Αναλύσεις

Το «πυροτέχνημα» των €100.000 και η πραγματικότητα των €30 τον μήνα

Δημογραφικό: Δεν γίνεται να ζητούμε περισσότερα παιδιά και να αφήνουμε τις μεγάλες οικογένειες εκτός ουσιαστικής στήριξης

Το νέο νομοσχέδιο για το Επίδομα Τέκνου παίρνει πλέον τον δρόμο προς τη Βουλή. Η αύξηση των ποσών και η διεύρυνση των εισοδηματικών ορίων είναι αναμφίβολα θετικά βήματα και θα βοηθήσουν περισσότερες οικογένειες.

Όμως πίσω από τους εντυπωσιακούς αριθμούς παραμένει σχεδόν ανέπαφη μια βασική στρέβλωση που οι πολύτεκνες οικογένειες βιώνουν εδώ και 15 χρόνια:

όσο μεγαλώνει η οικογένεια, η κρατική στήριξη δεν ακολουθεί αναλογικά τις αυξημένες ανάγκες της.

Από οικογενειακή πολιτική, πολιτική οικονομικής ευαλωτότητας

Από το 2012 η πολιτική στήριξης των οικογενειών με παιδιά συρρικνώθηκε και επικεντρώθηκε κυρίως στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα. Βασικό κριτήριο έγινε η οικονομική ευαλωτότητα του νοικοκυριού, χωρίς να αναγνωρίζεται στον ίδιο βαθμό η ευαλωτότητα που δημιουργεί ο αριθμός των παιδιών.

Ασφαλώς μια οικογένεια χαμηλού εισοδήματος πρέπει να στηρίζεται περισσότερο. Όμως άλλο είναι ένα εισόδημα €50.000 για τρία άτομα και άλλο το ίδιο εισόδημα για έξι ή επτά.

Κι όμως, βασικές εισοδηματικές βαθμίδες του Επιδόματος Τέκνου παραμένουν κοινές ανεξάρτητα από το μέγεθος της οικογένειας.

Έτσι δημιουργείται ένα παράδοξο: για να έχει μια μεγάλη οικογένεια συνεχή και ουσιαστική στήριξη από την Πολιτεία, πρέπει ουσιαστικά να παραμένει στις χαμηλότερες εισοδηματικές βαθμίδες.

Αυτό μπορεί να αποτελεί πολιτική καταπολέμησης της φτώχειας. Δεν αρκεί όμως ως οικογενειακή και, πολύ περισσότερο, ως δημογραφική πολιτική.

Ο ίδιος ο νέος πίνακας αποκαλύπτει την αντίφαση

Ας το δούμε όσο πιο απλά γίνεται.

Για εισόδημα μέχρι €22.000, το ετήσιο επίδομα ανά παιδί αυξάνεται από €659 για οικογένεια με ένα παιδί, σε €790 με δύο, €1.448 με τρία και €2.322 με τέσσερα.

Άρα η ίδια η Πολιτεία αναγνωρίζει ότι όσο αυξάνονται τα παιδιά, αυξάνονται και οι ανάγκες.

Και σωστά.

Γιατί όμως αυτή η αναγνώριση σταματά στο τέταρτο παιδί; Στο πέμπτο και στα επόμενα παιδιά η κλιμάκωση του ποσού ανά παιδί σταματά.

Το ίδιο πρόβλημα υπάρχει στα εισοδηματικά διαστήματα. Η πρώτη βαθμίδα, μέχρι €22.000, είναι κοινή είτε μια οικογένεια έχει ένα παιδί είτε τέσσερα ή περισσότερα. Αντίστοιχη λογική ακολουθούν και οι επόμενες βασικές βαθμίδες.

Ακόμη και το περιουσιακό όριο των €1,2 εκατ. παραμένει το ίδιο για μια οικογένεια με ένα και για μια οικογένεια με τέσσερα εξαρτώμενα παιδιά.

Η αρχή που ζητούμε είναι αυτονόητη:

όσο αυξάνονται τα παιδιά, πρέπει να κλιμακώνονται αναλογικά το επίδομα, τα εισοδηματικά διαστήματα και τα περιουσιακά όρια.

Το «πυροτέχνημα» των €100.000

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στο νέο εισοδηματικό όριο των €100.000 για οικογένεια με τέσσερα εξαρτώμενα παιδιά.

Ο αριθμός ακούγεται εντυπωσιακός.

Ας δούμε όμως τι πραγματικά σημαίνει.

Στη βαθμίδα €90.000–€100.000 το επίδομα περιορίζεται στα €358 ανά παιδί τον χρόνο.

Δηλαδή περίπου €30 τον μήνα ανά παιδί.

Επομένως, άλλο είναι να ανακοινώνουμε ότι μια οικογένεια με εισόδημα €100.000 είναι πλέον «δικαιούχος» και άλλο να λέμε ότι λαμβάνει ουσιαστική οικογενειακή στήριξη.

Τα €100.000 είναι το επικοινωνιακό πυροτέχνημα. Τα €30 τον μήνα είναι η πραγματικότητα.

