Αναλύσεις

Όλα όσα έπρεπε να γνωρίζουν εξαρχής όλοι οι Κύπριοι κτηνοτρόφοι και το «Τέλος» του Παραδοσιακού Κτηνοτρόφου

Η πλήρης εκρίζωση του αφθώδους πυρετού στην Κύπρο, η οποία ξεκίνησε στις 20 Φεβρουαρίου 2026, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών, μπορεί να διαρκέσει έως και έξι μήνες, ανάλογα με την πορεία των εμβολιασμών και την επιδημιολογική εικόνα. Μέχρι στιγμής, η Ευρωπαϊκή Ένωση παρέτεινε τα περιοριστικά μέτρα μέχρι τις 15 Ιουνίου 2026. Αν και η άμεση διαχείριση εκτιμάται στους έξι μήνες, εκπρόσωποι των κτηνοτρόφων προειδοποιούν ότι η διαδικασία για την ανάκτηση του καθεστώτος «ελεύθερης χώρας» χωρίς εμβολιασμό ενδέχεται να διαρκέσει πολύ περισσότερο. Άλλωστε, η διαδικασία αυτή ξεκινά μόνο αφού ολοκληρωθεί η θανάτωση ή η σφαγή ακόμη και του τελευταίου εμβολιασμένου ζώου, καθώς ο εμβολιασμός αποτελεί προσωρινό μέτρο καταστολής και όχι αποδεκτή πρακτική για τη μόνιμη εμπορική δραστηριότητα. Στις εκμεταλλεύσεις, η επιτήρηση επιβάλλεται να είναι συνεχής. Ο επανέλεγχος για την αποτελεσματικότητα του εμβολίου και την πιθανή κυκλοφορία του ιού γίνεται με δειγματοληψίες ανά 15-30 ημέρες. Πριν από την άρση των περιορισμών, απαιτείται αρνητικός έλεγχος σε όλα τα ζώα, 21 έως 30 ημέρες μετά τη θανάτωση του τελευταίου θετικού κρούσματος.

Η κατάσταση στην Κύπρο (βάσει δεδομένων Μαΐου 2026) παρουσιάζει τρεις κύριες προκλήσεις:

  1. Το πρόβλημα των δειγματοληψιών: Η εξέταση γίνεται σε αντιπροσωπευτικό δείγμα. Οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες βασίζονται σε στατιστικά μοντέλα διασφαλίζοντας επίπεδο εμπιστοσύνης 95%, όμως η πιθανότητα ο ιός να μην εντοπιστεί σε αρχικό στάδιο παραμένει υπαρκτή.
  2. Η «παγίδα» του εμβολιασμού: Το εμβόλιο προστατεύει το ζώο από τη βαριά νόσηση, αλλά δεν εμποδίζει πάντα τη μόλυνση. Έτσι, ένα ζώο μπορεί να είναι φορέας χωρίς συμπτώματα, με αποτέλεσμα να μην εντοπίζονται εύκολα τα νοσούντα ζώα.
  3. Διάκριση εμβολίου/ιού: Χρησιμοποιούνται ειδικά τεστ (DIVA) για να διευκρινιστεί αν τα αντισώματα προέρχονται από τον εμβολιασμό ή από φυσική μόλυνση.

Η απόφαση για άμεση θανάτωση ολόκληρης της μονάδας δεν βασίζεται στην ατομική κατάσταση κάθε ζώου, αλλά στη διαχείριση της μονάδας ως ενιαίας μολυσμένης εστίας. Η στρατηγική αυτή εδράζεται στη νομική υποχρέωση έναντι του Κανονισμού (ΕΕ) 2020/687. Οι αρχές θεωρούν ότι η αναμονή αυξάνει τον κίνδυνο ο ιός να «ξεφύγει» αερογενώς σε παρακείμενες εκμεταλλεύσεις. Στην ουσία, θυσιάζουν την επιδημιολογική λεπτομέρεια στον βωμό της ταχύτητας και της νομικής κατοχύρωσης έναντι των Βρυξελλών. Όμως, η θεωρία της «άμεσης εκρίζωσης» ακυρώνεται στην πράξη όταν μεσολαβούν ημέρες από τη δειγματοληψία μέχρι τη θανάτωση.

