Αναλύσεις

Χωρίς επίδομα από τον Σεπτέμβριο 20 τυφλοί

Η Παγκύπρια Οργάνωση Τυφλών καταγγέλλει ότι νέοι αιτητές μένουν χωρίς επίδομα, ενώ το Υφυπουργείο απορρίπτει τους ισχυρισμούς και διαβεβαιώνει ότι η χορηγία καταβάλλεται κανονικά – Στο προσκήνιο το υπό συζήτηση νομοσχέδιο

Έντονη αντιπαράθεση έχει προκύψει τις τελευταίες ημέρες γύρω από τη χορηγία τυφλών, μετά από ανακοίνωση της Παγκύπριας Οργάνωσης Τυφλών, η οποία καταγγέλλει διακοπή της εξέτασης αιτήσεων από τον περασμένο Σεπτέμβριο και αφήνει να εννοηθεί ότι νέοι δικαιούχοι μένουν εκτός επιδόματος. Το Υφυπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας απορρίπτει τους ισχυρισμούς, κάνοντας λόγο για λανθασμένη πληροφόρηση και διαβεβαιώνοντας ότι η χορηγία καταβάλλεται κανονικά και οι αιτήσεις εξετάζονται χωρίς διακοπή.

Αντίθετες θέσεις για τη χορηγία

Η Παγκύπρια Οργάνωση Τυφλών υποστηρίζει ότι νέοι αιτητές που έχασαν πρόσφατα την όρασή τους δεν λαμβάνουν το επίδομα των €382, κάνοντας λόγο για δεκάδες περιπτώσεις και εκφράζοντας ανησυχία για ευρύτερες επιπτώσεις σε περίπου 2.050 τυφλούς. Παράλληλα, αναφέρεται σε επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης και επικρίνει τη διαδικασία διαβουλεύσεων, καλώντας τη Βουλή να απορρίψει το σχετικό νομοσχέδιο.

Από την άλλη, το Υφυπουργείο τονίζει ότι η χορηγία καταβάλλεται κανονικά σε 1.995 δικαιούχους, με ετήσια δαπάνη €9,3 εκατ., ενώ από τον Σεπτέμβριο εγκρίθηκαν 88 νέες αιτήσεις και άλλες 120 βρίσκονται υπό εξέταση. Επισημαίνει, επίσης, ότι το νομοσχέδιο δεν καταργεί τη χορηγία, αλλά διατηρεί το υφιστάμενο πλαίσιο και προβλέπει δυνατότητα ενίσχυσης των παροχών.

Το ζήτημα, το οποίο βρίσκεται ήδη στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα ενόψει και της εξέτασης σχετικού νομοσχεδίου στη Βουλή των Αντιπροσώπων.

«Στον αέρα» νέοι αιτητές, λέει η Οργάνωση

Ο Πρόεδρος της Παγκύπριας Οργάνωσης Τυφλών, Χριστάκης Νικολαΐδης, μιλώντας στη «Σημερινή», ανέφερε ότι υπάρχουν σήμερα περίπου 20 άτομα που έχασαν πρόσφατα την όρασή τους και, παρότι υπέβαλαν αιτήσεις από τον Σεπτέμβριο του 2025, δεν λαμβάνουν καμία οικονομική στήριξη. Όπως εξήγησε, πρόκειται για περιπτώσεις που δεν έχουν ενταχθεί ούτε στην ειδική χορηγία για τυφλούς (€368), ούτε στο επίδομα διακίνησης (€75), ενώ -σύμφωνα με τις ίδιες καταγγελίες- κατά την επικοινωνία τους με τα αρμόδια κέντρα αξιολόγησης λαμβάνουν ασαφείς απαντήσεις ή ενημερώνονται ότι δεν προγραμματίζονται ιατροσυμβούλια. Τόνισε ακόμη ότι οι συγκεκριμένοι πολίτες, διαφορετικών ηλικιών, βρίσκονται αντιμέτωποι με αυξημένα έξοδα λόγω της απώλειας όρασης και εξαρτώνται οικονομικά από το οικογενειακό τους περιβάλλον.

