Τραμπ και Τουρκία δοκιμάζουν Αθήνα και Λευκωσία
H Ελλάδα και η Κύπρος δεν πρέπει να οικοδομούν τη στρατηγική τους πάνω στην υπόθεση ότι η Τουρκία θα παραμείνει μόνιμα απομονωμένη από τη Δύση.
H Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα αποδείχθηκε πεδίο επίδειξης μιας νέας πολιτικής δυναμικής στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις, με τον Πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών να προβαίνει σε σειρά ιδιαίτερα θερμών δηλώσεων υπέρ του Τούρκου Προέδρου και της γεωπολιτικής σημασίας της Τουρκίας. Παράλληλα, άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο άρσης των περιορισμών στις αμυντικές σχέσεις με την Άγκυρα, περιλαμβανομένης της επανεξέτασης του ζητήματος των F-35 και των κυρώσεων που επιβλήθηκαν μετά την αγορά των ρωσικών S-400.
Οι εξελίξεις αυτές δεν μπορούν να ερμηνευθούν αποκλειστικά ως προσωπικές εκδηλώσεις συμπάθειας του Αμερικανού Προέδρου προς τον Τούρκο ομόλογό του. Αντίθετα, εντάσσονται σε μια ευρύτερη αναδιάταξη της αμερικανικής στρατηγικής, όπου η Τουρκία επαναξιολογείται ως κρίσιμος γεωπολιτικός κόμβος μεταξύ Ευρώπης, Μέσης Ανατολής, Μαύρης Θάλασσας και Καυκάσου. Η σημασία της ενισχύεται ακόμη περισσότερο μετά τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, τον συνεχιζόμενο πόλεμο στην Ουκρανία και την προσπάθεια των Ηνωμένων Πολιτειών να περιορίσουν τη ρωσική και κινεζική επιρροή στην ευρύτερη περιοχή.
Η προσωπική σχέση Τραμπ-Ερντογάν διαδραματίζει, αναμφίβολα, σημαντικό ρόλο. Ωστόσο, οι περισσότεροι διεθνείς αναλυτές επισημαίνουν ότι η αμερικανική πολιτική απέναντι στην Τουρκία δεν βασίζεται αποκλειστικά στις προσωπικές προτιμήσεις του Προέδρου, αλλά σε μια ψυχρή αξιολόγηση στρατηγικών συμφερόντων. Η Τουρκία διαθέτει τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό του ΝΑΤΟ, ελέγχει τα Στενά, φιλοξενεί κρίσιμες στρατιωτικές εγκαταστάσεις και αποτελεί αναντικατάστατο παράγοντα στις εξελίξεις της Συρίας, του Ιράκ, της Μαύρης Θάλασσας και της Ανατολικής Μεσογείου.
Το ενδεχόμενο αποκατάστασης της αμυντικής συνεργασίας Ουάσιγκτον-Άγκυρας δημιουργεί εύλογες ανησυχίες σε Ελλάδα και Κύπρο. Η επαναφορά της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 ή η άρση των κυρώσεων θα ενίσχυαν σημαντικά τις στρατιωτικές δυνατότητες της Άγκυρας και θα επηρέαζαν τις ισορροπίες ισχύος στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Παρόλα αυτά, δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται ότι εξακολουθούν να υφίστανται σοβαρά θεσμικά και πολιτικά εμπόδια στο αμερικανικό Κογκρέσο, το οποίο διατηρεί καθοριστικό ρόλο στις εξαγωγές προηγμένων οπλικών συστημάτων.
Η Αθήνα και η Λευκωσία θα διέπρατταν σοβαρό στρατηγικό λάθος αν αντιμετώπιζαν τις δηλώσεις Τραμπ αποκλειστικά με συναισθηματικούς όρους ή ως ένδειξη εγκατάλειψης από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η αμερικανική εξωτερική πολιτική χαρακτηρίζεται διαχρονικά από πραγματισμό. Οι σχέσεις με την Τουρκία και οι σχέσεις με την Ελλάδα δεν αποτελούν παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος. Η Ουάσιγκτον επιδιώκει να διατηρεί λειτουργικές σχέσεις και με τις δύο χώρες, αξιοποιώντας διαφορετικά στρατηγικά πλεονεκτήματα της καθεμιάς.
Η Ελλάδα, τα τελευταία χρόνια, έχει αναβαθμίσει θεαματικά τη στρατηγική της θέση μέσω της Συμφωνίας Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες, της επέκτασης των αμερικανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων στην Αλεξανδρούπολη, στη Σούδα, στη Λάρισα και στο Στεφανοβίκειο, καθώς και μέσω της συμμετοχής της σε περιφερειακές συνεργασίες με το Ισραήλ, την Αίγυπτο και άλλες χώρες της Ανατολικής Μεσογείου.
Η Κυπριακή Δημοκρατία, από την πλευρά της, έχει επίσης ενισχύσει σημαντικά τη στρατηγική της σημασία. Η άρση του αμερικανικού εμπάργκο όπλων, η αυξανόμενη συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας, οι ενεργειακές εξελίξεις στην κυπριακή ΑΟΖ και η παρουσία μεγάλων αμερικανικών ενεργειακών εταιρειών δημιουργούν νέα δεδομένα, που δύσκολα μπορούν να αγνοηθούν από οποιαδήποτε αμερικανική κυβέρνηση.