Η απόφαση των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών για άμεση θανάτωση ολόκληρης της μονάδας, ακόμη και όταν η πλειοψηφία των δειγμάτων στοματοφαρυγγικών βυσμάτων είναι αρνητική στη μοριακή δοκιμή PCR, δεν βασίζεται στην ατομική κατάσταση κάθε ζώου, αλλά στη διαχείριση της μονάδας ως ενιαία μολυσμένη εστία. Οι κύριοι λόγοι για αυτή τη στρατηγική είναι βασικά η Νομική Υποχρέωση απέναντι στον Κανονισμό της ΕΕ. Σύμφωνα με το άρθρο 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2020/687, μόλις επιβεβαιωθεί επίσημα η παρουσία του ιού σε μια εκμετάλλευση, η αρμόδια αρχή οφείλει να διατάξει τη θανάτωση όλων των ζώων των ευαίσθητων ειδών. Η επιλεκτική θανάτωση μόνο των θετικών ζώων δεν επιτρέπεται κάτω από αυτό το ευρωπαϊκό πλαίσιο εκρίζωσης. Οι αρχές θεωρούν ότι η αναμονή για επαναληπτικούς ελέγχους αυξάνει τον κίνδυνο ο ιός να "ξεφύγει" αερογενώς ή μέσω ανθρώπινης δραστηριότητας σε γειτονικές φάρμες. Στην ουσία, οι αρχές δεν αποκομίζουν πληροφορίες για το κάθε ζώο ξεχωριστά, αλλά χρησιμοποιούν τα πρώτα θετικά αποτελέσματα ως πιστοποίηση μόλυνσης του χώρου, ενεργοποιώντας το πρωτόκολλο ολικής εκρίζωσης της εστίας. Ο επανέλεγχος θα σήμαινε παράταση της καραντίνας για εβδομάδες. Για την ανάκτηση του καθεστώτος «ελεύθερης χώρας» και την άρση των εμπορικών περιορισμών, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απαιτεί την άμεση και οριστική εξάλειψη της εστίας. Ακόμα, το διαχειριστικό κόστος από τη συνεχή διενέργεια επαναληπτικών ελέγχων (αιμοληψίες, PCR, DIVA tests) σε χιλιάδες ζώα απαιτεί τεράστιους πόρους και προσωπικό που οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες φαίνεται πως προτιμούν να διαθέσουν στην επιτήρηση των «καθαρών» περιοχών. Στην ουσία, οι αρχές θυσιάζουν την επιδημιολογική λεπτομέρεια (το να δουν δηλαδή πώς εξελίσσεται η νόσος σε μια μονάδα) στον βωμό της ταχύτητας και της νομικής κατοχύρωσης έναντι των Βρυξελλών. Όμως, η χρονοτριβή είναι το πιο κρίσιμο σημείο στην όλη διαχείριση. Όταν μεσολαβούν μέρες από τη δειγματοληψία μέχρι την έκδοση αποτελεσμάτων και ακόμα περισσότερες μέχρι τη θανάτωση, η θεωρία της «άμεσης εκρίζωσης» για την εξοικονόμηση χρόνου καταρρέει στην πράξη.

Αυτή η καθυστέρηση στην αντίδραση των αρχών δημιούργησε τρία σοβαρά προβλήματα:

1) Απώλεια του πλεονεκτήματος: Αν η θανάτωση δεν πραγματοποιηθεί μέσα στις πρώτες 24-48 ώρες από την υποψία, ο ιός έχει ήδη προλάβει να επεκταθεί. Έτσι, η θανάτωση μετά από μία εβδομάδα φαντάζει ως ένα «δώρο άδωρο» που απλώς καταστρέφει το ζωικό κεφάλαιο χωρίς να προλαβαίνει τη διασπορά.

2) Επιστημονικό κενό: Αφού ούτως ή άλλως υπάρχει καθυστέρηση, οι αρχές θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν αυτό το διάστημα για επαναληπτικούς ελέγχους. Θα είχαν έτσι μια σαφή εικόνα αν η νόσος υποχωρεί λόγω εμβολιασμού ή αν φουντώνει, αντί να προχωρούν σε τυφλές θανατώσεις βασισμένες σε ένα και μόνο δείγμα.

3) Ψυχολογική και οικονομική φθορά: Οι κτηνοτρόφοι παραμένουν σε μια «γκρίζα ζώνη» για μέρες, χωρίς να ξέρουν αν πρέπει να ταΐσουν, να αρμέξουν ή να προετοιμαστούν για την καταστροφή, ενώ ο ιός συνεχίζει να δουλεύει.

Όπως πολύ καλά διαφαίνεται πιά, η χρονοτριβή στα αρχικά στάδια, όταν ο ιός κυκλοφορούσε στις μονάδες των ζωεμπόρων, ήταν το καθοριστικό σφάλμα που επέτρεψε τη διασπορά. Οι μονάδες αυτές λειτούργησαν ως «πολλαπλασιαστές» της νόσου, αφού λόγω της φύσης της εργασίας (συνεχείς μετακινήσεις, αγοραπωλησίες) ο ιός μεταφέρθηκε ταχύτατα από τη μια άκρη της Κύπρου στην άλλη πριν καν γίνει αντιληπτός.