Παράλληλα, σχολιάζοντας τα στοιχεία του Υφυπουργείου για έγκριση 88 αιτήσεων το ίδιο διάστημα, υποστήριξε ότι αυτά ενδέχεται ν’ αφορούν συσσωρευμένες αιτήσεις προηγούμενων μηνών και όχι νέες υποβολές μετά τον Σεπτέμβριο, επιμένοντας ότι οι αιτήσεις που κατατέθηκαν μέσω της Οργάνωσης παραμένουν σε εκκρεμότητα χωρίς να έχει προγραμματιστεί η εξέτασή τους. Επιπρόσθετα, εξέφρασε ανησυχία για το περιεχόμενο της νέας νομοθεσίας που βρίσκεται υπό εξέταση, αναφέροντας ότι εισάγει πιο περιοριστικά κριτήρια για τη χορηγία, όπως η παροχή στοιχείων για την υποστήριξη που λαμβάνει το άτομο. Όπως σημείωσε, σε περίπτωση ψήφισης του νέου πλαισίου, τα άτομα που θα χάσουν την όρασή τους στο μέλλον ενδέχεται να μη λαμβάνουν την υφιστάμενη χορηγία, αλλά διαφορετικού τύπου παροχές, όπως προσωπική βοήθεια ή κατ’ οίκον φροντίδα, χωρίς μάλιστα αναδρομική ισχύ, σε αντίθεση με ό,τι προβλέπεται σήμερα.

Κοινωνικές και πρακτικές επιπτώσεις

Απαντώντας σε ερώτηση για τις κοινωνικές επιπτώσεις, ανέφερε ότι η ειδική χορηγία για τυφλούς καλύπτει μέρος του αυξημένου κόστους που συνεπάγεται η απώλεια όρασης, διευκρινίζοντας ότι οι βασικές ανάγκες διαβίωσης εμπίπτουν στο πλαίσιο του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος. Ωστόσο, σημείωσε ότι ορισμένα από τα περίπου 20 άτομα έχουν ήδη υποβάλει αίτηση και για τα σχετικά επιδόματα, με την εξέτασή τους να καθυστερεί για μήνες, ενώ -όπως είπε- λειτουργοί της Οργάνωσης που ήρθαν σε επαφή μαζί τους διαπίστωσαν ότι βρίσκονται σε ιδιαίτερα δύσκολη κοινωνικοοικονομική κατάσταση.

Την ίδια ώρα, επεσήμανε ότι η μη αξιολόγηση των αιτήσεων δημιουργεί πρόσθετα εμπόδια, καθώς τα συγκεκριμένα άτομα δεν έχουν πρόσβαση σε μια σειρά από υπηρεσίες και ελαφρύνσεις, όπως μειωμένες χρεώσεις ηλεκτρικού ρεύματος, υπηρεσίες τηλεπικοινωνιών, καθώς και απαλλαγές από επαγγελματικούς φόρους και δημοτικά τέλη, δεδομένου ότι απαιτείται σχετική πιστοποίηση ή απόδειξη λήψης της χορηγίας από το αρμόδιο Τμήμα.

Ερωτηθείς κατά πόσον οι προωθούμενες αλλαγές ενισχύουν ή αποδυναμώνουν τα δικαιώματα των τυφλών, εξέφρασε τη θέση ότι το υπό συζήτηση νομοσχέδιο συνιστά οπισθοδρόμηση, υποστηρίζοντας ότι μεταβάλλει το υφιστάμενο πλαίσιο προς πιο περιοριστική κατεύθυνση. Όπως ανέφερε, παρότι περιλαμβάνονται υπηρεσίες που ήδη παρέχονται, η πρόσβαση σε αυτές θα εξαρτάται πλέον από την αξιολόγηση «εξατομικευμένων αναγκών» και από πρόσθετα κριτήρια πέραν της ίδιας της απώλειας όρασης, στοιχείο που -κατά τον ίδιο- διαφοροποιεί ουσιωδώς τη σημερινή πρακτική. Παράλληλα, σημείωσε ότι η προσέγγιση αυτή δεν συνάδει, όπως υποστήριξε, με τη φιλοσοφία της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες, καθώς -όπως είπε- δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη τα πολλαπλά εμπόδια που αντιμετωπίζουν τα άτομα χωρίς όραση.

