Ο νέος χάρτης υπολογισμού των συντάξεων
Η συζήτηση συντεχνιών–Κυβέρνησης για 123.000 δικαιούχους στο διαπραγματευτικό τραπέζι
Στην τελική ευθεία εισέρχεται η αναμόρφωση του συνταξιοδοτικού συστήματος της Κύπρου, με την Κυβέρνηση να επιμένει στον στόχο εφαρμογής της από την 1η Ιανουαρίου 2027, παρά τις διαφορές που εξακολουθούν να υπάρχουν με τους κοινωνικούς εταίρους σε επιμέρους ζητήματα.
Όπως ενημερώνεται η «Σ», η βασική αρχιτεκτονική της μεταρρύθμισης είναι πλέον αρκετά συγκεκριμένη. Επανασχεδιάζεται η βασική σύνταξη, οι χαμηλότερες συντάξεις ενισχύονται περισσότερο, περιορίζεται η επίπτωση της αναλογιστικής μείωσης για την αφυπηρέτηση στα 63, αναγνωρίζονται περισσότεροι χρόνοι ασφάλισης και διατηρείται το κανονικό όριο αφυπηρέτησης στα 65.
Την ίδια ώρα, σημαντικές παράμετροι, ιδιαίτερα ο ακριβής τρόπος εφαρμογής της ελάφρυνσης του 12% και οι μακροπρόθεσμοι μηχανισμοί βιωσιμότητας, εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
Αυξήσεις για 123.000 συνταξιούχους
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, περίπου 123.000 υφιστάμενοι συνταξιούχοι αναμένεται να δουν αύξηση στις απολαβές τους. Συγκεκριμένα, περισσότεροι από 50.000 θα έχουν, με την πλήρη εφαρμογή της μεταρρύθμισης, αύξηση άνω των €100 τον μήνα, ενώ περισσότεροι από 8.000 θα δουν την αύξησή τους να ξεπερνά τα €200 τον μήνα. Οι αυξήσεις, ανάλογα με την περίπτωση, θα κυμαίνονται από περίπου 5% μέχρι 55%.
Σε ποσοστιαία βάση, περισσότερο από το 40,7% του συνόλου των 123.000 συνταξιούχων θα λάβουν πάνω από €100, ενώ τουλάχιστον 6,5% θα λάβουν πάνω από €200.
Αξίζει να σημειωθεί ότι δεν προβλέπεται μια ενιαία, οριζόντια αύξηση. Δεν υπάρχει δηλαδή ένας κανόνας σύμφωνα με τον οποίο όλοι οι συνταξιούχοι θα πάρουν, για παράδειγμα, 10% ή €100. Το ποσό θα προκύπτει ξεχωριστά για κάθε ασφαλισμένο από τον νέο υπολογισμό.
Πώς θα υπολογίζεται πλέον η σύνταξη
Στον πυρήνα της μεταρρύθμισης βρίσκεται η αναθεωρημένη βασική σύνταξη. Σήμερα ο υπολογισμός της γίνεται μέσα από ένα σύστημα ασφαλιστικών μονάδων και μέσων όρων, το οποίο θεωρείται ιδιαίτερα σύνθετο.
Με το νέο σύστημα, βασικό κριτήριο γίνεται ο συνολικός εγγεγραμμένος και ασφαλισμένος χρόνος του εργαζομένου. Ο χρόνος αυτός θα υπολογίζεται σε μήνες θεμελιωτικής ασφάλισης και θα περιλαμβάνει τόσο τις εισφορές που κατέβαλε ο ίδιος ο ασφαλισμένος όσο και επιδοτούμενες από το κράτος περιόδους που αναγνωρίζονται από τη νομοθεσία.
