Τριπλό δημογραφικό καμπανάκι για την Κύπρο
Υπογεννητικότητα, γήρανση και νέα πληθυσμιακή σύνθεση πιέζουν την Κύπρο
Η χώρα γεννά λιγότερο απ’ όσο χρειάζεται, γερνά με σταθερό ρυθμό και αλλάζει ήδη ως προς τη σύνθεση του πληθυσμού της. Τα επίσημα στοιχεία δεν δείχνουν ακόμη πληθυσμιακή συρρίκνωση. Δείχνουν, όμως, ότι η παλιά δημογραφική ισορροπία σπάει.
Το δημογραφικό στην Κύπρο δεν είναι πια ένα βολικό θέμα για συνέδρια, ευχές και γενικές διαπιστώσεις. Τα τελευταία στοιχεία από τη Στατιστική Υπηρεσία και την Eurostat δείχνουν ότι η χώρα βρίσκεται μπροστά σε τριπλή πίεση: υπογεννητικότητα, γήρανση και ταχεία μεταβολή στη σύνθεση του πληθυσμού. Καθεμία από αυτές τις τάσεις, από μόνη της, θα αρκούσε για να σημάνει συναγερμό. Στην κυπριακή περίπτωση, όμως, δεν έρχονται διαδοχικά. Έρχονται μαζί. Και αυτό ακριβώς κάνει το πρόβλημα πιο βαρύ και πιο πολιτικά απαιτητικό.
Η Κύπρος γεννά λιγότερο απ’ όσο χρειάζεται
Το πρώτο καμπανάκι είναι το πιο καθαρό. Το 2024 οι γεννήσεις στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μειώθηκαν στις 9.766, από 10.241 ένα χρόνο νωρίτερα. Ο συνολικός δείκτης γονιμότητας έμεινε στο 1,4 παιδί ανά γυναίκα, δηλαδή πολύ κάτω από το επίπεδο αναπλήρωσης των 2,1 παιδιών. Και το πιο ανησυχητικό δεν είναι μόνο το χαμηλό μέγεθος του δείκτη, αλλά η διάρκειά του: η Κύπρος παραμένει κάτω από το επίπεδο αναπλήρωσης από το 1995. Με απλά λόγια, η χώρα εδώ και τρεις δεκαετίες δεν ανανεώνεται φυσικά στον βαθμό που χρειάζεται.
Η υπογεννητικότητα δεν είναι θεωρητικό ζήτημα. Ακουμπά άμεσα το σχολείο, την αγορά εργασίας, το ασφαλιστικό και τη δυνατότητα μιας οικονομίας να διατηρεί επαρκή ενεργό πληθυσμό στο μέλλον. Ακουμπά, όμως, και την καθημερινότητα των νέων ζευγαριών. Η μέση ηλικία της γυναίκας στο πρώτο παιδί έφτασε στην Κύπρο τα 30,4 έτη το 2024, ενώ η μέση ηλικία γέννησης συνολικά τα 31,6. Η τεκνοποίηση μετατίθεται αργότερα, σε μια χώρα όπου το στεγαστικό κόστος πιέζει, η οργάνωση οικογένειας δυσκολεύει και η απόφαση για παιδί δεν είναι πια αυτονόητο επόμενο βήμα, αλλά ολοένα συχνότερα δύσκολη οικονομική εξίσωση.
Η ευρωπαϊκή εικόνα δεν είναι καλύτερη. Η Eurostat κατέγραψε ότι ο δείκτης γονιμότητας στην ΕΕ υποχώρησε το 2024 στο 1,34, νέο ιστορικό χαμηλό. Όμως, αυτό δεν λειτουργεί ως παρηγοριά για την Κύπρο. Για μικρές χώρες, η υπογεννητικότητα έχει βαρύτερη επίπτωση, επειδή συμπιέζει νωρίτερα τη βάση του πληθυσμού και περιορίζει τα περιθώρια διόρθωσης.
Η ηλικιακή πυραμίδα γέρνει σταθερά
Το δεύτερο καμπανάκι είναι η γήρανση. Στο τέλος του 2024, τα παιδιά κάτω των 15 ετών αντιστοιχούσαν μόλις στο 15,2% του πληθυσμού στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, ενώ οι άνω των 65 είχαν φτάσει στο 18,3%. Η εικόνα είναι απλή και ωμή: οι ηλικιωμένοι είναι πλέον περισσότεροι από τα παιδιά. Αυτή από μόνη της η αντιστροφή αρκεί για να περιγράψει τη μετατόπιση που έχει συντελεστεί.