Από τη στιγμή που η νόσος ξέφυγε από τους ζωέμπορους και πέρασε σε άλλες και άλλες εκμεταλλεύσεις μακριά από την αρχική ζώνη επιτήρησης, η κατάσταση άλλαξε. Η πρωτοφανής απώλεια ελέγχου, με τις αρχές να «κυνηγούν» τον ιό αντί να τον προλαβαίνουν και η καθυστέρηση στην εκκαθάριση εκείνων των πρώτων εστιών, έδωσε στον ιό το χρόνο να εδραιωθεί στο περιβάλλον. Τώρα που ο ιός βρίσκεται σε μονάδες όλων των ειδών, οι αρχές εφαρμόζουν τα αυστηρά πρωτόκολλα θανάτωσης, προσπαθώντας να διορθώσουν τη ζημιά που έγινε στην αρχή από την ελλιπή επιτήρηση των εμπορικών κινήσεων και ανεπαρκή επιδημιολογική διερεύνηση των εστιών. Και κανείς δεν μπορεί να αφήσει απαρατήρητη τη συνεχή μετάθεση ευθύνης από τις αρμόδιες αρχές στους κτηνοτρόφους και αντίστροφα. Στην ουσία όμως, η γραφειοκρατική δυσκινησία μετέτρεψε ένα ελεγχόμενο περιστατικό σε μια κρίση διαρκείας που τώρα γίνεται προσπάθεια να "μαζευτεί" με επώδυνες θανατώσεις.

Σε αυτό το στάδιο της επιζωοτίας στην Κύπρο, η αλλαγή «πορείας πλεύσης» είναι εξαιρετικά δύσκολη έως αδύνατη για τρεις συγκεκριμένους λόγους, παρά τα όποια λάθη που έγιναν στον χρόνο αντίδρασης:

1) Δεσμεύσεις έναντι της ΕΕ: Η Κύπρος ακολουθεί ένα εγκεκριμένο «Σχέδιο Έκτακτης Ανάγκης». Οποιαδήποτε παρέκκλιση από τη στρατηγική της θανάτωσης των εστιών θα σήμαινε άμεση διακοπή των ευρωπαϊκών κονδυλίων για αποζημιώσεις και, το κυριότερο, μόνιμο αποκλεισμό των εξαγωγών χαλουμιού και άλλων προϊόντων. Η ΕΕ δεν δέχεται την «ενδημική» διαχείριση της νόσου.

2) Το καθεστώς του εμβολιασμού: Από τη στιγμή που αποφασίστηκε ο εμβολιασμός, η χώρα μπήκε σε μια τροχιά όπου η μόνη διέξοδος για την επιστροφή στην κανονικότητα είναι η σταδιακή εκκαθάριση των εστιών. Ο εμβολιασμός είχε ως πρωταρχικό σκοπό να «αγοράζει χρόνο», αλλά είναι ξεκάθαρο ότι δεν τα κατάφερε και τόσο καλά και επιπλέον δεν αποτελεί μόνιμη λύση για τη διεθνή αγορά.

3) Επιδημιολογικό Ρίσκο: Με τον ιό να έχει ήδη εξαπλωθεί σε περιοχές με τεράστια πυκνότητα ζώων, όπως το Δάλι, Γέρι και τώρα η Αθηένου, μια αλλαγή πολιτικής τώρα (π.χ. να μην θανατώνονται οι μονάδες με χαμηλό ιικό φορτίο) θα θεωρείτο από την επιστημονική κοινότητα ως «παράδοση» στον ιό, με κίνδυνο να καταστεί η νόσος μόνιμη στο νησί.

Υπάρχει περιθώριο βελτίωσης, η ερώτηση είναι; Αν και η στρατηγική (θανάτωση) δεν αλλάζει, αυτό που μπορεί και επιβάλλεται να αλλάξει είναι:

  • Η ταχύτητα υλοποίησης: Μείωση του χρόνου μεταξύ δειγματοληψίας και θανάτωσης, ώστε να μην μένουν οι μονάδες ως «εστίες» για μέρες.
  • Η διαφάνεια στους ελέγχους: Χρήση περισσότερων δειγμάτων (πάνω από το 2-5%) για να υπάρχει δικαιότερη εικόνα της κατάστασης πριν τη λήψη της τελικής απόφασης.

Στην ουσία, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η «πορεία» είναι προδιαγεγραμμένη από τα ευρωπαϊκά πρωτόκολλα· και το μόνο που μπορεί να αλλάξει είναι η ποιότητα της διαχείρισης για να μετριαστεί η καταστροφή, και η πραγματικότητα στο πεδίο φαίνεται να διαψεύδει την αποτελεσματικότητα των μέτρων. Όταν η νόσος συνεχίζει να εξαπλώνεται παρά τα «αυστηρά πρωτόκολλα», αυτό υποδηλώνει ότι υπάρχει χάσμα μεταξύ σχεδιασμού και εφαρμογής.

