Ράλι αυξήσεων στα καύσιμα με κομμένα φρένα
Η ενεργειακή κρίση σαρώνει την Ευρώπη, πιέζει νοικοκυριά και επιχειρήσεις και προμηνύει νέες ανατιμήσεις πριν από τον χειμώνα
Βαθύτερα το χέρι στην τσέπη καλούνται να βάλουν τα κυπριακά νοικοκυριά, καθώς το νέο κύμα αυξήσεων στα καύσιμα διογκώνει το κόστος της καθημερινής ζωής και δημιουργεί ένα ολοένα πιο ασφυκτικό οικονομικό περιβάλλον. Με τις τιμές να αναπροσαρμόζονται συνεχώς και τις νέες αυξήσεις να βρίσκονται προ των πυλών, η ανησυχία εντείνεται, ιδιαίτερα ενόψει του χειμώνα.
Η εκτόξευση της τιμής του πετρελαίου θέρμανσης στο 1,60 ευρώ το λίτρο προκαλεί έντονο προβληματισμό για το κατά πόσον τα νοικοκυριά θα μπορέσουν να εξασφαλίσουν επαρκή θέρμανση. Η εικόνα που διαμορφώνεται στην Κύπρο επαναφέρει μνήμες από τις δύσκολες συνθήκες του 2013, σύμφωνα με τον αντιπρόεδρο του Συνδέσμου Πρατηριούχων, Χριστόδουλο Χριστοδούλου, ο οποίος προειδοποιεί ότι οι αυξήσεις αναμένεται να συνεχιστούν. Η νέα άνοδος του ενεργειακού κόστους έρχεται να προστεθεί σε μια ήδη εύθραυστη ευρωπαϊκή πραγματικότητα, όπου οι γεωπολιτικές συγκρούσεις, η ενεργειακή εξάρτηση και οι υψηλές τιμές εξακολουθούν να δοκιμάζουν νοικοκυριά, επιχειρήσεις και την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Πρωτοφανής αύξηση στην Κύπρο
Ο κόσμος βιώνει καταστάσεις του 2013 με τα καύσιμα και την ακρίβεια, ανέφερε στη «Σημερινή» ο αντιπρόεδρος του Συνδέσμου Πρατηριούχων, Χριστόδουλος Χριστοδούλου. Τόνισε ότι «αυτές τις ημέρες οι τιμές είναι υψηλότερες και ανεβαίνουν κάθε δύο με τρεις ημέρες. Δεν μιλάμε για μεγάλες αυξήσεις, αλλά έχουμε συνεχείς ανατιμήσεις. Δυστυχώς, την επόμενη περίοδο αναμένεται να συνεχιστεί αυτή η τάση, αφού η τιμή του βαρελιού παραμένει σταθερά υψηλή, γύρω στα 109 δολάρια το βαρέλι, οπότε θα έχουμε συνεχείς αυξήσεις».
Αν και δεν υπάρχει δυνατότητα ασφαλούς πρόβλεψης, ο κ. Χριστοδούλου σημείωσε ότι «εάν έχουμε κάθε λίγες ημέρες αύξηση ενός με δύο σεντ, αυτό σημαίνει ότι μέσα στην επόμενη εβδομάδα θα ξεπεράσουμε τα δύο ευρώ το λίτρο στο πετρέλαιο κίνησης».
Την ίδια ώρα, η ανησυχία εντείνεται ενόψει της χειμερινής περιόδου, καθώς το κύμα αυξήσεων αγγίζει αναπόφευκτα και το πετρέλαιο θέρμανσης. Ο αντιπρόεδρος του Συνδέσμου Πρατηριούχων εξήγησε ότι η τιμή του πετρελαίου θέρμανσης έχει ανέβει στο 1,60 ευρώ το λίτρο, χαρακτηρίζοντας την αύξηση «πρωτοφανή».
«Πέρσι, με 960 ευρώ γέμιζες ένα ντεπόζιτο των χιλίων λίτρων, ενώ φέτος πρέπει να πληρώσεις 1.550 ευρώ. Είναι απίστευτο αυτό το πράγμα με το πετρέλαιο θέρμανσης και προκαλεί προβληματισμό για το κατά πόσον ο κόσμος θα μπορέσει να βάλει πετρέλαιο θέρμανσης φέτος. Η δική μου εκτίμηση είναι ότι η πλειοψηφία δεν θα μπορέσει να βάλει», ανέφερε.
