και διευθυντής αναπτύξεως νέων επιχειρήσεων (1997-1999), για να αναλάβει τη διεύθυνση του συγκροτήματος ΔΙΑΣ κατά την περίοδο 1999-2002 και ακολούθως να καταστεί διευθύνων σύμβουλος της Τηλεόρασης ΣΙΓΜΑ και του εκδοτικού οίκου ΔΙΑΣ. Επιπρόσθετα, συμμετείχε σε συμβούλια δημοσίων εταιρειών στην Κύπρο, όσο και στο εξωτερικό. Διετέλεσε, ταυτόχρονα, μέλος του European Publishers Association και διοικητικός σύμβουλος και πρεσβευτής των διεθνών τηλεοπτικών βραβείων Έμι.

Ήταν, ίσως, ο πρώτος που κατάλαβε τη δύναμη των νέων Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας και τις δυνατότητες του διαδικτύου για την ενημέρωση, επενδύοντας, με όραμα, σε ό,τι υποσχόταν το μέλλον.

Δυστυχώς, ο αδόκητος θάνατός του άφησε ανολοκλήρωτα τα πιο θαρραλέα και πρωτοποριακά σχέδια που ετοίμαζε. Ήταν εκείνος, ωστόσο, που πρώτος έβαλε τον θεμέλιο λίθο για όλα όσα σήμερα συναπαρτίζουν το μιντιακό τοπίο μας, παρά την κρίση και τις ολέθριες επιπτώσεις της.

Σκέφτομαι, ποια τύχη θα μπορούσε να έχει σήμερα τούτος ο βαριά καθημαγμένος τόπος, αν αυτός ο σπάνιος, χαρισματικός άνθρωπος ήταν εν ζωή.

Τελέστηκε χθες το μνημόσυνο του Άντη Κ. Χατζηκωστή

Παρουσία συγγενών, φίλων και εκτιμητών του έργου του τελέστηκε χθες Σάββατο, στον ιερό ναό Κωνσταντίνου και Ελένης στη Λευκωσία, το ετήσιο μνημόσυνο του Άντη Χατζηκωστή.

Μετά το πέρας της σύντομης λειτουργίας ακολούθησε τρισάγιο επί του τάφου.

Υποστηρίξτε τη