Συνεντεύξεις

Μιχάλης Περσιάνης: «Τα δημόσια οικονομικά οδηγούνται εκτός τροχιάς»

Ο Πρόεδρος του Δημοσιονομικού Συμβουλίου στη «Σ»: «Το δημοσιονομικό πλεόνασμα που καταγράφηκε κατά βάση τον Ιανουάριο, και από το οποίο προκύπτει η γενικευμένη ευφορία για την πορεία των δημοσίων οικονομικών, έχει εξαντληθεί εντός του β΄ τριμήνου»

Σήμα κινδύνου για την κυπριακή οικονομία εκπέμπει ο Πρόεδρος του Δημοσιονομικού Συμβουλίου, Μιχάλης Περσιάνης. Σε συνέντευξή του στη «Σημερινή» προειδοποιεί πως «αυτήν τη στιγμή τα δημόσια οικονομικά, παρά τις επιμέρους επιδόσεις, οδηγούνται εκτός τροχιάς». Ο κ. Περσιάνης αναφέρει πως το πλεόνασμα του Ιανουαρίου έχει εξαντληθεί εντός του β’ τριμήνου, τονίζοντας, παράλληλα, πως ήρθε η ώρα για «κάπως δύσκολες» αποφάσεις, ούτως ώστε να μη χρειαστεί το φθινόπωρο να περάσουμε σε «πολύ δύσκολες» αποφάσεις. Την ίδια ώρα, διάχυτη είναι η ανησυχία και για την αύξηση του κρατικού μισθολογίου, καθώς από το 2019 μέχρι το 2025 έχουμε αύξηση κατά 36%, ενώ μετά τη συμφωνία για την ΑΤΑ αυξάνεται κατά 45%.

Η συμφωνία για την ΑΤΑ ολοκληρώθηκε. Πώς την αξιολογείτε;

Η συμφωνία διασφαλίζει την εργασιακή ειρήνη, αλλά με ένα σημαντικό συνολικό κόστος για την κοινωνία. Η ΑΤΑ είναι ένα σύστημα αναδιανομής εισοδημάτων εντός της κοινωνίας και δεν πρέπει να έχουμε την ψευδαίσθηση πως μέσα από την αναδιανομή μπορεί να αυξηθεί το συνολικό όφελος της κοινωνίας.

Η συγκεκριμένη συμφωνία θα μπορούσε να είχε σημαντικές διαφοροποιήσεις που να μην επιφέρουν τόσο σοβαρό αντίκτυπο στα δημόσια οικονομικά, αλλά κάτι τέτοιο δεν έγινε κατορθωτό. Επιπλέον, η εικόνα θα μπορούσε να είχε καταστεί δημοσιονομικά υποφερτή, αν η πρόταση για την ΑΤΑ είχε ισχύ από την 1.1.2024. Από τη στιγμή, όμως, που υπάρχει πολιτική συμφωνία, εμείς ως ΔΣΚ οφείλουμε να επικεντρωθούμε στην «επόμενη μέρα» της συμφωνίας.

Πάντως, σημειώνουμε πως δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί η συμφωνία ως προηγούμενο, ούτε για την παραχώρηση της ΑΤΑ δύο φορές τον χρόνο, ούτε για μονιμοποίηση των αντισταθμιστικών μέτρων που δίνονται στους εργοδότες. Σαφώς, έχουμε μεν κερδίσει χρόνο, αλλά θα πρέπει να αλλάξει ριζικά η μηχανική του συστήματος προστασίας των εισοδημάτων του εργαζόμενου.

Δημιουργείται δημοσιονομικό πρόβλημα με τη νέα συμφωνία για την ΑΤΑ;

Το σίγουρο είναι πως θα πρέπει να εξασφαλιστούν σοβαρές εξοικονομήσεις σε άλλα κονδύλια της Δημοκρατίας, με σκοπό να αποφύγουμε άλλες χειρότερες εξελίξεις, οι οποίες θα αποσβέσουν το όφελος των εργαζομένων και θα επιβαρύνουν ακόμα περισσότερο τον φορολογούμενο.

Σε αντίθετη περίπτωση, θα παραμείνουμε εκτός τροχιάς για τους δημοσιονομικούς στόχους, οι οποίοι θα πρέπει να αναθεωρηθούν. Αυτήν τη στιγμή, η απόκλιση από τον αρχικό Προϋπολογισμό του 2023 που προκύπτει από την ΑΤΑ εκτιμάται στα 60.4 με 62.0 εκατ. ευρώ, τα οποία δεν έχουν προϋπολογιστεί. Η επίπτωση μέχρι το 2025 ανέρχεται σε 0,8% του ΑΕΠ, αν είμαστε τυχεροί όσον αφορά τις επιδόσεις της ανάπτυξης, ενώ είναι πιθανό να ανέλθει σε ακόμα υψηλότερα επίπεδα στο τέλος της τριετίας 2023-2025.

