«Το Ημερολόγιο ενός βοσκού τις μέρες του Αφθώδη Πυρετού»
Mια προσωπική μαρτυρία/αφήγημα
Κάθε μεσημέρι γύρω στις 12:30 κάνω το διάλειμμά μου από τις δουλειές που κάνω στη φάρμα μου. Εκείνη την μίαν ώρα της ανάπαυλάς μου, παίρνω την υπερήλικη μάνα μου που περιμένει καθηλωμένη στο κρεβάτι της για το τηλεφώνημά μου, ανταλλάζω κανένα μήνυμα με τις αδελφές μου που μένουν στο εξωτερικό, να μάθω αν είναι καλά και κλείνω τα μάτια μου κανένα τέταρτο με μισάωρο για να ανακτήσω λίγο τις δυνάμεις μου. Αυτή είναι όλη κι όλη η ξεκούραση μου μες την ημέρα. Εκείνο όμως το μεσημέρι, στις 16 Δεκεμβρίου 2025, άκουσα από το ραδιόφωνο (στη μονάδα μου ακούμε όλα τα άτομα ράδιο και μουσική, δίποδα και τετράποδα!) μια ανακοίνωση από τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Γεωργίας για μια ασθένεια των προβάτων που εντοπίστηκε στα κατεχόμενο βόρειο τμήμα. Αυτό με έκανε να ανησυχώ και να βιάζομαι να τελειώσω την καθαριότητα του διαμερίσματος που είχα σταβλίσει τα αρνιά μου όπου τους έδινα συμπληρωματική τροφή. «Τι να ’ναι πάλε τούτον!» σκεφτόμουν καθώς πάλευα να μαζέψω την κοπριά σε «βουνάρκα» που τα αρνιά μου την έβρισκαν πολύ ενδιαφέρουσα κι όλο χοροπήδαγαν τριγύρω της και μου την χάλαγαν. Δεν εκνευριζόμουν όμως. Τα έκανα χάζι που ήταν χαρούμενα και ζωηρά. Σαν μικρά παιδιά κι αυτά! Μπορείς να τους κόψεις τον αυθορμητισμό που έχουν ανακαλύπτοντας το περιβάλλον τους; Δεν μπορείς…
Παράξενη εκείνη η μέρα θυμάμαι, και το στόμα μου στέγνωσε από την αγωνία. Κάθισα να ψάξω στο διαδίκτυο για άλλες δηλώσεις, αναζήτησα να μάθω κι γι’ αυτήν την ασθένεια που συζητούσαν στις ειδήσεις. «Αφθώδης Πυρετός. Μια εξαιρετικά μεταδοτική ιογενής ζωονόσος που προσβάλλει δίχηλα ζώα…» διάβασα. «Χριστός να φυλάει!» ψιθύρισα και έβαλα ασυναίσθητα τον σταυρό μου, με φόβο και αγωνία. Ύπνος δεν μου κόλλησε εκείνο το μεσημέρι, ούτε κανένα άλλο μεσημέρι μετά από εκείνο. Σκεφτόμουν το πόσο σοβαρή ασθένεια είναι, πόσο εύκολο είναι να εξαπλωθεί σύμφωνα με αυτά που κατάφερα να βρω στο διαδίκτυο και να διαβάσω.
Τα Χριστούγεννα πούλησα τα αρνιά μου εφευρίσκοντας πατέντες να μην πλησιάσει το φορτηγό του ζωέμπορου στη μονάδα μου, φτιάχνοντας «προσωρινό διάδρομο» για να τα οδηγήσω όσο πιο κοντά στην πόρτα εξόδου. Η μονάδα μου είναι περίκλειστη. Από όταν δημιουργήθηκε, πριν 30 χρόνια, πρώτα κατασκευάστηκε η 2,5 μέτρων ψηλή περίφραξη από τσιμεντόπλιθους και έπειτα το εσωτερικό της. Σχεδιασμός του πατέρα μου, καλή ώρα να έχει εκεί στην ουράνια θέση του. Ακόμα και τροχόλουτρο είχε προνοήσει να κατασκευάσουμε και μια μεγάλη πόρτα, που από εκείνο το μεσημέρι που άκουσα τα νέα για κείνη την αρρώστια πήγα και την έκλεισα, κι αποφάσισα να μην βάζω μέσα ούτε το δικό μου όχημα. «Προτιμότερο να το φήννω έξω. Για παν ενδεχόμενον!»» σκέφτηκα όπως επαναλάμβανε κι ο πατέρας μου αυτή τη λέξη συχνά.
