Αναλύσεις

Η Άγκυρα προελαύνει διπλωματικά στη Λιβύη

Η εξέλιξη συνιστά διπλωματική ήττα για την ελληνική πλευρά

Η επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης δεν αποτελεί απλώς μια νέα εξέλιξη στη διπλωματική αντιπαράθεση της Ανατολικής Μεσογείου. Αναδεικνύει την ενίσχυση της τουρκικής επιρροής στη Λιβύη, τα κενά της ελληνικής διπλωματικής παρουσίας και τις διαφορετικές προσεγγίσεις των διεθνών παραγόντων απέναντι στις τουρκικές επιδιώξεις. Πίσω από την κοινοβουλευτική απόφαση διαμορφώνεται ένα σύνθετο γεωπολιτικό σκηνικό, στο οποίο η Άγκυρα επιχειρεί να εδραιώσει τις θέσεις της, αξιοποιώντας πολιτικές συμμαχίες, οικονομικά συμφέροντα και στρατηγικές συνεργασίες. Για την Αθήνα και τη Λευκωσία, το διακύβευμα δεν περιορίζεται στη νομική αμφισβήτηση του μνημονίου, αλλά επεκτείνεται στη διαφύλαξη των κυριαρχικών δικαιωμάτων τους και στην ικανότητά τους να διαμορφώνουν ενεργά τις εξελίξεις στην περιοχή. Το ερώτημα πλέον είναι κατά πόσον οι διπλωματικές αντιδράσεις θα συνοδευτούν από μια συνεκτική και μακροπρόθεσμη στρατηγική, ικανή να αντιμετωπίσει τα νέα δεδομένα.

Η εδραίωση της τουρκικής επιρροής

Η εξέλιξη αναδεικνύει πρωτίστως την έκταση της τουρκικής διείσδυσης στη χώρα. Ο διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων (IGA), Κωνσταντίνος Φίλης, εκτιμά ότι η επικύρωση δεν αποτέλεσε κεραυνό εν αιθρία, αλλά αποτέλεσμα συστηματικής προσπάθειας της Άγκυρας να εδραιώσει την παρουσία της στο σύνολο του λιβυκού πολιτικού και στρατιωτικού πεδίου. Όπως επισημαίνει, η Τουρκία έχει επενδύσει σημαντικά κεφάλαια στη Λιβύη και έχει προσφέρει στρατιωτική βοήθεια στον στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ και στους γιους του, παρά το γεγονός ότι στο παρελθόν βρισκόταν σε στρατιωτική αντιπαράθεση με το στρατόπεδό του.

Σύμφωνα με τον ειδικό, η Άγκυρα κατόρθωσε να πάψει να θεωρείται απειλή για τη Βεγγάζη, ενώ παράλληλα διατήρησε τις εδραιωμένες σχέσεις της με την Τρίπολη, οι οποίες ανάγονται στο 2019. Όμως, η τουρκική στρατηγική δεν περιορίστηκε στη συνεργασία με τη μία πλευρά της διαιρεμένης χώρας. Αντίθετα, επιδίωξε να αναπτύξει σχέσεις και με τα δύο κέντρα εξουσίας και να δημιουργήσει μια λειτουργική φόρμουλα συνύπαρξης ανάμεσα σε πρώην αντιπάλους.

Παρόμοια είναι η ανάγνωση του στρατιωτικού αναλυτή Σάββα Καλεντερίδη, ο οποίος άσκησε έντονη κριτική στην ελληνική εξωτερική πολιτική. Κατά την εκτίμησή του, η Ελλάδα δεν κατάφερε να διατηρήσει ουσιαστική παρουσία ούτε στην Τρίπολη ούτε στη Βεγγάζη, ενώ η Τουρκία αξιοποίησε διπλωματικούς διαύλους, οικονομικά συμφέροντα και επιχειρηματικές συνεργασίες για να διευρύνει την επιρροή της. «Ουσιαστικά δεν είμαστε παρόντες», ανέφερε, περιγράφοντας μια απουσία που, όπως είπε, αφορά όχι μόνο τις επίσημες διπλωματικές επαφές, αλλά και το πολιτικό και οικονομικό πεδίο, τις επαφές στο παρασκήνιο και την αξιοποίηση πληροφοριών.

