Η Ινδία στη νέα γεωπολιτική εξίσωση
Η Κίνα και η Ινδία, με διαφορετικό τρόπο και διαφορετική ένταση, αποτελούν πλέον μέρος της ευρύτερης γεωπολιτικής παρτίδας της Μέσης Ανατολής
Η δεκαετία του επανεξοπλισμού δεν αφορά μόνο τη στρατιωτική ισχύ. Επεκτείνεται στην οικονομία, στην πολιτική και στην ίδια την αποτελεσματικότητα των κρατικών συστημάτων.
Στον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων, η οικονομική και πολιτική ισχύς αλληλοσυμπλέκονται. Το ερώτημα για την Ινδία είναι εάν μπορεί να μετατραπεί από ανερχόμενη δύναμη σε πραγματικό παγκόσμιο πόλο ισχύος.
Το πρόβλημα είναι ότι η Ινδία δεν αποτελεί ένα απολύτως ενιαίο γεωπολιτικό υποκείμενο. Είναι ένα κράτος με πολλές ταυτότητες, μεγάλες περιφερειακές ανισότητες, διαφορετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και ισχυρές πολιτικές και κοινωνικές διαφοροποιήσεις. Σε αντίθεση με την Κίνα, το κέντρο στο Νέο Δελχί διαθέτει μικρότερη δυνατότητα πολιτικής και δημοσιονομικής συγκεντροποίησης. Η ίδια η ιστορική πορεία της Ινδίας την «ανάγκασε στον ομοσπονδιακό χαρακτήρα», ενώ η πρόωρη δημοκρατική της συγκρότηση συνδυάστηκε με καθυστερημένη εκβιομηχάνιση, ασθενέστερη φορολογική βάση και κατακερματισμένη εσωτερική αγορά.
Αυτή η εσωτερική πολυμορφία είναι ταυτόχρονα πλεονέκτημα και αδυναμία. Το ένα τρίτο περίπου της χώρας, κυρίως στον Νότο και τη Δύση, έχει ήδη γνωρίσει ρυθμούς ανάπτυξης κατά κεφαλήν συγκρίσιμους με εκείνους του κινεζικού «θαύματος», ενώ η ζώνη του Γάγγη και η «ζώνη των Χίντι» παραμένουν πολύ πιο αργές. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, η «καρδιά των Χίντι» ελάμβανε δημόσιες δαπάνες κατά 20% υψηλότερες από το οικονομικό της βάρος, ενώ ο Νότος και η Δύση ελάμβαναν 20% λιγότερες. Το 2023, οι μεταβιβάσεις από το Κέντρο υπερέβαιναν κατά 90% το οικονομικό βάρος του Βορρά, ενώ υπολείπονταν κατά 44% και 58% του αντίστοιχου βάρους στον Νότο και τη Δύση.
Εδώ βρίσκεται και η βασική διαφορά με την Κίνα. Μετά τις μεταρρυθμίσεις του 1978, το Πεκίνο μπόρεσε να διατηρήσει πολύ ισχυρότερο κεντρικό έλεγχο πάνω στις τοπικές αστικές και επιχειρηματικές ελίτ. Στην Ινδία, αντίθετα, η αγροτική ανάπτυξη και η «πράσινη
επανάσταση» ενίσχυσαν ισχυρές περιφερειακές κοινωνικές ομάδες και συνέβαλαν στην άνοδο περιφερειακών κομμάτων, περιορίζοντας το παλιό μονοπώλιο του Κογκρέσου. Το αποτέλεσμα ήταν ένας πιο αποκεντρωμένος καπιταλιστικός μετασχηματισμός.
Η οικονομική πρόκληση παραμένει τεράστια. Το 2017-18 η γεωργία απορροφούσε το 44% της απασχόλησης, ποσοστό που αυξήθηκε στο 46% το 2023-24. Για τις γυναίκες, το αντίστοιχο ποσοστό αυξήθηκε από 57% σε 64%. Από το 1991 έως το 2019, πάντως, η αγροτική απασχόληση είχε μειωθεί κατά 23 ποσοστιαίες μονάδες. Η Ινδία διαθέτει περίπου 370 εκατομμύρια νέους ηλικίας 15-29 ετών, ενώ ο πληθυσμός σε ηλικία εργασίας αναμένεται να φθάσει το ένα δισεκατομμύριο το 2030. Η πρόκληση είναι εάν αυτό το τεράστιο ανθρώπινο δυναμικό μπορεί να μετατραπεί σε βιομηχανική και τεχνολογική ισχύ.