Η σύγκριση με το 2000 είναι ακόμη πιο αποκαλυπτική. Τότε, τα παιδιά κάτω των 15 ήταν 22,3% του πληθυσμού και οι άνω των 65 μόλις 11,3%. Μέσα σε λιγότερο από ένα τέταρτο του αιώνα, η Κύπρος πέρασε από σαφώς νεότερη ηλικιακή δομή σε πολύ πιο γερασμένη. Και η τάση αυτή δεν είναι στατική. Η Eurostat καταγράφει ότι από το 2015 έως το 2025 η διάμεση ηλικία στην Κύπρο αυξήθηκε κατά 4 χρόνια, μία από τις μεγαλύτερες αυξήσεις σε ολόκληρη την ΕΕ. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο πού βρίσκεται σήμερα η χώρα. Είναι και με ποια ταχύτητα γερνά.
Οι συνέπειες είναι προφανείς. Περισσότερη πίεση σε συντάξεις και υγειονομικές δαπάνες, μεγαλύτερες ανάγκες φροντίδας, στενότερη δεξαμενή εργαζομένων που θα κληθεί να στηρίξει το βάρος. Όσο μειώνεται η αναλογία των νεότερων ηλικιών και αυξάνονται οι μεγαλύτερες, τόσο πιο δύσκολη γίνεται η δημοσιονομική και κοινωνική εξίσωση.
Η Κύπρος δεν αλλάζει μόνο ηλικιακά, αλλά και πληθυσμιακά
Το τρίτο καμπανάκι είναι το πιο ηχηρό, γιατί αφορά τη σύνθεση της ίδιας της κοινωνίας. Η Eurostat καταγράφει ότι το 42% των παιδιών που γεννήθηκαν το 2024 στην Κύπρο είχαν μητέρα γεννημένη εκτός Κύπρου, το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ μετά το Λουξεμβούργο. Το στοιχείο αυτό δεν πρέπει να διαβάζεται πρόχειρα, ούτε συνθηματολογικά. Δεν μετρά εθνική ταυτότητα, ούτε βαθμό ένταξης. Μετρά, όμως, κάτι απολύτως ουσιαστικό: ότι η νέα γενιά στην Κύπρο διαμορφώνεται ήδη πάνω σε διαφορετική κοινωνική βάση από εκείνην που χαρακτήριζε τη χώρα πριν από μία ή δύο δεκαετίες.
Η μεταβολή αυτή δεν είναι αποσπασματική. Την 1η Ιανουαρίου 2025, το 27,6% του πληθυσμού της Κύπρου ήταν γεννημένο στο εξωτερικό και το 24,8% δεν είχε κυπριακή υπηκοότητα, ποσοστά από τα υψηλότερα στην Ένωση. Την ίδια ώρα, η καθαρή μετανάστευση για το 2024 εκτιμήθηκε στις 13.588, με 40.471 μακροχρόνιους μετανάστες να εισέρχονται και 26.883 να εξέρχονται. Άρα, η πληθυσμιακή κίνηση της χώρας δεν στηρίζεται μόνο στη φυσική αύξηση, αλλά σε πολύ μεγάλο βαθμό και στις μεταναστευτικές ροές.
Εδώ χρειάζεται η σωστή δημοσιογραφική ακρίβεια. Η Κύπρος δεν βρίσκεται σήμερα σε πληθυσμιακή κατάρρευση. Ο πληθυσμός στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές έφτασε στο τέλος του 2024 τις 983 χιλιάδες, αυξημένος κατά 1,7% σε σχέση με το 2023. Οι γεννήσεις παρέμειναν περισσότερες από τους θανάτους, που ανήλθαν σε 6.753.
Το τριπλό πρόβλημα
Αυτό είναι και το βαρύτερο συμπέρασμα των αριθμών. Αν υπήρχε μόνο υπογεννητικότητα, η απάντηση θα ήταν πολιτικές για στέγη, παιδί και οικογένεια. Αν υπήρχε μόνο γήρανση, η απάντηση θα ήταν ασφαλιστικός και υγειονομικός σχεδιασμός. Αν υπήρχε μόνο αλλαγή στη σύνθεση του πληθυσμού, η απάντηση θα ήταν ένταξη, παιδεία και κοινωνική συνοχή. Στην Κύπρο, όμως, συμβαίνουν και τα τρία μαζί. Και αυτό σημαίνει ότι η χώρα χρειάζεται όχι άλλη μία γενική συζήτηση για το δημογραφικό, αλλά σοβαρή στρατηγική με ορίζοντα δεκαετίας.