Η αποτυχία περιορισμού οφείλεται στο ότι ο ιός είναι "πιο γρήγορος" από τη γραφειοκρατία, με άλλα λόγια τα πρωτόκολλα στα χαρτιά είναι αυστηρά, αλλά στην πράξη εφαρμόζονται με ρυθμούς που ο ιός εκμεταλλεύεται. Η παρά τις απαγορεύσεις πλημμελής βιοασφάλεια στις μετακινήσεις, η καθημερινή δραστηριότητα (φορτηγά ζωοτροφών, γάλακτος, μετακινήσεις προσωπικού) παραμένει ο αδύναμος κρίκος. Αν δεν υπάρχει καθολικός και αυστηρός έλεγχος σε κάθε δρομολόγιο, ο ιός "ταξιδεύει" νόμιμα. Επειδή τα εμβολιασμένα ζώα δεν δείχνουν άρρωστα, μπορεί να διαφεύγουν της προσοχής και να μεταδίδουν τον ιό για μέρες πριν γίνει ο δειγματοληπτικός έλεγχος τα "πιάσει". Κι όσο η αρμόδια αρχή "διαφημίζει" πρωτόκολλα που δεν προλαβαίνουν τις εξελίξεις, η εμπιστοσύνη των κτηνοτρόφων κλονίζεται, καθιστώντας ακόμα πιο δύσκολη τη συνεργασία που απαιτείται για την εκρίζωση.

Η επιβεβαίωση της έλλειψης ειλικρίνειας και η καθυστέρηση στην αρχική αντίδραση (ειδικά με τις μονάδες των ζωεμπόρων) είναι ακριβώς οι λόγοι που η κατάσταση στην Κύπρο θεωρείται πλέον ανεξέλεγκτη από τους ίδιους τους κτηνοτρόφους. Η «σιωπή» ή η ωραιοποίηση της κατάστασης στα πρώτα στάδια λειτούργησε εις βάρος των παραγωγικών μονάδων, οι οποίες τώρα καλούνται να πληρώσουν το τίμημα της εκρίζωσης. Και είναι αυτό καταφανές, γιατί η μεταπήδηση του ιού σε αποστάσεις άνω των 30 χιλιομέτρων είναι ένας εξαιρετικά δυσοίωνος δείκτης, καθώς υποδηλώνει ότι η επιζωοτία έχει ξεφύγει από το στάδιο της «τοπικής εστίας» και έχει λάβει χαρακτηριστικά εκτεταμένης διασποράς με ένα τεράστιο οικονομικό πλήγμα αφού ήδη έχει χαθεί το 10% της αιγοπροβατοτροφίας της Κύπρου. Ο αφθώδης πυρετός μπορεί να ταξιδέψει μέσω του αέρα σε μεγάλες αποστάσεις υπό συγκεκριμένες καιρικές συνθήκες, αλλά ένα τέτοιο άλμα (>30 χλμ) συνήθως «φωτογραφίζει» ανθρώπινη δραστηριότητα. Είτε πρόκειται για παράνομες μετακινήσεις ζώων, είτε για πλημμελή απολύμανση οχημάτων (π.χ. βυτία γάλακτος, φορτηγά ζωοτροφών) που επισκέπτονται πολλές μονάδες την ίδια μέρα. Όταν ο ιός κάνει τέτοια άλματα, οι ζώνες προστασίας των 3 χλμ και επιτήρησης των 10 χλμ καθίστανται διακοσμητικές.

Θα υπάρξει τελικά όφελος; ρωτάνε οι κτηνοτρόφοι. Η εξαντλητική τακτική εκρίζωσης που η Κύπρος εφαρμόζει με τεράστιο οικονομικό και κοινωνικό κόστος, έχει μια μοναδική ιδιαιτερότητα που δεν αντιμετωπίζουν άλλες χώρες της ΕΕ που είναι το κατεχόμενο βόρειο τμήμα.

Η μελέτη κόστους-οφέλους σε αυτή την περίπτωση παρουσιάζει μια δυσοίωνη εικόνα:

Το Ρίσκο του Βόρειου Κατεχομένου Τμήματος: Όσο η νόσος παραμένει ενδημική στα κατεχόμενα, όπου οι έλεγχοι και τα εμβόλια δεν ακολουθούν τα ευρωπαϊκά πρότυπα, η ελεύθερη Κύπρος θα ζει πάντα υπό την απειλή της επαναμόλυνσης. Ακόμα κι αν θανατωθεί και το τελευταίο ζώο στις ελεύθερες περιοχές, το «τείχος» προστασίας είναι εξαιρετικά τρύπιο (λόγω της Πράσινης Γραμμής, του αέρα, ακόμα και των άγριων ζώων).