Ωστόσο, οι νέες εξελίξεις επιβάλλουν μια πιο ώριμη και πολυδιάστατη στρατηγική από Αθήνα και Λευκωσία.
Πρώτον, απαιτείται εντατικοποίηση της πολιτικής παρουσίας στην Ουάσιγκτον. Η επένδυση στις σχέσεις με το Κογκρέσο, τις επιτροπές εξωτερικών υποθέσεων, τις δεξαμενές σκέψης και την ελληνοαμερικανική και κυπροαμερικανική ομογένεια αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Η αμερικανική εξωτερική πολιτική δεν διαμορφώνεται αποκλειστικά στον Λευκό Οίκο.
Δεύτερον, Ελλάδα και Κύπρος οφείλουν να παρουσιάζουν σταθερά τον εαυτό τους ως πυλώνες σταθερότητας, αξιοπιστίας και προβλεψιμότητας. Σε αντίθεση με την Τουρκία, που τα τελευταία χρόνια ακολουθεί συχνά πολυδιάστατη και συγκρουσιακή εξωτερική πολιτική, Αθήνα και Λευκωσία μπορούν ν’ αναδείξουν τον ρόλο τους ως συνεπών συμμάχων της Δύσης.
Τρίτον, απαιτείται περαιτέρω εμβάθυνση των τριμερών και πολυμερών συνεργασιών στην Ανατολική Μεσόγειο. Η συνεργασία με το Ισραήλ, την Αίγυπτο, τη Γαλλία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και την Ινδία δημιουργεί ένα ευρύτερο πλέγμα γεωπολιτικών ισορροπιών, που αυξάνει το στρατηγικό βάρος Ελλάδας και Κύπρου, ανεξάρτητα από τις εκάστοτε αμερικανικές προτεραιότητες.
Τέταρτον, η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει ν’ αξιοποιηθεί πολύ πιο ενεργά. Η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία δεν είναι απλώς δύο κράτη, αλλά τα νοτιοανατολικά σύνορα της Ένωσης. Η σύνδεση της ευρωπαϊκής άμυνας, της ενεργειακής ασφάλειας και της θαλάσσιας ασφάλειας με τα συμφέροντα των δύο χωρών ενισχύει σημαντικά τη διαπραγματευτική τους θέση.
Πέμπτον, η αποτρεπτική ισχύς παραμένει καθοριστικός παράγοντας. Η συνέχιση των εξοπλιστικών προγραμμάτων, η διαλειτουργικότητα με τις συμμαχικές δυνάμεις και η ανάπτυξη εγχώριων δυνατοτήτων αμυντικής βιομηχανίας αποτελούν στρατηγικές επενδύσεις ανεξάρτητα από τις διακυμάνσεις της διεθνούς πολιτικής.
Παράλληλα, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή ώστε να μη δημιουργηθεί κλίμα πανικού. Οι δηλώσεις Τραμπ δεν συνεπάγονται αυτόματα μεταβολή όλων των αμερικανικών πολιτικών. Το αμερικανικό σύστημα εξωτερικής πολιτικής λειτουργεί μέσω ενός σύνθετου πλέγματος θεσμών, στο οποίο συμμετέχουν το Κογκρέσο, το Πεντάγωνο, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, οι υπηρεσίες πληροφοριών και η αμυντική βιομηχανία. Η εμπειρία δείχνει ότι οι προσωπικές τοποθετήσεις ενός Προέδρου δεν μεταφράζονται πάντοτε σε άμεσες πολιτικές αποφάσεις.
Από την άλλη, η Ελλάδα και η Κύπρος δεν πρέπει να οικοδομούν τη στρατηγική τους πάνω στην υπόθεση ότι η Τουρκία θα παραμείνει μόνιμα απομονωμένη από τη Δύση. Αντιθέτως, οφείλουν να σχεδιάζουν με βάση το δυσμενέστερο αλλά ρεαλιστικό σενάριο, δηλαδή μια Τουρκία που αποκαθιστά σταδιακά τις σχέσεις της με τις Ηνωμένες Πολιτείες, χωρίς όμως να εγκαταλείπει τις αναθεωρητικές της επιδιώξεις.
Συμπερασματικά, η αποτελεσματική απάντηση δεν βρίσκεται ούτε στην κινδυνολογία ούτε στην παθητική αναμονή. Βρίσκεται στην οικοδόμηση μιας συνεκτικής εθνικής στρατηγικής, που θα συνδυάζει ισχυρή αποτροπή, πολυδιάστατη διπλωματία, ενεργειακή και αμυντική συνεργασία, αξιοποίηση της ιδιότητας κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ (για την Ελλάδα) και σταθερή προβολή της αξιοπιστίας των δύο χωρών ως πυλώνων ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο. Μέσα σε ένα διεθνές περιβάλλον, όπου οι ισορροπίες μεταβάλλονται ταχύτατα, αυτή αποτελεί ίσως τη μόνη στρατηγική που μπορεί να διασφαλίσει ότι οι συγκυριακές μεταβολές στην αμερικανική πολιτική δεν θα εξελιχθούν σε μόνιμα στρατηγικά μειονεκτήματα για τον Ελληνισμό.
*Καθηγητής-Ανθρωπολόγος στο Philips University, πρώην Πρύτανης