True Heart Café: Η δουλειά που γίνεται αγκαλιά
Υπάλληλοι αποκλειστικά άτομα με αυτισμό – ένα καφέ που δίνει χώρο, ρόλο και αξιοπρέπεια
Σε μια εποχή όπου η συζήτηση για τη συμπερίληψη συχνά μένει σε θεωρητικό επίπεδο, ένα νέο εγχείρημα στο κέντρο της Λευκωσίας επιχειρεί να την μετατρέψει σε καθημερινή πράξη. Το True Heart Café, το οποίο αναμένεται να ανοίξει τις πόρτες του αρχές Μαρτίου, στην οδό Γιάννου Κρανιδιώτη 10Β, στο κέντρο της Λευκωσίας, δεν αποτελεί απλώς έναν ακόμη χώρο εστίασης, αλλά ένα ζωντανό παράδειγμα κοινωνικής και επαγγελματικής ένταξης, όπου άτομα στο φάσμα του αυτισμού αποκτούν ενεργό ρόλο, ευκαιρίες και ορατότητα.
Πίσω από την πρωτοβουλία βρίσκεται ένα οργανωμένο όραμα που συνδυάζει κοινωνική αποστολή και επιχειρηματική προσέγγιση, φιλοδοξώντας ν’ ανοίξει νέους δρόμους για την εργασία, την αποδοχή και την ισότιμη συμμετοχή. Στη «Σημερινή» μιλούν η εμπνεύστρια του εγχειρήματος και ο υπεύθυνος εκπαίδευσης, αναδεικνύοντας τη διαδρομή, τις προκλήσεις και τη σημασία μιας πρωτοβουλίας, που φιλοδοξεί ν’ αλλάξει δεδομένα.
Ένα όραμα που έγινε πράξη
Η κα Έλεν Γεωργίου Ποντίκη, μιλώντας στη «Σημερινή», εξηγεί ότι η ιδέα για το εγχείρημα γεννήθηκε πριν από πέντε χρόνια, όταν ήρθε στην Κύπρο μαζί με τον γιο της Λούη, ο οποίος βρίσκεται στο φάσμα του αυτισμού και τότε ήταν 25 ετών. Όπως διαπίστωσε, υπήρχε εμφανές κενό σε δομές και ευκαιρίες για άτομα με αυτισμό, γεγονός που την ώθησε να θέσει ως πρώτο στόχο τη δημιουργία κατοικιών μέσα στην κοινότητα. Έτσι δημιουργήθηκαν δύο σπίτια στη Λακατάμεια, ωστόσο σύντομα έγινε σαφές ότι αυτό δεν ήταν αρκετό. Σήμερα, πέντε άτομα με αυτισμό που διαμένουν σε αυτά τα σπίτια είναι και μέτοχοι στο καφέ, ενώ συνολικά δεκαεπτά άτομα πρόκειται να εργαστούν σε αυτό, με το άνοιγμα να αναμένεται μέσα στο επόμενο δεκαπενθήμερο.
Από τη στέγη στην εργασία
Όπως αναφέρει, τα παιδιά είναι ενθουσιασμένα, επισημαίνοντας χαρακτηριστικά την περίπτωση μιας κοπέλας με πολλές ικανότητες που παρέμεινε στο σπίτι για δώδεκα χρόνια επειδή δεν μπορούσε να βρει εργασία. «Αυτό που θέλουν περισσότερο είναι να αισθάνονται ότι ανήκουν κάπου», τονίζει, υπογραμμίζοντας ότι η αίσθηση συμμετοχής και αποδοχής είναι καθοριστική για την ψυχολογία και την εξέλιξή τους. Η ίδια σημειώνει ότι η ομάδα είναι ανοιχτή στο να προσφέρει καθοδήγηση και συμβουλές και σε άλλους φορείς ή επιχειρήσεις, ώστε το μοντέλο αυτό να επεκταθεί ευρύτερα. Προς το παρόν, ωστόσο, η προσοχή τους είναι στραμμένη στην επιτυχία του συγκεκριμένου εγχειρήματος. «Μπορεί να μη δημιουργήσουμε εμείς άλλες επιχειρήσεις, αλλά μπορούμε να προετοιμάσουμε άλλους για να το κάνουν», δηλώνει.
Την ίδια ώρα, εξηγεί ότι επιλέχθηκαν τα άτομα που διαμένουν στα σπίτια υποστηριζόμενης διαβίωσης, κάτι που, όπως λέει, ήταν απολύτως φυσικό και δίκαιο, ώστε να συμμετέχουν ενεργά στο εγχείρημα και να νιώθουν ότι τους ανήκει. Παράλληλα, τονίζει ότι υπάρχει πρόθεση ανάπτυξης εκπαιδευτικών προγραμμάτων τόσο για άτομα με αυτισμό όσο και για επιχειρήσεις που επιθυμούν να τα εντάξουν στο ανθρώπινο δυναμικό τους, με στόχο μια σωστά οργανωμένη και ουσιαστική συνεργασία. «Το πιο σημαντικό είναι ότι πρόκειται για μια μεγάλη πρωτοβουλία. Τα δεκαεπτά άτομα είναι πλήρως έτοιμα να εργαστούν και μέχρι σήμερα δεν είχαν πού αλλού ν’ απευθυνθούν για δουλειά», καταλήγει.