«Γέμισα τα ποδόλουτρά μου, με την ψεκαστική μου ψεκαζω τους τροχούς του οχήματός μου κάθε φορά που κατεβαίνω στην πόλη, φκάλλω τα ρούχα μου συχνά», έτσι περιέγραφα στις αδελφές μου τη νέα μου πραγματικότητα. Οι μέρες περνούσαν και το μακρινό σενάριο εξάπλωσης της ασθένειας έγινε κοντινό. Στις 20 Φεβρουαρίου συμβαίνει στην επαρχία Λάρνακας το πρώτο κρούσμα. Τότε, αποφάσισα πως έπρεπε να μείνω και να κοιμάμαι εκεί στο μικρό δωμάτιο που είχε η μονάδα μου, για να περιορίσω όσο το δυνατόν τον κίνδυνο να φέρω εγώ ο ίδιος κάτι μέσα στη μάντρα μου. «Αυτό πρέπει να το αποκλείσω διά παντώς!» σκεφτόμουν. Έτσι, περιόρισα τις διαδρομές μου στο σπίτι μου για τα απαραίτητα της διατροφής μου, πήγαινα μια φορά στις δέκα ημέρες και επισκεπτόμουν την μάνα μου. Μεγάλος ο κόπος μου για να ξαναμπώ πάλι στη μάντρα μου. Τύλιγα τα ρούχα που φόραγα έξω μπόγο, και τα έπλενα κατευθείαν, τα παπούτσια μου σε άλλη σακούλα…σαν να ξαναζούσα τις στιγμές του κορωνοϊού μού έμοιαζε. «Δε βαρκιέσαι» σκεφτόμουν «φτάνει να γλιτώσουν τα ζωντανά μου. Χαλάλι κάθε θυσία!»
Κληρονόμησα αυτή την εκτροφή από τον πατέρα μου πριν από 15 χρόνια. Δεν ήταν αυτό το επάγγελμά μου. Μη σας πω πως δεν ήθελα καθόλου να μπλέξω με την κτηνοτροφία, μα έλα που όταν αποφάσισε ο πατέρας μου να πουλήσει τα ζώα του λόγω προχωρημένης ηλικίας, συναίνεσα να μου αφήσει 10 νεαρά, για να μην εγκαταλειφθεί ολωσδιόλου η μάντρα. Έβλεπα τους κόπους των γονιών μου και τη χρόνια δέσμευσή τους, 365 ημέρες τον χρόνο ασταμάτητη δουλειά, χωρίς διακοπές, χωρίς γιορτές και σκόλες… Στην αρχή, αφού ανέλαβα αυτά τα δέκα «ποΐζια» πήγαινα και τα φρόντιζα δυο φορές την ημέρα. Μα έπειτα αυτά γέννησαν, ήθελαν όλο και περισσότερη φροντίδα. Διέκρινα πως με τον καιρό με διάλεξαν, με αγάπησαν, με αποδέχθηκαν ως φροντιστή τους. Μου ψαχούλευαν με το στόμα τους τα ρούχα μου, τα χέρια μου. Ακόμα θυμάμαι το ζεστό ρουθούνισμά τους στις παλάμες μου. Σαν να’ ταν το «ευχαριστώ» τους! Αυτά πολλαπλασιάστηκαν, μαζί και η αγάπη μου για δαύτα. Καθόμουν και τα χάζευα ώρες, και τα αγάπησα βαθιά. Άφησα την κύρια εργασία μου και προσηλώθηκα στη φροντίδα τους. Αγάπησα την τιμιότητα αυτού του πρωτόγονου επαγγέλματος του «ποιμένα», που αποκτά με κόπο το ψωμί του ζώντας ανάμεσα σ’ αυτά τα ανιδιοτελή πλάσματα που λαλιά και χέρια δεν έχουν, μα έχουν άλλους τρόπους πιο «ανθρώπινους» να δείχνουν την αφοσίωσή τους. Τους είχα ονόματα όπως ακριβώς ο πατέρας μου, που αναγκαστικά τα αντιστοίχιζα με τα «απρόσωπα νούμερα» που μου έδιναν οι κτηνιατρικές υπηρεσίες. Ακόμα, αλυσίδες κοσμούσαν στον λαιμό τους για ομορφιά. Έτσι ήθελε τις «κουέλλες» του ο πατέρας μου, να ξεχωρίζουν! Άτομα ξεχωριστά, όχι αριθμοί! «Η Μαυρόψα, η Νικολίνα, η Αβρααμού, ο Καραΐσκος ακόμα και ο Μακάριος…» Άτομα ζώντα, όχι αριθμοί…
Στις 12 Μαρτίου προμηθεύτηκα το εμβόλιο και ακολούθησα κατά γράμμα τα προβλεπόμενα. 16 Μαρτίου 2026, άκουσα την επίσημη ανακοίνωση, πως ο ιός «έσπασε» τον αρχικό περιορισμό στην επαρχία Λάρνακας και πέρασε στην επαρχία Λευκωσίας, επηρεάζοντας τις κτηνοτροφικές ζώνες Ιδαλίου και Γερίου. «Ο ιός κάνει εκατοστάρι σπριντ και εμείς περπατούμε χαλαρά» σκέφτηκα εκείνη τη στιγμή. Δεν άργησε το «ξερό» τηλεφώνημα από τον κτηνιατρικό λειτουργό όπου με ενημέρωνε για την εξάπλωση της ασθένειας. «Πράξετε τα δέοντα», μου είπε, ορθά κοφτά και έκλεισε η γραμμή. Έμεινα για αρκετή ώρα αποσβολωμένος…
Στις 31 Μαρτίου οι κτηνιατρικές υπηρεσίες δίνουν το παρών τους στη φάρμα μου και κάνουν τις απαραίτητες αιμοληψίες και 7 ημέρες αργότερα μου ανακοινώνεται και πάλιν τηλεφωνικά, ότι κάποια από τα ζώα μου ήταν θετικά. Τίποτα άλλο, καμία διευκρίνηση καμιά ενσυναίσθηση για τη σοβαρότητα του ανακοινωθέντος. Τίποτα απολύτως. Δεν κατόρθωσα να ρωτήσω κι εγώ κάτι, καθώς τα γόνατα μου λύγισαν, η αναπνοή μου κόπηκε. Κάθισα κατάχαμα για να βρω τη φυσιολογική αναπνοή μου, να προσπαθήσω να ελέγξω νου και σώμα που ήταν διαλυμένα. Έμεινα εκεί ώρα πολλή, μα τα βελάσματα των αγαπημένων μου ατόμων, με ειδοποιούσαν για την απογευματινή τους ρουτίνα. «Είναι ώρα για την απογευματινή μας μερίδα, η ώρα για άλμεξη, η ώρα για θηλασμό, η ώρα, η ώρα…Ήρθε η κακιά η ώρα!»
Η καρδιά μου ζύγιζε τόνους. Έκανα με μεγάλη δυσκολία πολύ λίγα. Τα περισσότερα τα έκανε ο γιος μου που ήρθε για συμπαράσταση.
Το βράδυ δεν θέλησα να εγκαταλείψω τα ζώα μου. Έμεινα εκεί ανάμεσά τους σαν σωστός ποιμένας, σαν στρατιώτης που πολεμάει μέχρι εσχάτων. Πριν ξημερώσει, εγώ άρχισα και πάλι τη ρουτίνα της περιποίησής τους, καμώνοντας πως δεν συμβαίνει τίποτα. Τα καμάρωσα που ήταν εύρωστα, πεντακάθαρα χωρίς ίχνος ρίπου στο μαλλί τους, μα πάνω απ’ όλα υγιή. Άλμεξα, τάισα, φρόντισα τα αγαπημένα μου άτομα κατά πώς έπρεπε.
