Αναλύσεις

Η Οδύσσεια τού σχετίζεσθαι στην εποχή της ρευστότητας

Στη μυθολογία, ο Σίσυφος καταδικάστηκε να κυλά έναν βράχο στην κορυφή του βουνού, μόνο και μόνο για να τον βλέπει να κυλά ξανά πίσω στη βάση, για την αιωνιότητα. Στη σύγχρονη εποχή, η αναζήτηση της ιδανικής σχέσης από τη νέα γενιά μοιάζει με αυτόν τον μαρτυρικό κύκλο. Κάθε «swipe», κάθε νέα γνωριμία, κάθε ψηφιακή αλληλεπίδραση συνιστά την προσπάθεια ανέβασμα του βράχου: μια υπόσχεση ολοκλήρωσης που, μόλις φτάσει στην κορυφή, γλιστρά μέσα από τα δάχτυλα, καθώς η «επόμενη καλύτερη επιλογή» προβάλλει στον ορίζοντα. Είναι άραγε η τεχνολογία η σύγχρονη «Θεά της Απάτης» που μας υποσχέθηκε τη σύνδεση, ενώ μας προσέφερε τη μοναξιά; Γιατί, ενώ είμαστε περισσότερο «συνδεδεμένοι» από οποιαδήποτε άλλη εποχή, η ικανότητα για βαθιά συναισθηματική επένδυση φαντάζει να ατροφεί;

Η σύγχρονη κοινωνιολογία, με θεμέλιο λίθο το έργο του Zygmunt Bauman, μας διδάσκει ότι ζούμε σε μια εποχή «ρευστής αγάπης». Η νέα γενιά εισέρχεται σε ένα πεδίο όπου οι σχέσεις διέπονται από τους κανόνες της κατανάλωσης· επιλέγουμε συντρόφους με κριτήρια απόδοσης, αισθητικής και άμεσης ικανοποίησης, όπως ακριβώς αγοράζουμε αγαθά. Αυτή η λογική τροφοδοτείται από το «Παράδοξο της Επιλογής», όπως αναλύεται από τον Barry Schwartz: όταν το πεδίο των υποψηφίων είναι θεωρητικά άπειρο, το κόστος ευκαιρίας κάθε επιλογής καθίσταται ψυχολογικά δυσβάσταχτο. Κάθε φορά που επιλέγουμε έναν άνθρωπο, αισθανόμαστε πως απορρίπτουμε χιλιάδες άλλους. Συνεπώς, η διαρκής αυτή κατάσταση ανικανοποίητου μετατρέπει τη σχέση από μια διαδικασία «δημιουργίας κοινού κόσμου» σε μια «προσωρινή δοκιμή», όπου ο σύντροφος καθίσταται αναλώσιμος και αντικαταστάσιμος.

Αυτή η κοινωνική μετάλλαξη δεν δρα σε κενό, αλλά εδράζεται στην ίδια τη νευροβιολογία μας. Οι εφαρμογές γνωριμιών αξιοποιούν μηχανισμούς «διαλείπουσας ενίσχυσης» την ίδια αρχή στην οποία βασίζονται τα τυχερά παιχνίδια. Το «ντοπαμινικό χτύπημα» από ένα νέο «match» λειτουργεί εθιστικά, δημιουργώντας μια ψευδαίσθηση αναζήτησης που, εν τέλει, ενισχύει την επιφανειακότητα.

Στο πλαίσιο αυτό, η δυσκολία της δέσμευσης εξηγείται και από τη Θεωρία της Προσκόλλησης (Bowlby, Ainsworth). Η νέα γενιά εμφανίζει κλιμακούμενη τάση προς το «αποφευκτικό» στυλ προσκόλλησης, ως μηχανισμό άμυνας. Σε έναν κόσμο όπου η απόρριψη είναι άμεση, δημόσια και συχνά «αόρατη» (ghosting), το άτομο μαθαίνει να φυλάσσεται. Ο φόβος της ευαλωτότητας, η ικανότητα, δηλαδή, να εκθέσουμε τις ρωγμές μας, καθίσταται «ριψοκίνδυνη επένδυση». Όπως υποστηρίζει η Brené Brown, η οικειότητα απαιτεί να είμαστε «τολμηροί και ευάλωτοι», ωστόσο η ψηφιακή μας περσόνα είναι κατασκευασμένη για να παραμένει άτρωτη και άψογη. Εύλογα γεννάται το ερώτημα: πώς μπορούμε να αγαπήσουμε, αν δεν επιτρέπουμε στον άλλον να διακρίνει τι κρύβεται πίσω από το «φίλτρο»; Αν ο φόβος της απόρριψης μας ωθεί να προβάλλουμε μόνο την επιμελημένη εικόνα μας, δεν καταλήγουμε να είμαστε δύο ερμητικά κλειστά υποκείμενα, που προσπαθούν να επικοινωνήσουν μέσα από τις χαραμάδες μιας επιφανειακής, ψηφιακής διαμεσολάβησης;