Για το 2023, συγκεκριμένα, θα πρέπει να υπολογίζουμε επίσης το συνολικό κόστος άλλων δαπανών, που επίσης αποκλίνουν από τον προϋπολογισμό και οι οποίες ανέρχονται μεταξύ 250 και 300 εκατ. ευρώ.

Προκύπτει πως το δημοσιονομικό πλεόνασμα που καταγράφηκε κατά βάση τον Ιανουάριο, και από το οποίο προκύπτει η γενικευμένη ευφορία για την πορεία των δημοσίων οικονομικών, έχει εξαντληθεί εντός του β΄ τριμήνου. Τα άσχημα νέα είναι πως αυτήν τη στιγμή τα δημόσια οικονομικά, παρά τις επιμέρους επιδόσεις, οδηγούνται εκτός τροχιάς. Τα καλά νέα είναι πως υπάρχει χρόνος για να επανέλθουμε προς αποφυγήν της όποιας περιπέτειας. Κάτι τέτοιο συνεπάγεται, φυσικά, περιορισμό των δαπανών και δη των πολιτικών αποφάσεων που έχουν αντίκτυπο στα δημόσια οικονομικά χωρίς να τονώνουν την ανάπτυξη.

Η ώρα για κάπως δύσκολες αποφάσεις είναι τώρα και η κλεψύδρα έχει πλέον γυρίσει. Αλλιώς, θα περάσουμε από τις «κάπως δύσκολες» σε «πολύ δύσκολες» αποφάσεις το φθινόπωρο.

Έχουμε επίσης σημειώσει και επίσημα πως η αύξηση του κόστους του κρατικού μισθολογίου, χωρίς αύξηση του οφέλους που αποκομίζει η κοινωνία, αποτελεί σοβαρό βαρίδι για την οικονομία μας. Ουσιαστικά, συνεχίζουμε να πληρώνουμε περισσότερα ως κοινωνία, για τις ίδιες ακριβώς υπηρεσίες που μας δίνει το κράτος.

Η αύξηση αυτή δεν είναι καθόλου αμελητέα. Για την περίοδο 2019-2025, βάσει και του Προϋπολογισμού, έχουμε αύξηση του κρατικού μισθολογίου κατά 36%, ενώ με τη νέα συμφωνία για την ΑΤΑ, η αύξηση θα ανέλθει στο 45%. Προφανώς, η κοινωνία δεν θα απολαμβάνει 45% περισσότερες ή καλύτερες υπηρεσίες από το κράτος σε αυτήν την περίοδο.

Αυτή η πορεία δεν είναι βιώσιμη και ήδη φαίνεται ο αντίκτυπος στις μετρήσεις παραγωγικότητας και κυρίως της ανταγωνιστικότητάς μας. Αν προσεγγίσει κανείς το κρατικό μισθολόγιο ως υπηρεσία που «αγοράζει» η κοινωνία από το κράτος, τότε μιλάμε για «πληθωρισμό» σε αυτήν την υπηρεσία, που ανέρχεται σε 36% κάθε χρόνο για το 2023, 2024 και 2025. Δεν πρέπει να ξεχνάμε επίσης τον αντίκτυπο στους ημικρατικούς οργανισμούς, οι οποίοι συλλογικά αποτελούν ζημιά για τα δημόσια οικονομικά.

Η Κυβέρνηση αποφάσισε μηδενικό ΦΠΑ σε βασικά προϊόντα και, σύμφωνα με τον Υπ. Οικονομικών, επεξεργάζονται την επέκταση της λίστας. Ταυτόχρονα «τρέχει» και η επιδότηση του ηλεκτρικού ρεύματος και ο μειωμένος ΦΠΑ στα καύσιμα. Αποφάσεις, που στόχο έχουν τη στήριξη των καταναλωτών. Τα χρήματα που θα «χάσει» το κράτος από αυτές τις πολιτικές πώς θα τα αναπληρώσει;

Τα διαφυγόντα έσοδα του κράτους από τις διαφοροποιήσεις στον ΦΠΑ σε ρεύμα και ορισμένα προϊόντα ανέρχονται, βάσει των υφιστάμενων εκτιμήσεων, λίγο υψηλότερα από 50 εκατ. ευρώ. Το ποσό δεν είναι δημοσιονομικά σημαντικό από μόνο του, αλλά σε αυτό θα πρέπει να προσθέσουμε μια σειρά από άλλες δαπάνες, οι οποίες δεν έχουν προϋπολογιστεί και οι οποίες ανέρχονται σε 250 με 300 εκατ. ευρώ. Έτσι, εμφανίζονται ήδη δημοσιονομικές πιέσεις, αφού βρισκόμαστε στο β΄ τρίμηνο του έτους και οι δαπάνες αυξάνονται επικίνδυνα. Ταυτόχρονα, τα έσοδα του κράτους έχουν ομαλοποιηθεί μετά τον Ιανουάριο.