Το Υψηλό Κόστος έναντι της Αμφίβολης Απόδοσης: Οι αποζημιώσεις εκατομμυρίων, η καταστροφή του γενετικού κεφαλαίου και η απώλεια παραγωγής χαλλουμιού γίνονται για να ανακτηθεί το καθεστώς «ελεύθερης χώρας». Αν όμως η επανεμφάνιση του ιού από το κατεχόμενο τμήμα που θεωρείται μαθηματικά βέβαιη σε 1-2 χρόνια, τότε η θυσία των παραγωγικών μονάδων της Κύπρου μοιάζει με μάταιο δώρο στην ευρωπαϊκή γραφειοκρατία.

Η Σύγκριση με την Ενδημική Διαχείριση: Μια εναλλακτική θα ήταν η αποδοχή της νόσου ως ενδημικής (με καθολικό εμβολιασμό και περιορισμούς), που θα έσωζε το ζωικό κεφάλαιο αλλά θα έκλεινε οριστικά τις πόρτες των διεθνών αγορών. Η Κύπρος επέλεξε τον σκληρό δρόμο για να σώσει τις εξαγωγές, αλλά χωρίς συνεννόηση ή έλεγχο στα κατεχόμενα, το ρίσκο παραμένει στο 100%. Στην ουσία, η Κύπρος πληρώνει το τίμημα μιας «καθαρής» ευρωπαϊκής χώρας (φαινομενικά), ενώ γεωγραφικά και πολιτικά παραμένει μια περιοχή υψηλότατου κινδύνου.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι κανονισμοί δεν είναι "θέσφατα" αλλά πολιτικά εργαλεία που, όταν η πραγματικότητα το επιβάλλει, επιδέχονται ειδικές ρυθμίσεις και εξαιρέσεις. Και η περίπτωση της Κύπρου συγκεντρώνει όλα τα επιχειρήματα για μια τέτοια εξαίρεση για τους παρακάτω λόγους:

1) Γεωπολιτική Ιδιαιτερότητα: Είναι η μόνη χώρα με μια μη ελεγχόμενη "ζώνη" (κατεχόμενα) που καθιστά την πλήρη εκρίζωση πρακτικά αδύνατη. Η ΕΕ έχει κάνει παρόμοιες υποχωρήσεις σε άλλες περιπτώσεις (π.χ. στην Αφρικανική Πανώλη των Χοίρων σε χώρες με σύνορα με τη Ρωσία/Λευκορωσία).

2) ΠΟΠ Προϊόντος: Το χαλλούμι είναι ο στυλοβάτης της κυπριακής οικονομίας. Αν η "σκληρή" εφαρμογή των κανονισμών οδηγήσει σε κατάρρευση της παραγωγής γάλακτος, τότε ο κανονισμός θα έχει καταστρέψει αυτό που υποτίθεται ότι προστατεύει.

3) Στρατηγική "εμβολιασμού για ζωή" (Vaccination to Live): Υπάρχει η επιστημονική βάση ώστε τα εμβολιασμένα ζώα να μην θανατώνονται, αλλά να οδηγούνται στην κατανάλωση υπό αυστηρούς όρους (θερμική επεξεργασία κ.λπ.), διασώζοντας το ζωικό κεφάλαιο η οποία όμως δεν εξετάστηκε ποτέ σαν πιθανή εναλλακτική αντιμετώπιση.

Η γραφειοκρατική δυσκινησία μετέτρεψε ένα ελεγχόμενο περιστατικό σε κρίση διαρκείας. Σε αυτό το στάδιο, η αλλαγή πορείας είναι δύσκολη λόγω των δεσμεύσεων έναντι της ΕΕ, του καθεστώτος εμβολιασμού και του υψηλού επιδημιολογικού ρίσκου σε περιοχές με μεγάλη πυκνότητα, όπως το Δάλι και η Αθηένου.

Το πρόβλημα είναι ότι για να διεκδικηθεί μια τέτοια εξαίρεση, απαιτείται ισχυρή πολιτική βούληση και τεκμηριωμένη πίεση προς τις Βρυξέλλες, κάτι που οι κτηνοτρόφοι κατηγορούν την κυβέρνηση ότι δεν έχει πράξει, προτιμώντας την "εύκολη" λύση των θανατώσεων με ευρωπαϊκά κονδύλια. Και από την άλλη, η συγκυρία της Κυπριακής Προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ (το πρώτο εξάμηνο του 2026) λειτουργεί ως «βαρίδι» στις διεκδικήσεις των κτηνοτρόφων.