Σύμφωνα με τον κ. Χριστοδούλου, οι συγκεκριμένες τιμές σπρώχνουν τον κόσμο προς τις κατεχόμενες περιοχές. Επεσήμανε ότι «η Κυβέρνηση, εκτός από την επιδότηση των 8,33 σεντ, θα πρέπει να βρει και άλλους τρόπους να μειώσει την τιμή των καυσίμων. Για παράδειγμα, έχουμε διπλή φορολογία ΦΠΑ πάνω στα καύσιμα και πρέπει να την αναιρέσει. Επίσης, ο Φόρος Κατανάλωσης πρέπει να μειωθεί, ώστε να μην σπρώχνει τον κόσμο να πηγαίνει στα κατεχόμενα. Με την αδράνειά της η Κυβέρνηση, εκτός από την επιδότηση, τους στέλνει στα κατεχόμενα. Αυτό θέλει; Είναι απαράδεκτο. Συνέχεια μεγαλώνει η ροή προς τα κατεχόμενα».
Σε αυτήν την κατάσταση προστίθεται και το ζήτημα της Πράσινης Φορολογίας, η οποία αναμένεται να επιβληθεί μέσα στο 2027. Σύμφωνα με τον αντιπρόεδρο του Συνδέσμου Πρατηριούχων, «αυτή η φορολογία θα αυξήσει περαιτέρω τις τιμές των καυσίμων κατά οκτώ με δέκα σεντ το λίτρο, σε πρώτη φάση. Ο σκοπός της είναι η προστασία του περιβάλλοντος, ώστε να έχουμε πράσινα καύσιμα. Αφού οι μισοί κάτοικοι της Κύπρου πηγαίνουν στα κατεχόμενα και βάζουν καύσιμα, που δεν είναι “πράσινα”, δεν θα μολύνουν πάλι το περιβάλλον στις ελεύθερες περιοχές; Τι θα κάνει η Κυβέρνηση γι’ αυτήν την αντίφαση; Θα φορολογεί εκείνους που δεν πηγαίνουν στα κατεχόμενα με ακόμα δέκα σεντ το λίτρο για να προστατεύσει το περιβάλλον και οι υπόλοιποι που εφοδιάζονται από το ψευδοκράτος θα συνεχίσουν να μολύνουν το περιβάλλον; Δεν έχει βάση αυτή η φορολογία για την Κύπρο».
Το καρτέλ των καυσίμων είναι το μεγαλύτερο στον κόσμο
Σημαντική αύξηση στις τιμές των καυσίμων από την 1η Μαρτίου μέχρι σήμερα καταγράφει ο Πρόεδρος του Κυπριακού Συνδέσμου Καταναλωτών, Μάριος Δρουσιώτης, επισημαίνοντας τις επιπτώσεις που επωμίζονται οι καταναλωτές.
Όπως ανέφερε, από την 1η Μαρτίου, αφαιρουμένης της επιδότησης, η τιμή της βενζίνης έχει αυξηθεί κατά 35 σεντ το λίτρο, του πετρελαίου κίνησης κατά 52 σεντ και του πετρελαίου θέρμανσης κατά 61 σεντ το λίτρο.
Ο Πρόεδρος του Κυπριακού Συνδέσμου Καταναλωτών προειδοποίησε και αυτός με τη σειρά του ότι αναμένονται νέες αυξήσεις τις επόμενες εβδομάδες, σημειώνοντας πως, παρότι η διεθνής τιμή του πετρελαίου έχει υποχωρήσει και έχει σταθεροποιηθεί σε χαμηλότερα επίπεδα, αυτό που έχει άμεση σημασία για τον καταναλωτή είναι η τιμή στα πρατήρια.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στο πετρέλαιο θέρμανσης, εκφράζοντας τη διαφωνία του για το γεγονός ότι δεν εντάχθηκε στην επιδότηση από το Υπουργείο Οικονομικών και το Υπουργείο Ενέργειας. Όπως ανέφερε, το επιχείρημα ότι δεν υπάρχει κατανάλωση πετρελαίου θέρμανσης κατά τους καλοκαιρινούς μήνες δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθώς, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλέστηκε, η μέση κατανάλωση κατά τους καλοκαιρινούς μήνες ανέρχεται περίπου στους 2.000 τόνους τον μήνα.