Η αλλαγή έχει ιδιαίτερη σημασία για πρόσωπα που παρουσιάζουν κενά στην ασφαλιστική τους ιστορία λόγω φροντίδας παιδιών ή συγγενών, αναπηρίας ή άλλων περιόδων εκτός αγοράς εργασίας, καθώς ο σχεδιασμός προβλέπει διευρυμένες πιστώσεις ή επιδοτούμενες εισφορές.
Παράλληλα εισάγεται συντελεστής που διαφοροποιείται ανάλογα με την ηλικία αφυπηρέτησης. Με βάση τον τελευταίο σχεδιασμό, ο συντελεστής είναι 1,1 στα 63, 1,3 στα 65 και 1,5 στα 67, με ενδιάμεση κλιμάκωση. Όσο περισσότερα χρόνια παραμένει κάποιος ασφαλισμένος, τόσο υψηλότερα διαμορφώνεται η βασική σύνταξη.
Ένα απλουστευμένο παράδειγμα βοηθά να γίνει κατανοητή η νέα λογική. Εργαζόμενος με 40 χρόνια θεμελιωτικής ασφάλισης έχει 480 μήνες. Εάν αφυπηρετήσει στα 65, η εφαρμογή του συντελεστή 1,3 δίνει βασικό ποσό 480 × 1,3 = €624. Εάν διαθέτει 45 χρόνια, δηλαδή 540 μήνες, η ίδια πράξη δίνει €702.
Τα ποσά αυτά αφορούν μόνο την απλουστευμένη εφαρμογή της φόρμουλας της βασικής σύνταξης και δεν είναι το τελικό σύνολο που θα πιστωθεί στον δικαιούχο. Στη συνολική σύνταξη συνυπολογίζονται το συμπληρωματικό μέρος, το ασφαλιστικό ιστορικό και άλλες τυχόν δικαιούμενες προσαυξήσεις. Γι' αυτό δύο συνταξιούχοι που λαμβάνουν σήμερα το ίδιο ποσό δεν είναι απαραίτητο ότι θα πάρουν την ίδια αύξηση.
Ιδιαίτερα χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα που έδωσε ο Μαρίνος Μουσιούττας, μετά τη συνεδρία του Εργατικού Συμβουλευτικού Σώματος. Αφορά υφιστάμενο συνταξιούχο ο οποίος συνταξιοδοτήθηκε πρόωρα στα 63 και, λόγω της αναλογιστικής μείωσης, λαμβάνει σήμερα €426 αντί €484. Σύμφωνα με τον Υπουργό, με τον νέο υπολογισμό η σύνταξή του διαμορφώνεται στα €620, δηλαδή προκύπτει αρχικά αύξηση €194. Στη συνέχεια προστίθεται όφελος άλλων €43 από την προτεινόμενη ελάφρυνση της αναλογιστικής μείωσης. Η συνολική αύξηση φθάνει έτσι τα €237 τον μήνα, κάτι που αριθμητικά οδηγεί τη συγκεκριμένη σύνταξη περίπου στα €663.
Το παράδειγμα καταδεικνύει γιατί δεν είναι ορθό να εξετάζεται απομονωμένα μία μόνο παράμετρος της μεταρρύθμισης. Το τελικό όφελος προκύπτει από τον επανυπολογισμό της σύνταξης και, όπου εφαρμόζεται, από πρόσθετες αλλαγές όπως η ελάφρυνση της αναλογιστικής μείωσης.
Τι γίνεται με το «πέναλτι» του 12%
Ένα από τα πιο επίμαχα ζητήματα είναι η αναλογιστική μείωση για όσους επιλέγουν σύνταξη στα 63 αντί στα 65.
Η κυβερνητική πρόταση δεν καταργεί πλήρως το 12%. Η θέση του Υπουργείου είναι ότι πλήρης κατάργηση θα δημιουργούσε πρόβλημα στη βιωσιμότητα του Ταμείου. Προτείνεται, αντίθετα, ελάφρυνση κατά περίπου 4,5 ποσοστιαίες μονάδες στο βασικό μέρος, με αποτέλεσμα η επιβάρυνση να κινείται σε επίπεδα κοντά στο 7,5%. Η ελάφρυνση θα είναι εφ' όρου ζωής και η κυβερνητική πρόταση καλύπτει τόσο τους σημερινούς συνταξιούχους όσο και όσους συνταξιοδοτηθούν μέχρι το τέλος της μεταβατικής πενταετίας.