Και μετά έρχεται η παγίδα του «εξαρτώμενου τέκνου»

Υπάρχει όμως κάτι ακόμη σημαντικότερο, που δύσκολα αντιλαμβάνεται κάποιος αν δεν έχει ζήσει τον νόμο ως πολύτεκνος.

Τα €100.000 δεν αποτελούν εισοδηματικό όριο για τον πολύτεκνο ως οικογένεια. Ισχύουν μόνο για όσο διάστημα έχει τέσσερα εξαρτώμενα παιδιά.

Όταν το μεγαλύτερο παιδί πάψει να θεωρείται εξαρτώμενο, η ίδια οικογένεια περνά στην κλίμακα των τριών. Αργότερα των δύο και τελικά του ενός.

ΚΑΡΤΑ 4.png

Η οικογένεια όμως δεν παύει να είναι πολύτεκνη. Οι οικονομικές συνέπειες της ανατροφής και μόρφωσης τεσσάρων ή περισσότερων παιδιών δεν εξαφανίζονται επειδή ένα παιδί έπαψε να θεωρείται «εξαρτώμενο».

Γι’ αυτό και τα υψηλότερα όρια που προβάλλονται σήμερα για τους πολύτεκνους είναι προσωρινά.

Για να έχει μια πολύτεκνη οικογένεια συνεχή πρόσβαση στη στήριξη από τη γέννηση του πρώτου παιδιού μέχρι την ολοκλήρωση της μόρφωσης του τελευταίου, στο τέλος καθοριστικά γίνονται τα πολύ χαμηλότερα όρια που ισχύουν όταν απομένουν λιγότερα εξαρτώμενα παιδιά.

Ο πολύτεκνος παραμένει πολύτεκνος. Ο νόμος, όμως, σταδιακά παύει να τον βλέπει ως τέτοιο.

Οι αριθμοί δείχνουν δύο αντίθετες πορείες

Τα στοιχεία των τελευταίων χρόνων πρέπει να μας προβληματίσουν.

Το 2012 οι Κύπριοι πολύτεκνοι δικαιούχοι Επιδόματος Τέκνου ήταν 10.065. Το 2024 απέμειναν μόλις 3.166.

Μείωση περίπου 68,5%.

Την ίδια περίοδο, οι μη Κύπριοι πολύτεκνοι δικαιούχοι ακολούθησαν αντίθετη πορεία: από 457 το 2012 αυξήθηκαν σε 839 το 2024.

Η αναφορά αυτών των στοιχείων δεν γίνεται για να αμφισβητηθεί το δικαίωμα οποιασδήποτε οικογένειας που νόμιμα δικαιούται στήριξη. Κάθε παιδί πρέπει να στηρίζεται.

Αλλά δεν μπορούμε να κλείνουμε τα μάτια στις δύο διαφορετικές τάσεις.

Ένα σύστημα που στηρίζει κυρίως τις χαμηλότερες εισοδηματικές βαθμίδες είναι φυσικό να έχει διαφορετική κάλυψη σε πληθυσμιακές ομάδες με διαφορετική εισοδηματική κατανομή.

Το ερώτημα για την Πολιτεία είναι διαφορετικό και πολύ σοβαρότερο:

Έχει η σημερινή οικογενειακή πολιτική καταφέρει να κρατήσει μέσα στο δίχτυ ουσιαστικής στήριξης τις μεγάλες κυπριακές οικογένειες;

Οι αριθμοί των δικαιούχων δείχνουν ότι κάτι δεν λειτουργεί.

Η Κύπρος γερνά – και ο χρόνος τελειώνει

Και όλα αυτά συμβαίνουν ενώ η δημογραφική εικόνα της χώρας επιδεινώνεται.

Το 2024 καταγράφηκαν 9.766 γεννήσεις, εκ των οποίων μόλις οι 6.111 ήταν γηγενείς, ενώ ο δείκτης γονιμότητας βρίσκεται περίπου στο 1,4 παιδί ανά γυναίκα, πολύ κάτω από το 2,1 που απαιτείται για αναπλήρωση του πληθυσμού.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η ηλικιακή πυραμίδα.

Το 2000 τα παιδιά κάτω των 15 ετών αποτελούσαν 22,3% του πληθυσμού, ενώ οι άνω των 65 ετών μόλις 11,3%.

Το 2024 τα παιδιά μειώθηκαν στο 15,2%, ενώ οι άνω των 65 αυξήθηκαν στο 18,3%.

Μέσα σε μία γενιά φτάσαμε να έχουμε αναλογικά περισσότερους ηλικιωμένους από παιδιά κάτω των 15 ετών.

Και την ίδια περίοδο που η χώρα γερνά και οι γεννήσεις υποχωρούν, βλέπουμε την πρόσβαση των μεγάλων κυπριακών οικογενειών στη βασική οικογενειακή παροχή να έχει περιοριστεί δραματικά.

Κανένα επίδομα από μόνο του δεν γεννά παιδιά. Και ασφαλώς η υπογεννητικότητα έχει πολλές αιτίες.