Επιπρόσθετα, υποστήριξε ότι το νομοσχέδιο δεν προβλέπει αυξήσεις στα υφιστάμενα επιδόματα, τα οποία -όπως ανέφερε- παραμένουν στα ίδια επίπεδα από τα μέσα της δεκαετίας του 2000, ενώ αλλάζει και ο τρόπος αξιοποίησής τους. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι παροχές προσανατολίζονται κυρίως στη χρηματοδότηση υπηρεσιών, όπως προσωπική βοήθεια και κατ’ οίκον φροντίδα, περιορίζοντας τη δυνατότητα των ίδιων των δικαιούχων να καλύπτουν άμεσα το κόστος της αναπηρίας τους. Κατά την εκτίμησή του, το βασικό ζήτημα που παραμένει είναι η ουσιαστική κάλυψη αυτού του κόστους, επισημαίνοντας ότι χωρίς επαρκείς πόρους, η προώθηση της ανεξάρτητης διαβίωσης και της συμμετοχής στην κοινωνία παραμένει, όπως ανέφερε, χωρίς πρακτικό αντίκρισμα.

Αβεβαιότητα και φόβοι για το μέλλον

Απαντώντας στο ενδεχόμενο να μείνουν εκτός στήριξης και άλλοι τυφλοί στο επόμενο διάστημα, υποστήριξε ότι το τοπίο παραμένει αβέβαιο, εκφράζοντας ανησυχία για το νέο μοντέλο «φροντίδας» που προωθείται. Όπως ανέφερε, το συγκεκριμένο πλαίσιο -κατά την εκτίμησή του- δεν ευθυγραμμίζεται πλήρως με μια προσέγγιση βασισμένη στα ανθρώπινα δικαιώματα, ενώ εκτίμησε ότι συμβάλλει περιορισμένα στη διασφάλιση επαρκούς βιοτικού επιπέδου και στη μείωση των οικονομικών ανισοτήτων που αντιμετωπίζουν τα άτομα χωρίς όραση. Παράλληλα, άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο περαιτέρω αλλαγών ή και περικοπών στο μέλλον, ιδίως σε περίπτωση δημοσιονομικών πιέσεων, παραπέμποντας σε ανάλογες πρακτικές του παρελθόντος.

Επιπλέον, προειδοποίησε ότι οι συνέπειες μιας τέτοιας πολιτικής, εφόσον εφαρμοστεί, ενδέχεται να είναι μακροχρόνιες και δύσκολα αναστρέψιμες, εκφράζοντας τη θέση ότι δεν υιοθετείται επαρκώς μια δικαιωματική προσέγγιση από την Πολιτεία. Όπως σημείωσε, στο νέο πλαίσιο οι τυφλοί ενδέχεται να επιβαρύνονται οικονομικά για υπηρεσίες που δεν καλύπτονται πλήρως, πέραν της προσωπικής βοήθειας και της κατ’ οίκον φροντίδας, γεγονός που -κατά τον ίδιο- μπορεί να επηρεάσει τόσο τους ίδιους όσο και τις οικογένειές τους.

Σε ό,τι αφορά τη διαδικασία διαλόγου με την Πολιτεία, εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του για τον τρόπο με τον οποίο αυτή εξελίχθηκε, σημειώνοντας ότι η Οργάνωση συμμετείχε μέχρι τις 10 Φεβρουαρίου 2024 στην αρμόδια ομάδα εργασίας για τη νέα νομοθεσία. Όπως ανέφερε, στις συναντήσεις καταγράφονταν οι απόψεις που υποβάλλονταν, χωρίς -κατά τον ίδιο- να διαφαίνεται ουσιαστική αξιοποίησή τους στη διαμόρφωση του τελικού πλαισίου.

Παράλληλα, επεσήμανε ότι η ΚΥΣΟΑ υπέβαλε εισηγήσεις που αφορούσαν τόσο την ανάπτυξη 12 υπηρεσιών, εναρμονισμένων -όπως υποστήριξε- με ευρωπαϊκές πρακτικές και τη σχετική σύμβαση, όσο και 19 προτάσεις για αύξηση και επέκταση επιδομάτων. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι εισηγήσεις αυτές απορρίφθηκαν στο σύνολό τους χωρίς να δοθούν οι προβλεπόμενες εξηγήσεις, ενώ ανέφερε ως παράδειγμα την απουσία πρόνοιας για υποστήριξη ατόμων με τυφλοκώφωση, η οποία -όπως σημείωσε- εφαρμόζεται σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Αναφορικά με το κατά πόσον τα άτομα χωρίς όραση αντιμετωπίζονται ισότιμα σε σχέση με άλλες κατηγορίες αναπηρίας, υποστήριξε ότι δεν μπορεί να γίνει άμεση σύγκριση, καθώς κάθε μορφή αναπηρίας συνεπάγεται διαφορετικά εμπόδια. Τόνισε, ωστόσο, ότι δεν θα πρέπει να υφίστανται διακρίσεις που συνδέονται με την ίδια την αναπηρία, επισημαίνοντας συγκεκριμένα παραδείγματα που -όπως ανέφερε- καταδεικνύουν στρεβλώσεις στο σύστημα. Μεταξύ αυτών, ανέφερε τον αποκλεισμό των τυφλών από προγράμματα υποστηριζόμενης διαβίωσης, καθώς και την πρόνοια για οικονομική βοήθεια στην αγορά αυτοκινήτου σε άτομα άνω των 70 ετών μόνο εφόσον διαθέτουν άδεια οδήγησης, κάτι που, όπως σημείωσε, αποκλείει εκ των πραγμάτων άτομα χωρίς όραση, τα οποία έχουν αυξημένες ανάγκες μετακίνησης.