Ο Πρόεδρος του Κυπριακού Συνδέσμου Καταναλωτών ανέφερε, επίσης, ότι οι Κύπριοι καταναλωτές έχουν καταβάλει συνολικά περίπου 23 εκατομμύρια ευρώ περισσότερα για καύσιμα από την 1η Μαρτίου μέχρι το τέλος Αυγούστου.
«Η πίτα της αγοράς μία είναι», ανέφερε χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι τα επιπλέον χρήματα που δαπανώνται για καύσιμα αφαιρούνται από άλλες οικονομικές δραστηριότητες. Όπως σημείωσε, η αύξηση του κόστους των καυσίμων και της ενέργειας έχει ευρύτερο αντίκτυπο στην κυπριακή αγορά, καθώς η αύξηση των δαπανών σε έναν τομέα σημαίνει μειωμένες δαπάνες σε άλλους.
Ο κ. Δρουσιώτης αναφέρθηκε ακόμη στις διεθνείς εξελίξεις στην αγορά καυσίμων, σημειώνοντας ότι, κατά την προσωπική του κρίση, «το καρτέλ των καυσίμων είναι το μεγαλύτερο στον κόσμο». Όπως ανέφερε, υπάρχουν παράγοντες που, με κάθε ανακοίνωση ή εξέλιξη, επιδιώκουν να αυξήσουν τα κέρδη τους, ανεξάρτητα από τις εξελίξεις στη διεθνή αγορά.
Σε ερώτηση για τον ρόλο της Επιτροπής Ανταγωνισμού, ο κ. Δρουσιώτης διευκρίνισε ότι η Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού μπορεί να παρέμβει στις λιανικές τιμές που διαμορφώνονται στα πρατήρια στην Κύπρο, αλλά όχι στις διεθνείς τιμές των καυσίμων.
Κλείνοντας, απηύθυνε έκκληση προς τον Υπουργό Οικονομικών και το Υπουργείο Ενέργειας, ζητώντας να διασφαλιστεί ότι οποιαδήποτε επιδότηση καταλήγει στους καταναλωτές και όχι σε άλλους κρίκους της αγοράς. Ο κ. Δρουσιώτης υποστήριξε ότι αυτό δεν συνέβη στην περίπτωση της επιδότησης της βενζίνης και του πετρελαίου κίνησης. Όπως ανέφερε, 19 πρατήρια δεν μείωσαν καθόλου τις τιμές τους κατά το ποσόν της επιδότησης των 8,33 σεντ, ενώ άλλα 97 πρατήρια προχώρησαν σε μικρότερη μείωση. Τόνισε, πάντως, ότι οι τιμές αυτές είναι νόμιμες, σημειώνοντας ότι ο κάθε πρατηριούχος έχει τη δυνατότητα να καθορίζει την τιμή του.
Ένα ευρωπαϊκό πρόβλημα
Πριν από μερικά χρόνια, μία από τις πιο πολυσυζητημένες ατάκες της τηλεοπτικής σειράς Game of Thrones ήταν η φράση «Ο χειμώνας έρχεται». Η φράση απέκτησε τη δική της δυναμική στον πολιτικό λόγο κατά τη διάρκεια της εκτίναξης των τιμών της ενέργειας, η οποία ξεκίνησε σταδιακά κατά το δεύτερο μισό του 2021 και στη συνέχεια επιταχύνθηκε δραματικά μετά το ξέσπασμα του πολέμου Ρωσίας-Ουκρανίας. Μέχρι το τέλος του καλοκαιριού του 2026, η κατάσταση φαίνεται διαφορετική αλλά, δυστυχώς, προς το χειρότερο. Καθώς ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται και η δυσμενής ενεργειακή κατάσταση στην Ευρώπη παγιώνεται ολοένα περισσότερο, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή έχει προσθέσει νέα πίεση.