Η συμφωνία με την Ευρωπαϊκή Ένωση αποκτά, επομένως, στρατηγική σημασία. Η σταδιακή απελευθέρωση της ινδικής μεταποίησης μέσα σε επτά έως δέκα χρόνια μπορεί να λειτουργήσει ως εξωτερικός καταναγκασμός για εσωτερικές μεταρρυθμίσεις, όπως συνέβη μετά το 1991. Το Νέο Δελχί επιδιώκει να αξιοποιήσει τον χώρο που ενδέχεται να αφήσει η αναδιάρθρωση της κινεζικής βιομηχανίας, προσελκύοντας ευρωπαϊκά και άλλα διεθνή κεφάλαια.
Η γεωπολιτική διάσταση, όμως, είναι εξίσου κρίσιμη. Η Ινδία επιδιώκει στρατηγική αυτονομία και πολυευθυγράμμιση, αλλά η εξωτερική της πολιτική παραμένει σε μεγάλο βαθμό επικεντρωμένη στο Πακιστάν. Το ζήτημα του Κασμίρ, η πυρηνική ισορροπία και η αυξανόμενη στρατιωτική συνεργασία Πακιστάν και Τουρκίας επηρεάζουν την ινδική στρατηγική σκέψη. Οι πρόσφατες εντάσεις στις σχέσεις Ινδίας-Τουρκίας επιβεβαιώνουν πόσο ισχυρά λειτουργεί ο «πακιστανικός παράγοντας» στις διμερείς σχέσεις.
Ακριβώς εδώ αποκτά ενδιαφέρον η σύνδεση της Ινδίας με το Ισραήλ, την Ελλάδα και την Κύπρο. Δεν πρόκειται απλώς για μιαν αφηρημένη «σύγκλιση αξιών», αλλά για σύγκλιση συγκεκριμένων στρατηγικών συμφερόντων: θαλάσσιες οδοί, άμυνα, ενέργεια, τεχνολογία και αντιμετώπιση ενός περιβάλλοντος όπου η Τουρκία έχει ενισχύσει τη σχέση της με το
Πακιστάν. Η Ινδία έχει ήδη αναπτύξει στρατηγικές σχέσεις με την Ελλάδα και την Κύπρο, ενώ τον Μάιο του 2026 Νέο Δελχί και Λευκωσία αναβάθμισαν επίσημα τη σχέση τους σε Στρατηγική Εταιρική Σχέση και συμφώνησαν οδικό χάρτη αμυντικής συνεργασίας για την περίοδο 2026-2031.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ινδία μπορεί να θεωρηθεί ένας απόλυτα αξιόπιστος ή προβλέψιμος σύμμαχος για τον Ελληνισμό. Η εσωτερική της πολυδιάσπαση, η ασθενέστερη συγκεντρωτική ικανότητα του Κέντρου σε σχέση με την Κίνα, η ανάγκη διαχείρισης του Πακιστάν και η παραδοσιακή στρατηγική αυτονομία του Νέου Δελχί θέτουν όρια. Η Ινδία δεν θα εγκαταλείψει εύκολα τις δικές της προτεραιότητες για χάρη τρίτων.
Για την Ελλάδα και ιδιαίτερα για την Κύπρο, όμως, αυτό ακριβώς καθιστά αναγκαία τη σοβαρή μελέτη της Ινδίας. Δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ούτε ως «νέα Κίνα» ούτε ως αυτόματος σύμμαχος. Είναι μια ανερχόμενη, αλλά εσωτερικά άνιση και πολιτικά σύνθετη δύναμη, της οποίας η γεωπολιτική δράση επεκτείνεται πλέον από τον Ινδο-Ειρηνικό προς τον Ινδικό Ωκεανό, τη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο.
Και η εξέλιξη αυτή αφορά άμεσα την Κύπρο. Η Κίνα και η Ινδία, με διαφορετικό τρόπο και διαφορετική ένταση, αποτελούν πλέον μέρος της ευρύτερης γεωπολιτικής παρτίδας της Μέσης Ανατολής. Για μια μικρή χώρα όπως η Κυπριακή Δημοκρατία, η κατανόηση των δυνατοτήτων αλλά και των αδυναμιών αυτών των δύο ασιατικών δυνάμεων δεν είναι ακαδημαϊκή άσκηση. Είναι προϋπόθεση για μια ρεαλιστική στρατηγική που θα αξιοποιεί τις νέες ισορροπίες, χωρίς να συγχέει τη στρατηγική σύγκλιση με τη μόνιμη συμμαχία.