Ανθρώπινες Ιστορίες

Προσωπικές μαρτυρίες για τα γεγονότα Ιουλίο-Αυγούστου 1974

«Το μέλλον δεν διαμορφώνεται από ομιχλώδεις αναμνήσεις ή βολικά αφηγήματα, αλλά από τεκμηριωμένα γεγονότα και τις γενναίες φωνές όσων ήταν μάρτυρες τής Ιστορίας».

Με γνώμονα τις πιο πάνω σκέψεις, καταθέτω παρακάτω τα δικά μου βιώματα ώστε να βοηθήσω όσους δεν έζησαν τα γεγονότα τού καλοκαιριού 1974, να αρχίσουν να τα κατανοούν καλύτερα.

Δευτέρα, 15 Ιουλίου 1974, πολύ πρωί. Η τετραμελής, τότε, οικογένεια Χατζηπαυλή πηγαίνουμε με ένα μπεζ FIAT 124 από το Λευκόνοικο, χωριό της επαρχίας Αμμοχώστου, προς τη Λευκωσία για να πάρουμε την αδελφή μου στον χώρο από όπου θα αναχωρούσαν τα λεωφορεία για την καλοκαιρινή μαθητική κατασκήνωση τής ΠΟΕΔ.

Κάπου στα βορειοανατολικά προάστια τής Λευκωσίας μάς ανέκοψαν οπλισμένοι στρατιώτες και μας είπαν να επιστρέψουμε. «Γιατί ρε κοπέλια, τι συμβαίνει»; «Πραξικόπημα κύριε, γυρίστε πίσω». «Παπά, τι είναι το πραξικόπημα»;. Δεν θυμάμαι αν μας εξήγησαν τότε οι γονείς μας τι είναι το πραξικόπημα (ή αν ήξεραν καν τι σήμαινε) αλλά θα μαθαίναμε πολύ καλά τις επόμενες ημέρες.

Δευτέρα, 15 Ιουλίου 1974, αργά το απόγευμα. Στριμωγμένοι όλοι οι γείτονες στο σαλόνι μας, βλέπαμε στην ασπρόμαυρη τηλεόραση από το ΡΙΚ κάποιο 38άρη με μακριές παρπερέττες να μας ανακονώνει ότι πλέον αυτός ήταν ο πρόεδρος τής χώρας μας. «Ποιος είναι αυτός μάμμα»; Κανείς δεν μας έδινε σημασία. Οι μεγάλοι συζητούσαν πολύ έντονα για γεγονότα που εμείς δεν καταλαβαίναμε.

Τετάρτη, 17 Ιουλίου 1974, απόγευμα. Μέσα στην απόλυτη ανεμελιά και ηρεμία του καλοκαιρινού δειλινού, ξαφνικά ακούσαμε εκκωφαντικούς ήχους από πυροβολισμούς. Πανικόβλητοι κατεβήκαμε από το ανώϊ μας στο ισόγειο και έκπληκτοι είδαμε από το παράθυρο της τραπεζαρίας μας το οποίο έβλεπε προς τον δρόμο, 2 τζιπ με πάνοπλους στρατιώτες να πυροβολούν προς το σπίτι ενός γείτονα ο οποίος ήταν βουλευτής τότε. Όμως ρίχνανε και καμιά ριπή προς τα γειτονικά σπίτια. Για εκφοβισμό ίσως, ή ήταν τόσο ατζαμίδες που αστοχούσαν; Δεν μάθαμε ποτέ.

Μείναμε «ταμπουρωμένοι» στην τραπεζαρία μέχρι που κάποιοι άλλοι, παράξενοι και ασυνήθιστοι θόρυβοι μάς ανησύχησαν ιδιαίτερα. Ξαφνικά, σαν από το πουθενά, εμφανίστηκαν καμιά δεκαριά ένστολοι στρατιώτες με τα μαρτίνια τους στο χέρι και μας είπαν να φύγουμε από την τραπεζαρία και να πάμε στο πίσω μέρος του σπιτιού. Εκείνες τις λίγες στιγμές, οι οποίες έμοιαζαν τότε, και μοιάζουν και τώρα, σαν αιωνιότητα, εμένα μού έκαναν τρομερή εντύπωση δύο πράγματα:

  • πώς γίνεται οι κακοί (οι πραξικοπηματίες) να έχουν τόσο όμορφα και αυτόματα όπλα ενώ οι καλοί (οι στρατιώτες δηλαδή της Εθνικής Φρουράς που μόλις μπήκαν από την πίσω αυλή μας μέσα στο σπίτι μας) τόσο άχρηστα και παμπάλαια;
  • Επίσης, εντυπωσιάστηκα από την εφευρετικότητα της μητέρας μου η οποία, όπως ανακαλύψαμε με την αδελφή μου, έκρυβε τις απίθανες σοκολάτες της με καβουρδισμένο αμύγδαλο σε συρτάρια στο μεγάλο έπιπλο της τραπεζαρίας!