Ωστόσο, αυτό είναι ένα από τα σημεία που δεν έχουν ακόμη οριστικοποιηθεί. Το κόστος της συγκεκριμένης πρότασης ανέρχεται στα €36 εκατ. και στο τραπέζι υπάρχουν άλλες τρεις εναλλακτικές λύσεις με το ίδιο κόστος.
Μεταξύ αυτών είναι μικρότερη ελάφρυνση σε ολόκληρη τη σύνταξη ή μεγαλύτερη ελάφρυνση εάν αυτή περιοριστεί μόνο στους σημερινούς συνταξιούχους και δεν καλύψει τους περίπου 40.000 νέους συνταξιούχους που αναμένονται μέσα στην επόμενη πενταετία.
Ελάχιστη αύξηση €30 για συντάξεις μέχρι €600
Την ίδια ώρα, ειδική προστασία προβλέπεται για τους χαμηλότερα αμειβόμενους συνταξιούχους. Κάθε υφιστάμενος συνταξιούχος του ΤΚΑ που σήμερα λαμβάνει σύνταξη μέχρι €600 προβλέπεται να έχει εγγυημένη ελάχιστη αύξηση €30 τον μήνα από τον πρώτο μήνα εφαρμογής.
Τα €30 δεν είναι η μέγιστη αύξηση, αλλά το κατώτατο όριο. Εάν ο επανυπολογισμός δείξει ότι ο συνταξιούχος δικαιούται €80, €150 ή €200, θα λάβει το μεγαλύτερο ποσό που του αναλογεί.
Οι αυξήσεις σε πέντε χρόνια
Για την πλήρη εφαρμογή της μεταρρύθμισης προβλέπεται μεταβατική πενταετία από το 2027 μέχρι το 2031. Με βάση τον σημερινό σχεδιασμό, 30% της συνολικής αύξησης θα δοθεί το πρώτο έτος και ακόμη 30% το δεύτερο, άρα το 60% της αύξησης θα βρίσκεται στη σύνταξη μέσα στην πρώτη διετία.
Για παράδειγμα, εάν ο τελικός επανυπολογισμός δείξει ότι κάποιος δικαιούται συνολική αύξηση €200 τον μήνα, περίπου €60 θα ενσωματωθούν τον πρώτο χρόνο και άλλα €60 τον δεύτερο. Μέχρι τότε θα έχει λάβει €120 από τα €200 της τελικής αύξησης, με το υπόλοιπο να ενσωματώνεται σταδιακά μέχρι το τέλος της μεταβατικής περιόδου.
Σε άλλο παράδειγμα που παρουσίασε ο Υπουργός, συνταξιούχος με πλήρη εργασιακή ζωή, ο οποίος σήμερα λαμβάνει €504, μπορεί, με την πλήρη εφαρμογή, να δει συνολική αύξηση περίπου €250 τον μήνα.
Το όριο παραμένει στα 65
Ένα από τα πλέον κρίσιμα ερωτήματα αφορά την ηλικία αφυπηρέτησης. Με την υπό συζήτηση μεταρρύθμιση, το κανονικό όριο συνταξιοδότησης παραμένει στα 65.
Παράλληλα, προβλέπεται η δυνατότητα όποιος το επιθυμεί να παραμένει στην εργασία και να καταβάλλει εισφορές μέχρι τα 67, λαμβάνοντας στη συνέχεια μεγαλύτερη σύνταξη. Δεν προβλέπεται επίσης αύξηση του ποσοστού εισφοράς στο ΤΚΑ στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης που προωθείται σήμερα.