«Η ενέργεια βρίσκεται στο επίκεντρο των σημερινών γεωπολιτικών εντάσεων», αναφέρει η Διεθνής Υπηρεσία Ενέργειας στην έκθεση World Energy Outlook 2025. Η διαπίστωση αυτή ισχύει ιδιαίτερα για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Άλλωστε, η ιστορία της Ευρώπης κατά την τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα είναι μια ιστορία γεωπολιτικών εξελίξεων και ενεργειακών κρίσεων.
Στον απόηχο της πανδημίας και κατά τα πρώτα χρόνια του πολέμου στην Ουκρανία, ο ενεργειακός λογαριασμός της ΕΕ διπλασιάστηκε, φτάνοντας το 1,8 τρισεκατομμύριο ευρώ. Οι υψηλές τιμές ενέργειας είχαν αντίκτυπο σε ολόκληρη την οικονομική δομή της ΕΕ, αναδεικνύοντας την εδώ και χρόνια, και ολοένα πιο εμφανή, απώλεια εδάφους του μπλοκ στον παγκόσμιο οικονομικό ανταγωνισμό.
Σε αυτό το πλαίσιο δημοσιεύθηκε πριν από δύο χρόνια η έκθεση Ντράγκι, η οποία πήρε το όνομά της από τον πρώην Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η έκθεση ανέδειξε τις υψηλές τιμές ενέργειας ως μία από τις βασικές προκλήσεις για την ανταγωνιστικότητα της ΕΕ, επισημαίνοντας ότι, «παρόλο που οι τιμές της ενέργειας έχουν μειωθεί σημαντικά από τα υψηλά τους επίπεδα, οι επιχειρήσεις στην ΕΕ εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τιμές ηλεκτρικής ενέργειας δύο έως τρεις φορές υψηλότερες από εκείνες στις ΗΠΑ. Οι τιμές φυσικού αερίου που καταβάλλονται είναι τέσσερεις έως πέντε φορές υψηλότερες».
Αυτή η ήδη δύσκολη κατάσταση επηρεάστηκε άμεσα από τον πόλεμο ΗΠΑ-Ιράν που ξέσπασε στα τέλη Φεβρουαρίου, αναδεικνύοντας το πόσο δρόμο έχει ακόμη να διανύσει η Ευρώπη για την αντιμετώπιση των διαρθρωτικών της αδυναμιών.
Ανάλυση του Κοινού Κέντρου Ερευνών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στα τέλη Μαΐου είχε ήδη προβλέψει υψηλότερες τιμές ενέργειας κατά τους φθινοπωρινούς μήνες, καθώς και τις επιπτώσεις τους στον πληθωρισμό και την οικονομική ανάπτυξη, σε περίπτωση που η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή παρατεινόταν. Αυτό ακριβώς συνέβη. Με άλλα λόγια, είναι δύσκολο να υποστηρίξει κανείς ότι «δεν το είδαμε να έρχεται».
Και κάπως έτσι, η φράση «Ο χειμώνας έρχεται» επιστρέφει στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα, αυτήν τη φορά όχι ως τηλεοπτική προειδοποίηση, αλλά ως υπενθύμιση μιας ενεργειακής αβεβαιότητας που παραμένει ζωντανή. Η Ευρώπη μπαίνει στους επόμενους μήνες έχοντας ήδη πληρώσει ακριβά τις γεωπολιτικές αναταράξεις και χωρίς να έχει εξαλείψει τις διαρθρωτικές αδυναμίες που την καθιστούν ευάλωτη στις διεθνείς κρίσεις.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο πόσο θα αυξηθούν οι τιμές της ενέργειας, αλλά πόσο ακόμη μπορεί να αντέξει η ευρωπαϊκή οικονομία το κόστος μιας παρατεταμένης ενεργειακής ανασφάλειας. Γιατί, αν κάτι έχει δείξει η τελευταία πενταετία, είναι ότι στην Ευρώπη ο χειμώνας μπορεί να έρχεται κάθε χρόνο, αλλά οι ενεργειακές κρίσεις δεν περιμένουν πλέον την εποχή για να κάνουν την εμφάνισή τους.