Σάββατο, 20 Ιουλίου 1974. Κατά το μεσημέρι, άρχισαν να έρχονται αυτοκίνητα στο χωριό και στη γειτονιά μας με ανθρώπους τους οποίους δεν γνωρίζαμε αλλά ήταν φανερό ότι πήγαιναν για μακρινό ταξίδι αφού τα αυτοκίνητά τους ήταν φορτωμένα με ό,τι μπορούσες να φανταστείς (καρέκλες, κρεβάτια, κουζινικά). «Ποιοι είναι αυτοί μάμμα»; «Είναι πρόσφυγες από την Κερύνεια». «Τι σημαίνει πρόσφυγες»; Ούτε αυτό θυμάμαι αν μας το απάντησε η μητέρα μου αλλά θα μαθαίναμε πολύ καλά το νόημα τις αμέσως επόμενες ημέρες.

Στο μεταξύ, αρχίσαμε να σκάβουμε κάτι παράξενους λάκκους στις αυλές μας. Στην αρχή ήταν απλά, ευθύγραμμα χαντάκια μήκους 3-4 μέτρων και βάθους 60-80 εκατοστών περίπου. Μετά, ίσως λόγω εντολών που ακούγαμε από το ραδιόφωνο, τα βαθύναμε λίγο και τα μετατρέψαμε σε σχήμα «Ζ». Εγώ πάντως, όποτε γινόντουσαν αεροπορικοί βομβαρδισμοί από την Τουρκική αεροπορία (διότι περί αυτού επρόκειτο) έτρεχα μαζί με τον παππού μου στην πιο μακρινή γωνιά τού «Ζ» και κρυβόμουν κάτω από την κοιλιά του. «Βρε βγες έξω», μου έλεγε. «Όχι», απαντούσα. «Αν πέσει πόμπα θα σκοτωθείς εσύ και εγώ θα γλιτώσω»!

Τετάρτη, 14 Αυγούστου 1974, πρωΐ. «Δε θα βάλεις μακρύ παντελόνι»; Ρώτησε η μάμμα τον παπά. «Όχι, απλά πάρε μου καμιά φανέλλα έξτρα. Και καμιά πατανία να μην κρυώσουν τα μωρά». Φύγαμε έτσι απλά. Στρυμωγμένοι και πάλι μέσα στο μπεζ FIAT 124. Μαζί με τη γιαγιά και τον παππού αυτή τη φορά. Με παντόφλες και σορτσάκια. Για μερικές μέρες. Να μη μας σκοτώσουν οι Τούρκοι που όλοι έλεγαν ότι ερχόντουσαν ακάθεκτοι προς το χωριό μας. Κοιτάζοντας τώρα πίσω, διαπιστώνω τη μεγάλη μας πλάνη: όντως τότε πιστεύαμε ότι τα πράγματα θα επέστρεφαν στην ομαλότητα και ότι σύντομα θα γυρνούσαμε πίσω στα σπίτια μας, τα χωράφια μας, τα ζώα μας.

Βρεθήκαμε σε συγγενικό σπίτι στην Ορμήδεια. «Γιατί εδώ παπά»; «Γιατί η περιοχή αυτή είναι Αγγλικό έδαφος, δεν ανήκει στην Κυπριακή Δημοκρατία». Εμάς πάντως μας φάνηκε ένα κανονικό χωριό, όπως το δικό μας. Το συγγενικό σπίτι ήταν όμως γεμάτο με κόσμο, πρόσφυγες. Ψάξαμε αλλού, δεν βρίσκαμε, γινόταν χαμός. Τελικά κάποιος μας είπε «πηγαίνετε στο σπίτι τού Σάββα τού ψαρά, μπορεί κάτι να βρείτε εκεί». Τι βρήκαμε; Μια θαυμάσια οικογένεια. Αγράμματοι αλλά καλοκάγαθοι άνθρωποι. Συνολικά φιλοξένησαν στο σπίτι τους οκτώ οικογένειες από το Λευκόνοικο. Και το αλησμόνητο; Ο κ. Σάββας και η σύζυγός του κοιμήθηκαν στο πάτωμα αφού το κρεβάτι τους το έδωσαν στη μητέρα μου η οποία ήταν 2 μηνών έγκυος με τον αδελφό μου!