Μάλιστα, ο στρατιωτικός αναλυτής απορρίπτει το αφήγημα ότι η επικύρωση αποτελεί παγίδα για την Τουρκία και ότι οι διεθνείς αντιδράσεις θα αναγκάσουν την Άγκυρα να πληρώσει βαρύ τίμημα. Αντιθέτως, θεωρεί ότι η εξέλιξη συνιστά διπλωματική ήττα για την ελληνική πλευρά και προειδοποιεί ότι η παρουσίασή της ως πλήγματος για την Τουρκία δεν αλλάζει τα δεδομένα που διαμορφώνονται στο πεδίο. Παράλληλα, αμφισβητεί ότι ενδεχόμενες ευρωπαϊκές κυρώσεις κατά της Λιβύης θα οδηγούσαν κατ’ ανάγκην σε ανατροπή της απόφασης.

Σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις φαίνεται να διαδραμάτισε η αλλαγή στην ηγεσία της Βουλής των Αντιπροσώπων. Σύμφωνα με πληροφορίες ξένων ΜΜΕ, ο Ακίλα Σάλεχ, ο οποίος βρισκόταν επί σχεδόν δώδεκα χρόνια στην προεδρία του Σώματος και είχε διατηρήσει διαύλους επικοινωνίας με την Αθήνα και το Κάιρο, αντιτασσόταν στην επικύρωση. Στις 6 Οκτωβρίου αντικαταστάθηκε από τον Αλ Σαλεχίν Αμπντούλ Ναμπί, ο οποίος είχε προηγουμένως διατελέσει επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας φιλίας Λιβύης - Τουρκίας.

Ο Λίβυος δημοσιογράφος Άχμεντ Χαλίφα, επικαλούμενος πηγές ασφαλείας στη Βεγγάζη, μετέφερε πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες η τουρκική πλευρά άσκησε πιέσεις στον Σαντάμ Χαφτάρ, γιο του στρατάρχη, προκειμένου να επηρεάσει τη νέα κοινοβουλευτική ηγεσία και να προχωρήσει η επικύρωση. Οι ίδιες πληροφορίες ανέφεραν πως η Άγκυρα άφησε να εννοηθεί ότι νέα καθυστέρηση θα μπορούσε να οδηγήσει σε αναθεώρηση της στήριξής της προς την οικογένεια Χαφτάρ. Οι αναφορές αυτές δεν έχουν επιβεβαιωθεί επισήμως.

Αντίστοιχα, δημοσίευμα του αραβόφωνου ιστότοπου Arabic Post, το οποίο επικαλείται πηγή των υπηρεσιών ασφαλείας, συνέδεσε την απομάκρυνση Σάλεχ με άτυπες συνεννοήσεις σε συνάντηση στο Παρίσι μεταξύ του Σαντάμ Χαφτάρ και του Ιμπραΐμ Ντμπεϊμπά, συμβούλου του πρωθυπουργού της κυβέρνησης της Τρίπολης, υπό γαλλική και αμερικανική αιγίδα. Κατά την ίδια πηγή, οι συνεννοήσεις αφορούσαν και τη δημιουργία των πολιτικών προϋποθέσεων για την έγκριση του μνημονίου. Ούτε αυτή η εκδοχή έχει επιβεβαιωθεί επισήμως, ούτε υπάρχει τεκμηριωμένη συμφωνία ανταλλαγμάτων. Τρεις ημέρες μετά την εκλογή του Αμπντούλ Ναμπί, στις 9 Οκτωβρίου, ο πρόεδρος της Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης Νουμάν Κουρτουλμούς τού απέστειλε συγχαρητήριο μήνυμα, εκφράζοντας την προσδοκία για ενίσχυση της συνεργασίας των δύο κοινοβουλίων.

Σε κάθε περίπτωση, δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι η πολιτική σημασία της επικύρωσης συνδέεται με το θεσμικό βάρος της. Ο Φίλης επισημαίνει ότι η Βουλή των Αντιπροσώπων δεν έχει ανανεωθεί από τον Ιούνιο του 2014, όταν πραγματοποιήθηκαν οι τελευταίες βουλευτικές εκλογές στη Λιβύη. Αναφέρει επίσης ότι το μνημόνιο είχε ήδη τύποις κυρωθεί από το Προεδρικό Συμβούλιο, με επίκληση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Η νέα απόφαση ενισχύει περαιτέρω τη θέση του στο εσωτερικό της χώρας και, κατά τον ίδιο, καθιστά δυσκολότερη μια ενδεχόμενη μελλοντική αναθεώρηση ή ακύρωσή του. Ο Φίλης θεωρεί εξαιρετικά απομακρυσμένο το ενδεχόμενο ανάκλησης, καθώς εκτιμά ότι η Λιβύη αποκομίζει τουλάχιστον 20% επιπλέον θαλάσσια ζώνη βάσει της συμφωνίας, δημιουργώντας συμφέροντα που μια μελλοντική ηγεσία θα πρέπει να σταθμίσει.