Την απάντηση σε αυτό το αδιέξοδο προσεγγίζει η Sherry Turkle, η οποία στο εμβληματικό της έργο Alone Together θέτει το καίριο ερώτημα: πώς μπορούμε να αντικαταστήσουμε την παρουσία με την αναπαράσταση; Η επικοινωνία μέσω μηνυμάτων αφαιρεί τον τόνο της φωνής, τη γλώσσα του σώματος και τη μικρο-έκφραση του προσώπου, στοιχεία απαραίτητα για την ανάπτυξη της ενσυναίσθησης. Όταν επικοινωνούμε γραπτά, ο εγκέφαλος συμπληρώνει τα κενά με τις δικές μας προβολές, ανησυχίες και ανασφάλειες. Έτσι, συχνά δεν «συνομιλούμε» με τον άλλον, αλλά με μια ιδεατή εκδοχή του που έχουμε πλάσει στο μυαλό μας, οδηγούμενοι αναπόφευκτα στην απογοήτευση όταν η πραγματικότητα συγκρούεται με τη φαντασία. Μήπως, τελικά, η βαθιά μοναξιά που βιώνει η σύγχρονη γενιά είναι το τίμημα που πληρώνουμε για την άρνησή μας να υποστούμε την αδιαμεσολάβητη, συχνά άβολη και πάντα ατέρμονα παρουσία του άλλου;

Στον μύθο του Ορφέα και της Ευρυδίκης, ο Ορφέας χάνει την αγαπημένη του επειδή στρέφεται να την κοιτάξει πριν βγουν στο φως. Η σύγχρονη γενιά βρίσκεται σε μια ανάλογη, αντιστραμμένη κατάσταση: κοιτάζει διαρκώς πίσω, όχι για να δει τον άνθρωπο που έχει δίπλα της, αλλά για να ελέγξει αν υπάρχει κάποια καλύτερη προοπτική στο «σκοτάδι» του ψηφιακού απείρου.

Η λύση, αν υπάρχει, ίσως δεν έγκειται στην απόρριψη της τεχνολογίας, αλλά στην επαναφορά ή μάλλον στην καλλιέργεια της υπομονής ως αρετής. Η αγάπη, στην αληθινή της διάσταση, δεν είναι μια κατάσταση που «βρίσκεται» έτοιμη, όπως ένα προϊόν σε ράφι, αλλά μια «εργασία» που χτίζεται πάνω στα συντρίμμια των προσδοκιών μας. Το ερώτημα που πρέπει να απευθύνουμε στον εαυτό μας δεν είναι «πόσο ταιριάζουμε», αλλά «πόσο είμαστε διατεθειμένοι να μείνουμε για να ανακαλύψουμε τον άλλον, παρά την αρχική μας αμηχανία». Ίσως η πρόκληση της νέας γενιάς να μην είναι η εύρεση του ιδανικού συντρόφου, αλλά η κατάκτηση της ικανότητας να «μένει εκεί που υπάρχουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις» σε μια σχέση, ακόμη και όταν ο αρχικός ενθουσιασμός ξεθωριάσει.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

  • Bauman, Z. (2003). Liquid Love: On the Frailty of Human Bonds. Polity Press.
  • Bowlby, J. (1988). A Secure Base: Parent-Child Attachment and Healthy Human Development. Basic Books.
  • Brown, B. (2012). Daring Greatly: How the Courage to Be Vulnerable Transforms the Way We Live, Love, Parent, and Lead. Gotham Books.
  • Pew Research Center (2023). The State of Digital Dating.
  • Schwartz, B. (2004). The Paradox of Choice: Why More Is Less. Ecco.
  • Turkle, S. (2011). Alone Together: Why We Expect More from Technology and Less from Each Other. Basic Books.

*Ψυχολόγος

Διδάκτορας Εξελικτικής-Σχολικής ψυχολογίας

Μ.Α Διοίκηση εκπαιδευτικών μονάδων

Msc Χρηματοοικονομικά και Ναυτιλιακά

Μ.Α ART therapist

Pgp Συμβουλευτική ψυχολογία

Ειδίκευση στη Συστημική θεραπεία και στη Γνωστική-Αναλυτική θεραπευτική αντιμετώπιση