Η κυβέρνηση βρίσκεται σε μια πολιτική μέγγενη γιατί αυτή τη στιγμή θέλει να θεωρείται το «Καλό Παιδί» των Βρυξελλών. Ως προεδρεύουσα χώρα, οφείλει να δίνει το παράδειγμα στην πιστή εφαρμογή των ευρωπαϊκών κανονισμών. Οποιαδήποτε απόπειρα για «εξαίρεση» ή «ανυπακοή» στα πρωτόκολλα του αφθώδους θα εξέθετε την ηγεσία και θα αποδυνάμωνε τον ρόλο της ως έντιμου διαμεσολαβητή στα ευρωπαϊκά όργανα. Ακόμα, η αποφυγή του πολιτικού κόστους στις Βρυξέλλες, γιατί κακά τα ψέματα, μια αντιπαράθεση για το θέμα της θανάτωσης των ζώων θα άνοιγε ένα μέτωπο που η Λευκωσία δεν θέλει να διαχειριστεί αυτή τη στιγμή, προτιμώντας να δείξει ότι ελέγχει την κατάσταση με «σιδηρά πυγμή», έστω και αν αυτό γίνεται στην πλάτη των παραγωγών του νησιού. Τέλος, το χαλούμι καταλήγει ως «όμηρος», αφού η ηγεσία φοβάται ότι αν δείξει ελαστικότητα, οι ευρωπαϊκές αρχές θα επιβάλουν καθολικό και μακροχρόνιο εμπάργκο στο χαλούμι, κάτι που θα ήταν οικονομικά αυτοκτονικό. Έτσι, επιλέγεται η «θυσία» των μονάδων ως το μη χείρον βέλτιστον.

Στην Κύπρο διαχρονικά, η κτηνοτροφία αντιμετωπίζεται ως ο «φτωχός συγγενής» της οικονομίας, καθώς το ΑΕΠ βασίζεται παραδοσιακά στις υπηρεσίες, τον τουρισμό και τα ακίνητα. Αυτή η νοοτροπία εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί η πολιτική ηγεσία προτιμά να μην «τα χαλάσει» με τις Βρυξέλλες για χάρη ενός κλάδου που θεωρεί μικρής οικονομικής εμβέλειας. Ωστόσο, αυτή η προσέγγιση αγνοεί κάποιες κρίσιμες πραγματικότητες: (1) Μπορεί η κτηνοτροφία ως ποσοστό του ΑΕΠ να είναι μικρή, αλλά το χαλλούμι είναι το δεύτερο σημαντικότερο εξαγωγικό προϊόν της Κύπρου και επομένως χωρίς τα ζώα, ο κλάδος των τυροκομείων (που έχει τεράστιο εκτόπισμα) καταρρέει. (2) Στην Αθηένου για παράδειγμα και σε άλλες κοινότητες, η κτηνοτροφία δεν είναι απλώς ένας αριθμός στους εθνικούς λογαριασμούς, αλλά η ραχοκοκαλιά της τοπικής οικονομίας και η αιτία που οι περιοχές αυτές παραμένουν ζωντανές. (3) Η υποτίμηση του πρωτογενούς τομέα αφήνει τη χώρα πλήρως εξαρτημένη από τις εισαγωγές τροφίμων, κάτι που σε περιόδους κρίσης (όπως η τρέχουσα επιζωοτία) αποδεικνύεται επικίνδυνο.

Το έδαφος φαίνεται «άγονο» για τους κτηνοτρόφους αυτή τη στιγμή για τους εξής λόγους:

1) Η επικοινωνιακή απομόνωση: Η κυβέρνηση, ελέγχοντας τη ροή της πληροφορίας, έχει καταφέρει να περάσει στην κοινή γνώμη ότι οι θανατώσεις είναι «αναγκαίο κακό» για να σωθεί το χαλλούμι. Έτσι, οι κτηνοτρόφοι που διαμαρτύρονται παρουσιάζονται συχνά ως «αντιδραστικοί» που βάζουν σε κίνδυνο την οικονομία, μειώνοντας τη λαϊκή συμπαράσταση.

2) Η οικονομική εξάντληση: Πολλοί κτηνοτρόφοι, είναι τόσο πιεσμένοι οικονομικά από την καραντίνα και την έλλειψη ρευστότητας, που δεν έχουν τις αντοχές για έναν μακροχρόνιο αγώνα. Ο φόβος ότι αν συγκρουστούν με το κράτος θα καθυστερήσουν κι άλλο οι αποζημιώσεις τους, λειτουργεί ως «κόφτης» στην ορμή των κινητοποιήσεων.