Η εκπαίδευση ως κλειδί ένταξης
Ο κ. Γιώργος Χρήστου, υπεύθυνος για την εκπαίδευση της ομάδας,σε δηλώσεις του στη «Σημερινή», ανέφερε ότι η εκπαίδευση των συμμετεχόντων οργανώθηκε σε διαδοχικά στάδια, ώστε η προσαρμογή τους στο εργασιακό περιβάλλον να γίνει ομαλά και με ασφάλεια. Όπως σημειώνει, το πρώτο βήμα ήταν να δημιουργηθεί συνοχή ανάμεσα στα 17 άτομα της ομάδας, μέσα από συναντήσεις γνωριμίας, σύσφιγξης σχέσεων και ενδυνάμωσης, προκειμένου να εξοικειωθούν μεταξύ τους και να νιώσουν το αίσθημα ασφάλειας που απαιτεί ένα εργασιακό πλαίσιο. Στη συνέχεια, η εκπαίδευση επικεντρώθηκε στην ανάπτυξη κοινωνικών και επαγγελματικών δεξιοτήτων μέσω σεναρίων και παιχνιδιών ρόλων, που τους επέτρεψαν να κατανοήσουν τα καθήκοντα και να εξασκηθούν σε πιθανές πραγματικές συνθήκες. Το τελικό στάδιο πραγματοποιήθηκε εντός της καφετερίας, όπου οι εκπαιδευόμενοι καταρτίστηκαν σε θέματα υγείας και ασφάλειας, στον διαχωρισμό θέσεων και αρμοδιοτήτων, καθώς και στην παρασκευή και το σερβίρισμα ροφημάτων.
Αναφερόμενος στην πρόοδο των συμμετεχόντων, σημειώνει ότι εξοικειώθηκαν ταχύτερα απ’ όσο αναμενόταν στον τρόπο επικοινωνίας και εξυπηρέτησης πελατών, κάτι που, όπως εξηγεί, οφείλεται στο γεγονός ότι αρκετοί διέθεταν ήδη ανεπτυγμένες κοινωνικές δεξιότητες. Τονίζει, ωστόσο, πως η επόμενη πρόκληση αφορά και το κοινό, επισημαίνοντας την ανάγκη για σωστή ενημέρωση και ευαισθητοποίηση των πελατών, ώστε η αλληλεπίδραση να γίνεται μέσα σ’ ένα πλαίσιο αμοιβαίου σεβασμού, κατανόησης και υποστήριξης.
Ως βασική αρχή της προσέγγισης, είπε ότι κάθε άτομο αξίζει μια πραγματική ευκαιρία ένταξης σ’ ένα υποστηρικτικό εργασιακό περιβάλλον, γι’ αυτό και η εκπαίδευση προσαρμόστηκε στις ανάγκες και δυνατότητες του καθενός. Όπως επισήμανε, ορισμένοι θα εργάζονται σε βάρδιες μικρότερης διάρκειας και άλλοι σε μεγαλύτερες, ανάλογα με τον βαθμό ετοιμότητάς τους. Αφού ολοκληρώθηκε ένα σημαντικό μέρος της κατάρτισης και ζητήθηκε από τους ίδιους τους συμμετέχοντες να επιλέξουν τα πόστα στα οποία θα επιθυμούσαν να εργαστούν, έγινε ομαδοποίηση με βάση τόσο τη θέση όσο και το επίπεδο προετοιμασίας τους. Στη συνέχεια εφαρμόστηκαν εξατομικευμένες μέθοδοι μάθησης, καθώς κάποιοι ανταποκρίνονται καλύτερα σε οπτικές οδηγίες, άλλοι σε γραπτές και άλλοι σε λεκτικές, ενώ οι διαδικασίες βιντεοσκοπούνταν ώστε να μπορούν να τις παρακολουθούν επαναληπτικά οποιαδήποτε στιγμή.
Ερωτηθείς για τις προκλήσεις που παρουσιάστηκαν κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης, απάντησε ότι η σημαντικότερη ήταν να μπορέσουν οι εκπαιδευόμενοι να αισθανθούν πως βρίσκονται σε ένα περιβάλλον όπου τα λάθη επιτρέπονται και αντιμετωπίζονται ως μέρος της διαδικασίας μάθησης. Όπως εξήγησε, οι περισσότεροι δεν είχαν προηγούμενη εργασιακή εμπειρία, κυρίως επειδή δεν υπήρχε μέχρι σήμερα το κατάλληλο υποστηρικτικό πλαίσιο. Μέσα από ομαδικές συζητήσεις και τη σταδιακή ανάπτυξη σχέσεων εμπιστοσύνης καλλιεργήθηκε ένα κλίμα ασφάλειας και κατανόησης, στο οποίο κάθε άτομο μπόρεσε να νιώσει έτοιμο να εκφραστεί, ν’ αναδείξει τον χαρακτήρα του και ν’ αξιοποιήσει τα προσωπικά του ταλέντα.
Πέρα από έναν καφέ
Κληθείς να προσδιορίσει ποια στοιχεία είναι απαραίτητα για την επιτυχημένη ένταξη ατόμων με αυτισμό στον εργασιακό χώρο, υπογράμμισε ότι το σημαντικότερο είναι μια επιχείρηση να έχει ήδη αναπτύξει συμπεριληπτική κουλτούρα πριν προχωρήσει σε προσλήψεις. Όπως σημείωσε, αυτό επιτυγχάνεται μέσα από δράσεις ευαισθητοποίησης, εφαρμογή καλών πρακτικών, αξιοποίηση έμπειρου προσωπικού και προσαρμογή των διαδικασιών πρόσληψης και ένταξης. Τόνισε ακόμη ότι μια σύγχρονη εργασιακή κουλτούρα οφείλει ν’ αντιμετωπίζει τη διαφορετικότητα ως πλεονέκτημα, να διασφαλίζει ψυχολογική ασφάλεια και να παρέχει θεσμική υποστήριξη στους εργαζομένους, ώστε να μπορούν ν’ αποδίδουν χωρίς να αισθάνονται την ανάγκη ν’ αποκρύπτουν τη νευροδιαφορετικότητά τους.