Όμως κάτι είναι εξίσου αυτονόητο:

όπου υπάρχει σταθερή στήριξη, δημιουργείται μεγαλύτερη ασφάλεια για την οικογένεια. Όπου η στήριξη χάνεται, η απόφαση για τρίτο, τέταρτο ή πέμπτο παιδί γίνεται ακόμη δυσκολότερη.

Το δημογραφικό δεν λύνεται μόνο με πολιτική κατά της φτώχειας

Άλλο η καταπολέμηση της φτώχειας και άλλο η δημογραφική πολιτική.

Αν θέλουμε πραγματικά περισσότερα παιδιά, η πολιτική πρέπει να απευθύνεται και στη μεσαία οικογένεια. Στους δύο εργαζόμενους γονείς που προσπαθούν να προοδεύσουν, να δημιουργήσουν ένα αξιοπρεπές εισόδημα και ταυτόχρονα να μεγαλώσουν τρία, τέσσερα ή περισσότερα παιδιά.

Δεν μπορεί το μήνυμα της Πολιτείας να είναι:

«Κάντε περισσότερα παιδιά, αλλά για να σας στηρίζουμε πρέπει να παραμένετε αρκετά χαμηλά εισοδηματικά».

ΚΑΡΤΑ 5.png

Αυτό δεν είναι δημογραφικό κίνητρο. Είναι δημογραφική αντίφαση.

Κάπου ανάμεσα στις συμβουλές και στις εξαγγελίες, το δημογραφικό χάνεται

Δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς εισηγούνται στον Πρόεδρο οι σύμβουλοί του για την οικογένεια και το δημογραφικό. Γνωρίζουμε όμως το αποτέλεσμα: δείκτης γονιμότητας 1,4, γήρανση του πληθυσμού, δραματική μείωση των Κύπριων πολύτεκνων δικαιούχων και μια προεκλογική δέσμευση για κατάργηση των εισοδηματικών κριτηρίων που ακόμη αναμένει υλοποίηση.

Κάπου, λοιπόν, ανάμεσα στις συμβουλές, στις εξαγγελίες και στην εφαρμοζόμενη πολιτική, το δημογραφικό χάνεται. Και μαζί του χάνεται πολύτιμος χρόνος που η Κύπρος δεν έχει πλέον την πολυτέλεια να σπαταλά.

Δεκαπέντε χρόνια είναι αρκετά

Οι πολύτεκνοι δεν ζητούν σήμερα κάτι καινούργιο.

Ζητούν την υλοποίηση της προεκλογικής δέσμευσης του Προέδρου της Δημοκρατίας για κατάργηση των εισοδηματικών κριτηρίων για τις πολύτεκνες οικογένειες.

Στις 11 Σεπτεμβρίου, στη συνάντησή μας με τη νέα Υφυπουργό Κοινωνικής Πρόνοιας, ακούσαμε ότι τα επιχειρήματά μας γίνονται κατανοητά και ότι υπάρχει συμφωνία ως προς την ανάγκη κατάργησης των εισοδηματικών κριτηρίων για τους πολύτεκνους.

Όμως το νομοσχέδιο είχε ήδη εγκριθεί από το Υπουργικό Συμβούλιο.

Και για ακόμη μία φορά οι πολύτεκνοι καλούνται να περιμένουν.

Δεκαπέντε χρόνια είναι αρκετά.

Δεν μπορεί από τη μια να ακούμε ότι οι πολύτεκνοι αποτελούν προτεραιότητα του Προέδρου και από την άλλη να αναμένουμε ακόμη μια συνάντηση μαζί του και την υλοποίηση μιας ξεκάθαρης προεκλογικής δέσμευσης.

Η αύξηση του Επιδόματος Τέκνου είναι θετική. Η διεύρυνση των δικαιούχων επίσης.

Αλλά το «πυροτέχνημα» των €100.000 και η πραγματικότητα των €30 τον μήνα δεν μπορούν να υποκαταστήσουν μια πραγματική δημογραφική πολιτική.

Οι πολύτεκνοι δεν ζητούν προνόμιο.

Ζητούν αναλογικότητα, συνέχεια και ίση αντιμετώπιση των παιδιών τους.

Ζητούν να μην αυστηροποιούνται τα κριτήρια όσο αυξάνονται τα παιδιά.

Και ζητούν να υλοποιηθεί επιτέλους η δέσμευση για πλήρη κατάργηση των εισοδηματικών κριτηρίων για όλες τις πολύτεκνες οικογένειες, ανεξάρτητα από το πόσα παιδιά τους θεωρούνται κάθε στιγμή «εξαρτώμενα».

Γιατί σε μια χώρα που γερνά, η μεγάλη οικογένεια δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως δημοσιονομικό βάρος.

Πρέπει να αντιμετωπίζεται ως δημογραφικό κεφάλαιο.

Και αν σήμερα, με δείκτη γονιμότητας 1,4, δεν μπορούμε να στηρίξουμε ουσιαστικά τις οικογένειες που μεγαλώνουν τέσσερα και περισσότερα παιδιά, τότε το ερώτημα είναι απλό:

Πότε ακριβώς σκοπεύουμε να το κάνουμε;

* Έφορος Δημοσίων Σχέσεων
Παγκύπρια Οργάνωση Πολυτέκνων