3) Το τετελεσμένο των γεγονότων: Με 110 μονάδες ήδη προσβληθείσες και χιλιάδες ζώα θανατωμένα, η πολιτική ηγεσία νιώθει ότι έχει περάσει το «σημείο χωρίς επιστροφή». Η αλλαγή πορείας τώρα θα ισοδυναμούσε με παραδοχή ότι όλες οι προηγούμενες θανατώσεις ήταν ένα λάθος, κάτι που καμία κυβέρνηση δεν θα παραδεχόταν εύκολα.

Αυτή την ώρα, οι κτηνοτρόφοι βρίσκονται σε ένα αδιέξοδο. Από τη μια, η ανάγκη να αντιδράσουν στην υποτίμηση και από την άλλη, η επίγνωση ότι η ηγεσία έχει ήδη πάρει τις αποφάσεις της, κοιτάζοντας περισσότερο προς τις Βρυξέλλες παρά προς το μέρος τους. Ακόμα κι αν επιλέξουν τη δικαστική οδό, η οποία είναι πράγματι ένας «Γολγοθάς» που απαιτεί τεράστια αυτοοργάνωση, συλλογική δράση και κυρίως, επιπρόσθετα χρειάζεται πολύ μεγάλους οικονομικούς πόρους για τη στήριξη μιας εξειδικευμένης νομικής ομάδας.

Στην παρούσα φάση, οι προκλήσεις για μια τέτοια κίνηση είναι συγκεκριμένες:

  • Χρόνος vs. Αποτέλεσμα: Οι δικαστικές διαμάχες, ειδικά αν φτάσουν σε ευρωπαϊκό επίπεδο, διαρκούν χρόνια. Για έναν κτηνοτρόφο που έχασε το κοπάδι του σήμερα, η δικαίωση μετά από 5 χρόνια δεν θα τον βοηθήσει να επιβιώσει τώρα.
  • Απόδειξη της «Κακής Διαχείρισης»: Νομικά, οι κτηνοτρόφοι θα έπρεπε να αποδείξουν ότι η ζημιά τους δεν οφείλεται στον ιό, αλλά στις παραλείψεις και τις λανθασμένες ενέργειες των αρχών (π.χ. η καθυστέρηση στον έλεγχο των ζωεμπόρων όπως αναφέρθηκε). Αυτό απαιτεί πρόσβαση σε εσωτερικά έγγραφα και επιδημιολογικά δεδομένα που οι αρχές δύσκολα παραχωρούν.
  • Συλλογική Εκπροσώπηση: Χρειάζεται ένα ισχυρό κοινό μέτωπο από τις οργανώσεις κτηνοτρόφων, ώστε το κόστος να επιμεριστεί. Αν ο καθένας κινηθεί μόνος του, η αποτυχία είναι σχεδόν βέβαιη.

Το ερώτημα είναι αν οι κτηνοτρόφοι έχουν ακόμα το ψυχικό σθένος να οργανωθούν σε αυτό το επίπεδο, τη στιγμή που παλεύουν καθημερινά με την απογοήτευση και την οικονομική αβεβαιότητα. Η διάσπαση του κλάδου είναι ίσως το μεγαλύτερο «δώρο» για την κρατική μηχανή, καθώς η έλλειψη ενιαίας φωνής επιτρέπει στις αρχές να διαχειρίζονται τις αντιδράσεις αποσπασματικά και να επιβάλλουν τη δική τους ατζέντα χωρίς ουσιαστική αντίσταση. Η κατάσταση δυσκολεύει περαιτέρω από τους παρακάτω παράγοντες:

  • Το «τείχος» των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών: Η δυσκολία πρόσβασης σε κρίσιμα αρχεία (όπως τα ακριβή χρονοδιαγράμματα των πρώτων ελέγχων στους ζωέμπορους ή τα πλήρη εργαστηριακά δεδομένα των δειγματοληψιών και επιδημιολογικές αναφορές όλων των εκμεταλλεύσεων) καθιστά την οποιαδήποτε νομική τεκμηρίωση εξαιρετικά αδύναμη. Χωρίς αυτά τα στοιχεία, είναι σχεδόν αδύνατο να αποδειχθεί η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της κρατικής ολιγωρίας και της οικονομικής καταστροφής των μονάδων.
  • Η Στρατηγική της «Απόκρυψης»: Συχνά οι αρχές οχυρώνονται πίσω από το «απόρρητο» των επιδημιολογικών ερευνών ή την ανάγκη διαφύλαξης του δημόσιου συμφέροντος, αφήνοντας τους κτηνοτρόφους στο σκοτάδι σχετικά με το πώς και γιατί η νόσος έφτασε στη δική τους πόρτα.
  • Η έλλειψη διαφάνειας, σε συνδυασμό με έναν διασπασμένο κλάδο, δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου η απογοήτευση μετατρέπεται σε παραίτηση. Οι κτηνοτρόφοι νιώθουν ότι παλεύουν με ένα «σύστημα» που κατέχει και το «μαχαίρι και το καρπούζι». Ο συνδυασμός εσκεμμένης συγκάλυψης και γραφειοκρατικής ανικανότητας δημιουργεί ένα αδιαπέραστο τείχος για τον κτηνοτρόφο. Η διατήρηση του αφηγήματος ότι «κάνουμε ό,τι είναι ανθρωπίνως δυνατόν», μεταθέτει την ευθύνη στην «επιθετικότητα του ιού» ή στην «έλλειψη βιοασφάλειας» των ίδιων των κτηνοτροφικών μονάδων.