Παράλληλα, εξέφρασε την άποψη ότι οι προωθούμενες πολιτικές ενδέχεται να επηρεάσουν ευρύτερα τα άτομα με σοβαρές αναπηρίες, υποστηρίζοντας ότι περιορίζουν τις προσωπικές επιλογές και εντείνουν τον έλεγχο στην καθημερινότητά τους. Όπως ανέφερε, τέτοιες προσεγγίσεις συνιστούν, κατά την εκτίμησή του, υποχώρηση σε σχέση με υφιστάμενες πολιτικές και δεν συνάδουν με τις πρόνοιες της σχετικής σύμβασης για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες.

Κληθείς να εκτιμήσει τις συνέπειες σε περίπτωση που δεν υπάρξουν άμεσες αλλαγές, προειδοποίησε ότι οι επιπτώσεις για τους τυφλούς, αλλά και για άλλες ομάδες ατόμων με αναπηρίες, αναμένεται να είναι ιδιαίτερα σοβαρές. Όπως ανέφερε, βασική συνέπεια θα είναι οι μεγάλες καθυστερήσεις στην αξιολόγηση νέων περιστατικών απώλειας όρασης, με αποτέλεσμα οι επηρεαζόμενοι να παραμένουν για μήνες χωρίς οικονομική στήριξη και χωρίς πρόσβαση σε διευκολύνσεις και εκπτώσεις που συνδέονται με την πιστοποίησή τους. Παράλληλα, υποστήριξε ότι στο νέο πλαίσιο ενδέχεται να λαμβάνουν χαμηλότερες παροχές, στο πλαίσιο προσωπικής βοήθειας ή κατ’ οίκον φροντίδας, γεγονός που -κατά την άποψή του- μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω κοινωνικό αποκλεισμό.

Επιπλέον, εξέφρασε την ανησυχία ότι οι εξελίξεις αυτές ενδέχεται να επηρεάσουν και την ψυχολογική κατάσταση των ατόμων, κάνοντας λόγο για κινδύνους αδράνειας, παθητικότητας ή και επιδείνωσης της ψυχικής τους υγείας. Όπως σημείωσε, υπάρχει ορατός κίνδυνος περιθωριοποίησης και επιστροφής σε πιο κλειστά μοντέλα φροντίδας, ενώ υπογράμμισε ότι η Οργάνωση θα συνεχίσει, όπως είπε, τις προσπάθειές της για υπεράσπιση των δικαιωμάτων των μελών της.

Η θέση της ΚΥΣΟΑ

Την ίδια ώρα, η Πρόεδρος της ΚΥΣΟΑ, Θέμις Ανθοπούλου, μιλώντας στη «Σημερινή», ανέφερε ότι σήμερα δεν υπάρχει ενιαίο νομοθετικό πλαίσιο που να ρυθμίζει συνολικά τις παροχές και υπηρεσίες προς τα άτομα με αναπηρίες. Όπως εξήγησε, η νέα νομοθετική πρωτοβουλία στοχεύει στην ενοποίηση όλων των υφιστάμενων παροχών του Υφυπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας σε ένα ενιαίο πλαίσιο, στο οποίο περιλαμβάνεται και η χορηγία τυφλών. Σύμφωνα με την ίδια, ο υφιστάμενος νόμος για την ειδική χορηγία προς τυφλούς ενσωματώνεται αυτούσιος στο νέο νομοθέτημα.

Αναφερόμενη στην πορεία της νομοθετικής διαδικασίας, σημείωσε ότι το σχετικό νομοσχέδιο έχει ήδη κατατεθεί στη Βουλή και βρίσκεται υπό εξέταση στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή, με τα χρονοδιαγράμματα –όπως ανέφερε– να είναι ιδιαίτερα πιεστικά. Τόνισε, παράλληλα, ότι το ενδιαφέρον θα πρέπει να παραμείνει στραμμένο στους πολίτες με αναπηρίες που αναμένουν τις αλλαγές.