Ωστόσο, η κυβερνητική εισήγηση προβλέπει νέα αναλογιστική αξιολόγηση σε περίπου πέντε χρόνια. Εάν τότε διαπιστωθεί ότι απαιτούνται πρόσθετα μέτρα για τη βιωσιμότητα του Ταμείου, το Υπουργείο προκρίνει ως επιλογή τη συζήτηση πιθανής αύξησης των εισφορών, ώστε να αποφευχθεί είτε μείωση των συντάξεων είτε αύξηση του ορίου αφυπηρέτησης. Στο συγκεκριμένο ζήτημα δεν υπάρχει σήμερα συμφωνία με τους κοινωνικούς εταίρους.
Αλλαγές και σε άλλες παροχές
Πέρα από τις συντάξεις γήρατος, προωθούνται αλλαγές και στις συντάξεις ανικανότητας και χηρείας, στο επίδομα ορφάνιας και στις προσαυξήσεις για εξαρτώμενα παιδιά. Οι δικαιούχοι Κοινωνικής Σύνταξης προβλέπεται επίσης να ενταχθούν στο ΤΚΑ ως ειδική κατηγορία, με μεταβατικές πρόνοιες προστασίας. Για πρόσωπα που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να καταβάλλουν τις απαιτούμενες εισφορές προβλέπεται, υπό προϋποθέσεις και εισοδηματικά κριτήρια, κάλυψη από το κράτος.
Στόχος είναι επίσης να αποφεύγονται μεγάλα ασφαλιστικά κενά για πολίτες που αναγκάστηκαν να απέχουν από την αγορά εργασίας λόγω οικογενειακών ή κοινωνικών υποχρεώσεων. Η Κυβέρνηση παρουσιάζει αυτήν την πτυχή ως βασικό εργαλείο περιορισμού των ανισοτήτων μεταξύ ασφαλισμένων και ιδιαίτερα του συνταξιοδοτικού χάσματος μεταξύ ανδρών και γυναικών.
Πολύ πάνω από €50 εκατ. το ετήσιο κόστος
Νέα δεδομένα προέκυψαν και για το κόστος της μεταρρύθμισης, καθώς το Υπουργείο Οικονομικών παρουσίασε στους κοινωνικούς εταίρους αναλυτική κοστολόγηση, χωρίς όμως να δημοσιοποιηθεί το συνολικό ποσό.
Η προηγούμενη εκτίμηση έκανε λόγο για περίπου €50 εκατ. ετησίως κατά τα πρώτα πέντε χρόνια, ωστόσο το πραγματικό κόστος θα είναι υψηλότερο.
Στη Βουλή μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου
Το χρονοδιάγραμμα παραμένει ιδιαίτερα πιεστικό, καθώς το νομοθέτημα προγραμματίζεται να κατατεθεί στη Βουλή μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 2026.
Οι τεχνικές συζητήσεις θα συνεχιστούν παράλληλα, με την Τεχνική Επιτροπή να προχωρεί σε κατ' άρθρον εξέταση και το Εργατικό Συμβουλευτικό Σώμα να συνεδριάζει δύο φορές την εβδομάδα. Σύμφωνα με τον κ. Μουσιούττα, υπάρχει περιθώριο περίπου μέχρι τις 10 Οκτωβρίου για περαιτέρω διευκρινίσεις και συγκλίσεις, ακόμη και μετά την τυπική κατάθεση στη Βουλή.
Ο κυβερνητικός στόχος είναι το νέο σύστημα να τεθεί σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2027. Εφόσον το νομοσχέδιο ψηφιστεί εγκαίρως και χωρίς αλλαγή του χρονοδιαγράμματος, οι πρώτες οικονομικές επιπτώσεις για τους συνταξιούχους αναμένεται να γίνουν αισθητές στις πληρωμές από 1η Φεβρουαρίου 2027.