Κατά το μεσημέρι, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση, το συνεργείο θανάτωσης ήταν στην πόρτα μου. Η σφραγισμένη για μήνες πόρτα μου, άνοιξε διάπλατα για να κάνουν οι απρόσκλητοι επισκέπτες, απρόσκοπτα τις εργασίες τους. Ο κτηνιατρικός λειτουργός με ένα ογκώδη φάκελο, μου εξήγησε κάποια πράγματα που αδυνατούσα να καταλάβω και να επικοινωνήσω. Έβαζα μηχανικά τις υπογραφές μου στα σημεία που μου υποδείκνυε, χωρίς ερωτήσεις, χωρίς αντίσταση. Ήθελα απλά το μαρτύριό μου να τελειώνει… Το μαρτύριο της σταγόνας… Με την τελευταία υπογραφή, σηκώθηκα σαν να με κτύπησε ρεύμα. Κουβέντα δεν αντάλλαξα. Τα αγαπημένα μου άτομα βέλαζαν αναστατωμένα με όση δύναμη είχαν. Είχαν ξεσηκώσει τον ντουνιά. Μπήκα στο αυτοκίνητό μου βιαστικός και έφυγα. Ούτε γω ξέρω πώς έφτασα στο σπίτι μου και σωριάστηκα άψυχα στον καναπέ. Οι γιοι μου έμειναν στη μάντρα μου μέχρι να τελειώσει το μακελειό. Έφτασαν στο σπίτι στις 10 βραδινή. Άκουσα που η μάνα τους, τους ρώτησε «Τι έγινε ρε παιθκιά, γιατί εν απαντούσατε τα τηλέφωνα;» «Τι ήθελες να γινεί, μάνα;» αποκρίθηκε ο μεγαλύτερος «Πόλεμος».
Άφησα να περάσουν 15 ημέρες χωρίς να επισκεφτώ τη φάρμα μου, παλεύοντας να δώσω χώρο στον πόνο μέσα μου, μα φαίνεται πως χρειάζεται «πολλές σκάλες χωράφιν»… Η μόνη μου επιλογή είναι να ζήσω παρέα με αυτόν. Διάβηκα σε όλα τα διαμερίσματα της φάρμας μου. Οργή Θεού! Οι ταΐστρες, οι ποτίστρες, τα διαχωριστικά ξεχαρβαλωμένα… Μια «άρρωστη σιωπή» παντού. Αβίαστα ήρθε ο ήχος από τα βελάσματά τους την τελευταία εκείνη ημέρα στα αυτιά μου, και έκανα εικόνα την αγωνία των λατρεμένων μου ατόμων που έτρεχαν και κτυπούσαν πάνω στους τοίχους για να γλυτώσουν από το βλήμα του πυροβόλου. Έκανα εικόνα τα αγωνιώδη βλέμματα των αρνιών που ξελαρυγγιάζονταν καλώντας τις μανάδες τους για προστασία. Πόλεμος! Θυμήθηκα τον εαυτό μου 52 χρόνια πριν να τρέχω μες τα χωράφια να γλυτώσω από τις σφαίρες του Αττίλα.
Ήρθαν τα λόγια της μάνας μου στον νου μου «Όσο άσπρο εν το γάλαν, τόσος εν ο κόπος του» έλεγε. Άραγε μπορεί κάποιος από αυτούς που διαχειρίζονται τις τύχες μας να το καταλάβει; Κι ακόμα έλεγε «χωρίς ψουμίν τζιαί γάλαν, η ανθρωπότης εν χαμένη». Παραμένω στην ίδια απορία. Άραγε μπορεί κάποιος από αυτούς που διαχειρίζονται τις τύχες μας να το καταλάβει;
ΝΚΜ