Όπως σημειώσαμε και κατά την επικύρωση του Προγράμματος Σταθερότητας, ο σημαντικότερος κίνδυνος αυτήν τη στιγμή είναι το αίσθημα ευφορίας ή και εφησυχασμού που προκλήθηκε από τα στοιχεία του Ιανουαρίου, όταν τα έσοδα του κράτους ήταν εξαιρετικά υψηλά. Ωστόσο, από τότε παρατηρούμε αύξηση των δαπανών και ομαλοποίηση των εσόδων. Δεν πρέπει να οδηγηθούμε προς εκπλήξεις και η συγκράτηση των δαπανών πρέπει να αρχίσει αμέσως. Είμαστε εκτός τροχιάς, αλλά υπάρχει ακόμα ένα στενό αλλά σημαντικό χρονικό παράθυρο για να διασφαλίσουμε την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων.

Όσον αφορά σε μέτρα όπως αυτά που αναφέρετε, η θέση μας παραμένει η ίδια, ότι δηλαδή δεν μπορεί να θεωρείται ως «κοινωνικό» ένα μέτρο που είναι αστόχευτο και αδιάκριτο. Θα μπορούσαν να είχαν λάβει σημαντικότερη στήριξη τα νοικοκυριά και οι μικρές επιχειρήσεις που έχουν πραγματικά ανάγκη, και μάλιστα με χαμηλότερο κόστος για τον φορολογούμενο.

Σε κάθε περίπτωση, είναι σαφές πως θα πρέπει να μπούμε σε μια πορεία περιορισμού των δαπανών, όσο το δυνατόν πιο σύντομα.

Η χώρα μας θα κληθεί να προχωρήσει -αν και καθυστερημένα- σε ενέργειες για την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση, όπως η δημιουργία υποδομών, οι οποίες προϋποθέτουν και αυξημένες δαπάνες. Πιστεύτε πως η Κύπρος μπορεί ν’ ανταποκριθεί, βάσει των δυνατοτήτων της, σε αυτά τα θέματα;

Με ικανοποίηση έχουμε παρατηρήσει πως το Υπουργείο Οικονομικών, στο Πρόγραμμα Σταθερότητας έχει σημειώσει με έμφαση το φυσικό ρίσκο που δημιουργείται από την κλιματική αλλαγή. Αυτή η προσέγγιση είναι σημαντική, καθώς είθισται να εστιάζονται οι αναλύσεις στο κόστος μετάβασης και να μη δίνεται η ίδια σημασία στο φυσικό ρίσκο. Το Πρόγραμμα Σταθερότητας της Κύπρου αποφεύγει αυτό το σύνηθες λάθος, το οποίο χαρακτηρίζει γενικότερα τη συζήτηση διεθνώς.

Η αντιμετώπιση των προβλημάτων που προκύπτουν από τη διττή μετάβαση -ψηφιακή και πράσινη- πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα.

Ένα σενάριο στο οποίο θα ασκηθούν δημοσιονομικές πιέσεις, με στόχο να επιταχύνουμε ως κράτος τη μετάβαση, θα βρει υποστήριξη από το ΔΣΚ, έστω κι αν αυτό συνεπάγεται αυξημένες δαπάνες και διάβρωση του πρωτογενούς πλεονάσματος. Εξάλλου, μια τέτοια προσέγγιση αποτελεί σημαντική επένδυση και προστασία για το μέλλον.

Σημειώνουμε, επίσης, πως, στο πλαίσιο του Σχεδίου Ανθεκτικότητας και Ανάπτυξης, γίνονται κάποιες αλλαγές στον σχεδιασμό για να τον καταστήσουν πιο ρεαλιστικό, όπως είχε εισηγηθεί και το ΔΝΤ. Αυτός ο ανασχεδιασμός θα αποτελέσει κλειδί και αναμένουμε την ολοκλήρωσή του.