Διαφορετικές γλώσσες σε Ευρώπη και ΗΠΑ

Η πολιτική ενίσχυση του μνημονίου στο εσωτερικό της Λιβύης δεν ταυτίζεται με τη νομική του αποδοχή από τρίτα κράτη. Η Αθήνα απέρριψε την απόφαση, υποστηρίζοντας ότι η συμφωνία αντίκειται στο Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας και παραβιάζει κυριαρχικά δικαιώματα κρατών της περιοχής, καθώς αγνοεί τα ελληνικά νησιά, πρωτίστως την Κρήτη, κατά την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξέφρασε στις 21 Οκτωβρίου την έντονη δυσαρέσκειά της, επαναλαμβάνοντας ότι το μνημόνιο δεν συνάδει με το Δίκαιο της Θάλασσας, παραβιάζει κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών και δεν μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα για αυτά.

Τη διάκριση ανάμεσα στη νομική βάση και την πολιτική πραγματικότητα αναδεικνύει ο Στάθης Κυριακίδης, υποναύαρχος εν αποστρατεία, μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Strategy International και σύμβουλος στρατηγικής της Focal Point Cyber Defence. Στην ανάλυσή του σημειώνει ότι η κοινοβουλευτική απόφαση δεν καθιστά νομικά βάσιμο το μνημόνιο, καθώς η οριοθέτηση Τουρκίας - Λιβύης αγνοεί την παρουσία και τα δικαιώματα των ελληνικών νησιών. Επισημαίνει, ωστόσο, ότι η διπλωματική πραγματικότητα δεν εξαντλείται στη νομική επιχειρηματολογία, καθώς μια διεκδίκηση μπορεί να προκαλέσει πρακτικές δυσχέρειες όταν συνοδεύεται από επίμονη πολιτική, διπλωματική δραστηριότητα και στρατιωτική υποστήριξη.

Η στάση της Ουάσιγκτον διαφοροποιείται από τη σαφέστερη νομική διατύπωση των Βρυξελλών. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ απέφυγε να τοποθετηθεί ευθέως επί της νομιμότητας του μνημονίου και κάλεσε τους εταίρους στην Ανατολική Μεσόγειο να επιλύουν τις θαλάσσιες διαφορές μέσω καλόπιστων διαπραγματεύσεων. Στην απάντησή του υπογράμμισε ότι η διευθέτηση των εκκρεμοτήτων εξυπηρετεί τα συμφέροντα όλων των πλευρών και μπορεί να δημιουργήσει προϋποθέσεις για εμπορικές επενδύσεις και έρευνες στην περιοχή. Παράλληλα, ανέφερε ότι Ελλάδα και Τουρκία είναι σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ και τις ενθάρρυνε να συζητήσουν διμερώς τις διαφωνίες τους.

Η αμερικανική τοποθέτηση δεν υιοθετεί την ελληνική θέση, αλλά ούτε διατυπώνει ρητή υποστήριξη προς τη συμφωνία Τουρκίας - Λιβύης. Επιλέγει να εντάξει το ζήτημα στο πλαίσιο των περιφερειακών διαφορών, της διαπραγμάτευσης και της αποκλιμάκωσης. Η επιλογή αυτή, όπως επισημαίνεται στο υλικό, συνδέεται με την επιδίωξη των ΗΠΑ να διατηρήσουν τη συνεργασία μεταξύ δύο συμμάχων του ΝΑΤΟ και να αποφύγουν νέα ένταση στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ο Καλεντερίδης από πλευράς του άσκησε κριτική στην αμερικανική προσέγγιση των ίσων αποστάσεων, υποστηρίζοντας ότι μια γενική έκκληση για διάλογο, χωρίς σαφή καταδίκη των τουρκικών ενεργειών, δεν είναι ουδέτερη όταν, κατά την άποψή του, η μία πλευρά παρανομεί και η άλλη αμύνεται.

Οι επιπτώσεις για Ελλάδα και Κύπρο και οι επιλογές που τίθενται

Ο Φίλης εκτιμά ότι η κίνηση της Βεγγάζης εντάσσεται στην προσπάθεια της Άγκυρας να αυξήσει το κόστος για την Αθήνα, σε μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα επιδιώκει να προχωρήσει την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, Great Sea Interconnector (GSI), καθώς και τη δημιουργία θαλάσσιου πάρκου στο νότιο Αιγαίο.