Για δεκαετίες, η κυπριακή κτηνοτροφία βασίστηκε στην εμπειρική γνώση που μεταφερόταν από πατέρα σε γιο. Σε αρκετές περιπτώσεις, η απουσία εξειδικευμένων συμβούλων και η μηχανοποίηση περιορίστηκαν στα απολύτως απαραίτητα. Στην παραδοσιακή νοοτροπία, η "ανοιχτή" φάρμα όπου μπαινοβγαίνουν γείτονες, έμποροι και οχήματα χωρίς απολύμανση θεωρούνταν φυσιολογική. Αυτή η έλλειψη κουλτούρας προστασίας είναι που επέτρεψε στον ιό να "αλωνίζει" σήμερα. Ακόμη, πριν 30 περίπου χρόνια οι αρμόδιες αρχές εφάρμοσαν το «αποτυχημένο» σχέδιο συγκέντρωσης των παραγωγικών μονάδων σε κτηνοτροφικές περιοχές με μεγάλη πυκνότητα ζωικού κεφαλαίου, ανεξέλεγκτη ανάπτυξη και πλημμελή εποπτεία και για τούτο οφείλουν να λογοδοτήσουν. Οι κτηνοτροφικές οργανώσεις θα πρέπει να εξετάσουν το ενδεχόμενο να κινηθούν νομικά, για να διεκδικήσουν το αυτονόητο από τις αρμόδιες αρχές, ότι δηλαδή εν γνώση τους και με δικό τους σχεδιασμό ιδρύθηκαν αυτές οι «ωρολογιακές βόμβες πυκνού ζωικού κεφαλαίου» και παρέμειναν χωρίς την επαρκή εποπτεία για δεκαετίες. Ακόμη και εκεί που υπήρξαν μεγάλης δυναμικότητας εκτροφές, αυτές δεν συνοδεύτηκαν πάντα από εκσυγχρονισμό της διαχείρισης. Δημιουργήθηκαν μονάδες-μαμούθ σε περιοχές με τεράστια πυκνότητα (όπως η Αθηένου), αλλά χωρίς τα απαραίτητα συστήματα ελέγχου. Όταν ο ιός μπαίνει σε μια τέτοια μονάδα, η καταστροφή είναι ολοκληρωτική. Εδώ η ευθύνη του κράτους είναι τεράστια στην απουσία συστηματικής εποπτείας. Πολλές μονάδες εφάρμοζαν τα προβλεπόμενα μόνο "στα χαρτιά" για να παίρνουν τις επιδοτήσεις, χωρίς στην πραγματικότητα να αλλάζουν τον τρόπο λειτουργίας τους. Οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες προσκολλημένες σε μια γραφειοκρατική λογική, δεν λειτούργησαν ποτέ ως αρωγοί στον εκσυγχρονισμό, επιτρέποντας σε επικίνδυνες πρακτικές να γίνουν ο κανόνας. Περιορίζονταν σε διεκπεραιωτικούς ελέγχους, αντί να επιβάλλουν αυστηρά πρότυπα βιοασφάλειας. Για χρόνια, η αυστηρή επιβολή των νόμων αποφευγόταν για να μη δυσαρεστηθούν οι τοπικές κοινωνίες, επιτρέποντας σε επικίνδυνες πρακτικές (όπως αυτές των ζωεμπόρων) να γίνουν ο κανόνας. Στην ουσία, η Κύπρος προσπάθησε να κάνει βιομηχανική παραγωγή (λόγω της ζήτησης για χαλούμι) με δομές και νοοτροπία του 1970. Όταν ήρθε η κρίση, το οικοδόμημα κατέρρευσε γιατί δεν είχε γερές βάσεις τεχνογνωσίας.

Το «Τέλος» του Παραδοσιακού Κτηνοτρόφου είναι πλέον γεγονός. Και δικαίως κανείς αναρωτιέται, άραγε θα μας σώσει η «Σύγχρονη Κτηνοτροφία» που διαφημίζεται από την κυβέρνηση;

*Κτηνίατρος – Επιδημιολόγος (DVM, PhD)

εκ Λύσης