14.5 ΓΡΑΦΗΜΑ.png

«Για την περίοδο 2019-2025, βάσει και του Προϋπολογισμού, έχουμε αύξηση του κρατικού μισθολογίου κατά 36%, ενώ με τη νέα συμφωνία για την ΑΤΑ, η αύξηση θα ανέλθει στο 45%»

Βλέπουμε ότι ανάμεσα στις εξαγγελίες της νέας Κυβέρνησης περιλαμβάνεται και η πρόθεσή της να αυξήσει επιδόματα και συντάξεις, την ώρα που προωθούνται και άλλες δράσεις -όπως αναφέραμε και πιο πάνω- οι οποίες μπορεί να επιβαρύνουν περαιτέρω τα δημόσια οικονομικά. Πώς βλέπετε αυτές τις εξαγγελίες; Και, τελικά, πόση πίεση μπορούν να αντέξουν τα ταμεία του κράτους;

Οι κοινωνικής φύσης δαπάνες αποτελούν κεντρική υποχρέωση του κράτους. Δεν υιοθετούμε σε καμία περίπτωση τη λογική πως η δημοσιονομική πειθαρχία και η κοινωνική πολιτική βρίσκονται σε αντίθεση. Αντίθετα, ως Συμβούλιο, θα ήμασταν πιο ικανοποιημένοι με την ενίσχυση της στοχευμένης πολιτικής από την οποία να επωφελούνται εκείνα ακριβώς τα νοικοκυριά και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις που πραγματικά έχουν ανάγκη και δεν έχουν ευθύνη. Η στόχευση θα επέτρεπε μεγαλύτερη στήριξη σε πιο λίγους αποδέκτες και θα ήταν πιο ουσιαστική.

Επαναλαμβάνω πως ο όρος «οριζόντια κοινωνική πολιτική» αποτελεί σχήμα οξύμωρο. Κάπου μεταξύ σοβαρού και αστείου, υπάρχει και ένας «δείκτης» για το κατά πόσον μια πολιτική είναι «κοινωνική» ή όχι: Αν επωφελούνται από αυτήν ανεξάρτητοι αξιωματούχοι του κράτους, τότε δεν είναι «κοινωνικό» το μέτρο, αλλά κάτι άλλο.

Σημειώνω επίσης πως η αξιοποίηση της Φορολογικής Δήλωσης για περιπτώσεις όπως αποζημιώσεις ή άλλη στήριξη, θα ήταν πιο αποτελεσματική, θα δημιουργούσε σωστά κίνητρα και θα μείωνε τις σπατάλες. Έχει δοκιμαστεί το 2022 και πρέπει να αποτελέσει μόνιμη προσέγγιση.

«Η ώρα για κάπως δύσκολες αποφάσεις είναι τώρα και η κλεψύδρα έχει πλέον γυρίσει. Αλλιώς, θα περάσουμε από τις ‘‘κάπως δύσκολες’’ σε ‘‘πολύ δύσκολες’’ αποφάσεις το φθινόπωρο»

Σε ένα περιβάλλον υψηλών επιτοκίων σάς προβληματίζει η διαχείριση του δημόσιου και ιδιωτικού χρέους;

Η διαχείριση του δημόσιου χρέους δεν εμπνέει ανησυχία, παρόλο ότι υφίσταται μια μικρή αλλά αναπόφευκτη αύξηση στο κόστος του χρέους, η οποία εκτιμούμε πως θα ανέλθει φέτος γύρω στα 59 εκατ. ευρώ. Ο σημαντικότερος στόχος θα πρέπει να είναι η συντήρηση του δημοσιονομικού πλεονάσματος, ούτως ώστε να διατηρήσει το Γραφείο Διαχείρισης του Δημόσιου Χρέους ανοικτές επιλογές σε σχέση με το πότε, πώς και με ποιους όρους θα απευθυνθεί στις αγορές, ιδίως το 2024.

Όσον αφορά το ιδιωτικό χρέος, το αυξανόμενο κόστος εξυπηρέτησης θα αποτελέσει μιαν από τις σημαντικές προκλήσεις για το 2023 και 2024. Πέρα από τη στήριξη της ανάπτυξης και της απασχόλησης, οι ορθόδοξες επιλογές πολιτικής παραμένουν περιορισμένες. Την ίδια ώρα, βλέπουμε πως οι αποταμιεύσεις των νοικοκυριών συνεχίζουν να αυξάνονται υπό την μορφή τραπεζικών καταθέσεων, αφού δεν υπάρχουν άλλες επενδυτικές επιλογές στην οικονομία. Η ανάπτυξη αυτών των επιλογών θα πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα μόλις ολοκληρωθούν οι εξελίξεις σε σχέση με το μέλλον του ΧΑΚ.

Από την άλλη, μας ανησυχεί και η πιστωτική επέκταση, η οποία έχει συρρικνωθεί σημαντικά κάτω από τις οικονομικές συνθήκες, τόσο για τα νοικοκυριά όσο και για τις επιχειρήσεις. Και παρατηρούμε αυξημένες πιέσεις σε κατηγορίες όπως την καταναλωτική πίστη και το στεγαστικό δάνειο, κάτι που δημιουργεί επιπλέον στρεβλώσεις καθώς τα εγχώρια νοικοκυριά τίθενται εκτός αγοράς, με κοινωνικές προεκτάσεις, μεταξύ άλλων, και στο θέμα της στέγασης.