Ο Καλεντερίδης συνδέει την υπόθεση με τις κινήσεις της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο, αναφερόμενος σε NAVTEX που, σύμφωνα με την περιγραφή του, περιλαμβάνει συντεταγμένες σε θαλάσσια περιοχή η οποία επηρεάζει δυνητικές θαλάσσιες ζώνες της Ελλάδας και της Κύπρου, καθώς και περιοχή που συνδέεται με την ελληνοαιγυπτιακή συμφωνία, έως την Κρήτη. Στέκεται ειδικότερα στη διατύπωση περί συνεννοήσεων και συντονισμού για τον καθορισμό των συντεταγμένων και θέτει ερωτήματα για τη διαδικασία και τον ρόλο εταιρειών που, όπως ανέφερε, συμμετείχαν σε αυτήν. Κατά την εκτίμησή του, η Άγκυρα θα μπορούσε να αξιοποιήσει τη διαδικασία για να προβάλει στο μέλλον τους ισχυρισμούς της περί δικαιωμάτων στην περιοχή.

Στο ίδιο πλαίσιο, ο στρατιωτικός αναλυτής επικρίνει τη συζήτηση για γραπτή ενημέρωση της Τουρκίας σχετικά με δραστηριότητες στην περιοχή, αντί της εξασφάλισης άδειας από την Άγκυρα. Αναφερόμενος στις τοποθετήσεις του Έλληνα Υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Γεραπετρίτη και του Τούρκου ομολόγου του, Χακάν Φιντάν, υποστηρίζει ότι η ονομασία μιας διαδικασίας ως «ενημέρωσης» δεν αναιρεί τις ενδεχόμενες πολιτικές και διπλωματικές συνέπειές της. Κατά τον ίδιο, το κρίσιμο ζήτημα είναι εάν μια τέτοια διαδικασία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από την Τουρκία ως επιχείρημα για την ενίσχυση των διεκδικήσεών της. Αμφισβητεί, επίσης, ότι η Τουρκία μπορεί να θεωρείται παράκτιο κράτος στην περιοχή ανατολικά της Κάσου, εκφράζοντας ανησυχία για τα περιθώρια προβολής των τουρκικών αξιώσεων.

Σύμφωνα με τον αναλυτή, η Ελλάδα δεν μπορεί να περιορίζεται σε διαρκείς εκ των υστέρων αντιδράσεις, αλλά χρειάζεται σταθερή παρουσία στη Λιβύη και μακροπρόθεσμη στρατηγική. Αυτό καταδεικνύει ουσιαστικά η απουσία αποτελεσματικών διαύλων με τις δύο πλευρές της χώρας και η αδυναμία να αξιοποιηθούν οικονομικές και επιχειρηματικές σχέσεις προς υποστήριξη των ελληνικών συμφερόντων.

Από την πλευρά του, ο Κυριακίδης προκρίνει έναν συστηματικό διάλογο τόσο με την Τρίπολη όσο και με τη Βεγγάζη, με σεβασμό στην πολιτική διαδικασία υπό τον ΟΗΕ. Κατά την ανάλυσή του, οι διπλωματικές επαφές θα πρέπει να συνοδεύονται από συγκεκριμένες προτάσεις οικονομικής και τεχνικής συνεργασίας και να μην εξαντλούνται σε μεμονωμένες επισκέψεις ή δημόσιες δηλώσεις. Η τουρκική προσέγγιση προς το στρατόπεδο Χαφτάρ, ενώ η Άγκυρα διατηρούσε δεσμούς με την Τρίπολη, αποτελεί για τον ίδιο παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο μια μακροπρόθεσμη και στοχευμένη πολιτική μπορεί να μεταβάλει τις ισορροπίες.

Σε κάθε περίπτωση, ο Great Sea Interconnector εκτιμάται ότι θα είναι η επόμενη κρίσιμη δοκιμασία. Ο Κυριακίδης υποστηρίζει ότι οι υποθαλάσσιες έρευνες για τη σύνδεση Κρήτης - Κύπρου πρέπει να επανεκκινήσουν χωρίς καθυστερήσεις, με τις προβλεπόμενες αδειοδοτήσεις, αποτελεσματικό επιχειρησιακό σχεδιασμό και στενό συντονισμό με την Κύπρο, τη Γαλλία, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις ΗΠΑ. Κατά την προσέγγισή του, το έργο δεν αφορά μόνο την ενεργειακή ασφάλεια, αλλά και τη δυνατότητα υλοποίησης νόμιμων δραστηριοτήτων χωρίς να εξαρτώνται από τη συναίνεση τρίτου κράτους. Προειδοποιεί ότι οι καθυστερήσεις δεν θα πρέπει να μετατραπούν σε μόνιμη πρακτική εξαιτίας του φόβου τουρκικών αντιδράσεων.