Σε γενικές γραμμές, εξήγησε ότι το νομοθέτημα προβλέπει την ενοποίηση όλων των παροχών και υπηρεσιών που σχετίζονται με την ανεξάρτητη διαβίωση σε ένα ενιαίο πλαίσιο, καθώς και τη δημιουργία ενός πιο οργανωμένου δικτύου υποστήριξης. Παράλληλα, ανέφερε ότι επιδιώκεται η αύξηση υφιστάμενων παροχών και η αποσύνδεση της κρατικής πρόνοιας από οικονομικά κριτήρια, επισημαίνοντας ότι μέχρι σήμερα σημαντικό ποσοστό ατόμων με σοβαρές αναπηρίες έχει μείνει εκτός στήριξης. Όπως σημείωσε, η υφιστάμενη κατάσταση, σε συνδυασμό με τη στασιμότητα των επιδομάτων για περίπου δύο δεκαετίες, κατατάσσει τη χώρα χαμηλά σε ευρωπαϊκό επίπεδο ως προς τις παροχές για την αναπηρία.

Μεταβατικό στάδιο και διαβεβαιώσεις

Απαντώντας για το μεταβατικό στάδιο μέχρι την εφαρμογή της νέας νομοθεσίας, ξεκαθάρισε ότι δεν προβλέπεται διαφοροποίηση για τα άτομα με απώλεια όρασης σε σχέση με άλλους δικαιούχους. Όπως ανέφερε, τόσο οι υφιστάμενοι όσο και οι νέοι αιτητές δεν χάνουν οποιεσδήποτε παροχές ή ωφελήματα κατά τη διάρκεια της μετάβασης.

Αναφερόμενη στη φιλοσοφία των αλλαγών, υποστήριξε ότι το προτεινόμενο νομοσχέδιο αποτελεί μια πρώτη ουσιαστική βάση για την αντιμετώπιση διαχρονικών διακρίσεων, ακόμη και εντός της ίδιας της κοινότητας των ατόμων με αναπηρία. Όπως ανέφερε, στόχος είναι να τεθούν οι βάσεις για την άρση της περιθωριοποίησης και τη διαμόρφωση ενός πιο δίκαιου πλαισίου στήριξης.

Παράλληλα, επεσήμανε ότι, παρά τη σημασία της πρωτοβουλίας, τα υφιστάμενα προβλήματα στον τομέα της κρατικής πρόνοιας είναι βαθιά και δεν μπορούν να επιλυθούν άμεσα, αφήνοντας να εννοηθεί ότι απαιτείται περαιτέρω προσπάθεια και χρόνος για ουσιαστική βελτίωση της κατάστασης.

Κλείνοντας, απηύθυνε μήνυμα προς τα άτομα χωρίς όραση που εκφράζουν ανησυχία, διαβεβαιώνοντας ότι δεν τίθεται ζήτημα απώλειας παροχών ή ωφελημάτων είτε για υφιστάμενους είτε για νέους δικαιούχους. Όπως ανέφερε, η διασφάλιση των παροχών αποτέλεσε βασική προτεραιότητα για την ΚΥΣΟΑ, τονίζοντας ότι δεν έχει τεθεί από πλευράς κράτους πρόταση για μείωση ή κατάργησή τους.

Παράλληλα, αναγνώρισε το κλίμα ανησυχίας που έχει δημιουργηθεί, αποδίδοντάς το σε παραπληροφόρηση, και κάλεσε τους πολίτες να αναζητούν ενημέρωση από επίσημες πηγές και να επικοινωνούν με τη Συνομοσπονδία. Υπογράμμισε, τέλος, ότι η ΚΥΣΟΑ συνεχίζει τις προσπάθειές της για την προάσπιση και ενίσχυση των δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρίες.

Τι προβλέπει το νομοσχέδιο

Να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με το νομοσχέδιο, οι υφιστάμενες παροχές ενσωματώνονται στο νέο πλαίσιο και συνεχίζουν να ισχύουν για τους δικαιούχους χωρίς μείωση ωφελημάτων, εφόσον πληρούν τα σχετικά κριτήρια, ενώ τα τυφλά άτομα περιλαμβάνονται και στις παροχές προσωπικής βοήθειας και κατ’ οίκον φροντίδας.