Σύντομα, η κάθε οικογένεια τράβηξε τον δρόμο της, με τη μάταιη αυταπάτη ότι, ως διά μαγείας, θα επιστρέφαμε πίσω στα χωριά μας. Κανείς δεν επέστρεψε φυσικά. Όμως, δόξα τω Θεώ, σταθήκαμε στα πόδια μας, μεγαλώσαμε, σπουδάσαμε, φτιάξαμε οικογένειες. Στο μεσοδιάστημα, αποχαιρετήσαμε παππούδες, γιαγιάδες, γονείς και πολλούς άλλους. Άλλοι δεχόντουσαν την καταστροφή και τη νέα πραγματικότητα Στωϊκά και άλλοι λύγισαν, δεν άντεξαν τον ξεριζωμό, όπως ο καημένος ο παππούς, πρώην δήμαρχος στο χωριό του.

Θα μου πείτε «πω πω, οι καημένοι, τι υποφέρατε». Ναι, σίγουρα δε λέω, το καλοκαίρι τού ’74 δεν ήταν κάτι ευχάριστο. Το να σου αρπάζουν όλο το βιος σου και να ξεκινάς από το μηδέν είναι δύσκολο. Όμως πάντα πρέπει να βλέπουμε τη μεγάλη εικόνα, να έχουμε υπόψη μας και το τι υπέφεραν οι άλλοι. Η οικογένεια τή συζύγου μου, για παράδειγμα, έχασαν τον πατέρα και τον αδελφό τους εκείνο το καλοκαίρι. Τους δολοφόνησαν άνανδρα οι ίδιοι οι συγχωριανοί τους σε ένα μεικτό χωριό τής Μεσαορίας. Και το χειρότερο; Η πολιτεία, ενώ είχαν μαρτυρίες για τις δολοφονίες, άφησαν την οικογένειά τους (όπως και πολλές άλλες) να πιστεύει για δεκαετίες ότι ήταν αγνοούμενοι και ότι μπορεί να ζούσαν. «Για να ενισχύσουμε το πολιτικό μας αφήγημα», είπαν. Πανέξυπνοι άνθρωποι!

Έπειτα, υπάρχουν οι εγκλωβισμένοι. Αν έχετε φίλους που έζησαν τα πρώτα χρόνια μετά το 1974 στην Καρπασία, ρωτήστε τους. Θα σας περιγράψουν τον δικό τους, σκληρό, Γολγοθά.

Και βέβαια, υπάρχουν χειρότερα. Είναι ιστορικό και τεκμηριωμένο γεγονός ότι εκατοντάδες γυναίκες βιάστηκαν κατά την Τουρκική εισβολή. Πολλές έμειναν έγκυες. Αρκετές από αυτές τις έστειλε με δικά της έξοδα η Αρχιεπισκοπή σε κλινικές στην Αθήνα για εκτρώσεις.

Θα μου πείτε, καλά και οι Τουρκοκύπριοι; Δεν υπέφεραν; Πρέπει να είναι κανείς πολύ αφελής ή πολύ πονηρός για να μην αντιλαμβάνεται ότι και αυτοί έζησαν αντίστοιχες τραγωδίες, ενδεχομένως όχι σε τόσο μεγάλη κλίμακα, λόγω των αριθμητικών αναλογιών που ίσχυαν τότε μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Τόσο κατά την περίοδο 1963-64 όσο και το 1974 υπάρχουν μαρτυρίες για εγκλήματα που, σε μια ώριμη και ευνομούμενη Δημοκρατία, θα ελέγχονταν και θα δικάζονταν.

Με λυπεί που αυτά τα απλά πράγματα δεν βρήκαμε ακόμη το θάρρος σαν κοινωνία να τα συζητήσουμε με αποτέλεσμα να υπάρχει άγνοια και σύγχυση από τη νέα γενιά. Με λυπεί που κάθε 15η και 20η Ιουλίου και κάθε 14η Αυγούστου σχεδόν κάθε κόμμα τιμά τις μαύρες επετείους ξεχωριστά έτσι ώστε να έχουν μπροστά τους μόνο το δικό τους ακροατήριο.

Ελπίζω η δική μου προσωπική ιστορία να βοηθήσει, έστω και ένα άτομο που ενδιαφέρεται, να μάθει πώς έζησε ο απλός κόσμος τις μαύρες εκείνες ημέρες.

*Αρχιτέκτονας, Λευκωσία.